Κωνσταντίνου και Ελένης

(Επίκαιρο διήγημα, εμπνευσμένο από πραγματικό γεγονός)

Τετάρτη, 08 Αύγουστος 2018 19:53 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Ο Κωστάκης κι η Αγγελικούλα, τα διδυμάκια, ήταν χαρούμενα σήμερα. Η μαμά ανακοίνωσε πως θα τα στείλει στο Μάτι, στη γιαγιά και στον παππού. Ξεφώνιζαν, έσπρωχνε το ένα το άλλο, και με την παιδική αφέλεια των πέντε χρόνων αναστάτωσαν την Μαρία, που δεν τα άφηνε καθόλου από τα μάτια της.
Την αγαπούσαν γιατί τα φρόντιζε, όταν οι γονείς της ήταν στη δουλειά. Ήταν η δεύτερη μητέρα τους. Τα είχε αναλάβει από τότε που γεννήθηκαν, και δεν μπορούσαν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς αυτήν. Αυτή ήταν που σηκωνόταν πρωί – πρωί, για να ετοιμάσει πρωινό στους γονείς, συνέχιζε με εκείνο των παιδιών, και τέλος φρόντιζε για το δικό της.
Είχε φτάσει ο καιρός το ζευγάρι να πάει διακοπές, και να κάνει το ταξίδι που ονειρευόταν, στην Ισπανία. Θα ξεκινούσαν το Σάββατο, 21 Ιούλη, και θα επέστρεφαν σε μια εβδομάδα. Να που έφτασε κι η Παρασκευή! Όλα έγιναν όπως τα είχαν σχεδιάσει, και τα παιδιά με την Μαρία έκαναν κατάληψη στο εξοχικό του παππού Κώστα και της γιαγιάς Ελένης, ολόχαρα. Με τις φωνές τους έδωσαν ζωή σ’ όλη την περιοχή.
Δεν άφηναν κανένα ήσυχο. Η Μαρία τράβηξε τα πιο πολλά, αλλά ήταν συνηθισμένη. Τους άρεσε να τραβούν τη γιαγιά από το φουστάνι, να τη σέρνουν στα πεύκα για να τους πιάσει τζιτζίκια, πράγμα που εκείνη έκανε αδιαμαρτύρητα. Όταν έβλεπαν τον παππού να γέρνει το κεφάλι του στην αναπηρική πολυθρόνα, μέριαζαν το σωληνάκι παροχής οξυγόνου, που εφαπτόταν στα ρουθούνια του, τα τσιγκλούσαν με οδοντογλυφίδες, για να εισπράξουν το απότομο ξύπνημά του κι ένα μεγαλοπρεπές φτάρνισμα. Η Μαρία έτρεχε να τα μαλώσει, αλλά η Ελένη τη σταματούσε:
«Παιδιά είναι. Τον αγαπάνε, γι’ αυτό τον πειράζουν. Θέλουν να τον βλέπουν να ζωντανεύει. Τι θα πάθει; Όλη την ημέρα στο καροτσάκι τη βγάζει, έχει και παράπονο;»
Φυσικά εκείνος νευρίαζε στην αρχή και φώναζε:
«Διαβολάκια, θα με στείλετε αδιάβαστο!», αλλά στη συνέχεια μαλάκωνε, όταν κοιτούσε τα χαμογελαστά τους προσωπάκια να λάμπουν.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε καταπέσει. Μετά το εγκεφαλικό είχε μείνει παράλυτος από τη μέση και κάτω. Το εμφύσημα στον πνεύμονα απαιτούσε συνεχή παροχή οξυγόνου, και σε συνδυασμό με τα ογδόντα του χρόνια, η ζωή του είχε χάσει την ποιότητά της.Ας είναι καλά η γυναίκα του, η εξηνταπεντάρα Ελένη, που στεκόταν πάνω του κερί αναμμένο.
Τον αγάπησε από την πρώτη στιγμή που τον είδε στην έδρα της Νομικής να διδάσκει αστικό δίκαιο. Μόλις πήρε το πτυχίο της, παντρεύτηκαν αμέσως. Δεν εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου ποτέ, αλλά αφοσιώθηκε στη ανατροφή του παιδιού τους, του Αλέξανδρου. Είχε βιώσει το τραυματικό γεγονός να πεθάνει η κόρη της, η Ήβη, πάνω στη γέννα, και δεν μπόρεσε ποτέ να το ξεπεράσει. Ο θάνατος αυτός τους έδεσε πιο πολύ. Η Ελένη ήταν έξυπνη και δραστήρια γυναίκα, κι είχε βοηθήσει τον άντρα της να ξεπεράσουν πολλά προβλήματα. Είχε την εξαιρετική ικανότητα να βρίσκει λύσειςσε δύσκολες καταστάσεις, και μάλιστα αμέσως. Ο Κώστας πάντα τη συμβουλευόταν και σεβόταν τη γνώμη της.
Η Μαρία κατέβαζε τα παιδιά στην παραλία για μπάνιο κάθε μέρα. Η Ελένη ήθελε να τη βοηθήσει, αλλά δεν μπορούσε ν’ αφήσει τον Κώστα μόνο του ούτε δευτερόλεπτο. Όμως η Ρουμάνα ήταν τετραπέρατη. Τα πρόσεχε σαν να ήταν δικά της, και ήταν, κατά κάποιο τρόπο, αφού αυτή ούτε είχε παντρευτεί, κι ούτε είχε αποκτήσει δικά της. Τους φορούσε μπρατσάκια και πάντα είχε δίπλα της το κυκλικό σωσίβιο, που τρελαίνονταν να παίζουν τα διαβολάκια.
Το Μάτι είναι μια πανέμορφη περιοχή γεμάτη πεύκα, που φτάνουν ως την παραλία. Είναι γεμάτο βίλες, πανέμορφα σπίτια, όλα τους αυθαίρετα, που βρήκαν τρόπο να νομιμοποιηθούν. Οι πλούσιοι κατά κανόνα ιδιοκτήτες τους δεν τσιγκουνεύτηκαν όταν τα έχτιζαν, κι είχαν προσθέσει πισίνες και πολλές ανέσεις.
Μόνο που οι δρόμοι του είναι αρκετά στενοί. Με το ζόρι χωράνε να περάσουν δυο αυτοκίνητα, όταν συναντηθούν. Βλέπετε, ο καθένας όπου έβρισκε έχτιζε, χωρίς να τον νοιάζουν οι δρόμοι ή το σχέδιο της περιοχής. Πολλοί μάλιστα δρόμοι ήταν αδιέξοδοι και τελείωναν μπροστά από μια θωρακισμένη, σιδερόφραχτη πόρτα.
Είχαν και την τηλεόραση, που τα παιδιά δεν την έκλειναν καθόλου. Απόψε πέτυχαν ένα ντοκιμαντέρ για την Ινδία και χάζευαν. Ρωτούσαν που και που τη γιαγιά, όταν είχαν κάποια απορία, όπως τώρα που έδειχνε την κηδεία ενός άντρα, τη στιγμή που τον έκαιγαν στον Γάγγη, αλλά μαζί μ’ αυτόν και τη γυναίκα του, και μάλιστα αυτή ζωντανή. Τι να βρει να τους πει; Καμώθηκε πως αυτά γίνονταν πολύ παλιά, αλλά τα ξεγελάς τα παιδιά; Τελικά αναγκάστηκε ν’ αλλάξει κανάλι.
Μετά από αυτό, η Ελένη δεν καλοκοιμήθηκε. Δεν την άφησε το στριγγλοπούλι που έκρωζε στο πεύκο, κοντά στο ανοιχτό παράθυρο. Θυμόταν τη γιαγιά της που της έλεγε: «Αν το ακούσεις τη νύχτα, να ξέρεις πως κάποιος θα πεθάνει!»
Όσο κι αν η μόρφωσή της δεν της επέτρεπε να πιστεύει σε δοξασίες, με το που σηκώθηκε το πρωί, το πρώτο που έκανε ήταν ν’ ανάψει το καντήλι στο προσκυνητάρι, και να προσευχηθεί να μη στέρξει το κακό μήνυμα. Δεν ήταν θρήσκα, όμως σήμερα η καρδιά της χτυπούσε παράξενα, για πρώτη φορά στη ζωή της ένοιωθε το φόβο του θανάτου.
«Θεέ μου, μην πάρεις τον Κώστα μου. Είμαι μόνη χωρίς αυτόν!»
Συνήλθε αμέσως και κανόνισε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Καθάρισε, μαγείρεψε, σιδέρωσε, έβαλε πλυντήριο. Είχε μια ενέργεια εκπληκτική. Όταν τα παιδιά ήρθαν αποκαμωμένα από το μπάνιο, αφού είχαν βγάλει την ψυχή της Μαρίας, έφαγαν και ξάπλωσαν. Κοιμήθηκαν αμέσως, όπως και η Μαρία. Η Ελένη τάισε τον Κώστα στο στόμα. Δεν είναι ότι δεν μπορούσε να φάει μοναχός του, αλλά της άρεσε να το κάνει. Ένοιωθε περίφημα να τον φροντίζει.
Άνοιξε τότε την τηλεόραση κι έπεσε από τα σύννεφα! Μεγάλη φωτιά στην Κινέττα κατέτρωγε τα πάντα στο πέρασμά της. Άγνωστο ακόμα πόσα σπίτια είχαν καεί, πόσα στρέμματα δάσους, κι αν υπήρχαν νεκροί ή αγνοούμενοι. Η φωτιά είχε φτάσει ως την παραλία, κι αρκετοί είχαν πέσει στη θάλασσα να γλιτώσουν από την αδηφάγα μανία της πύρινης λαίλαπας.
«Το κακό σημάδι!», φώναξε.
Ασυναίσθητα έπιασε το χέρι του Κώστα που ροχάλιζε. Στυλώθηκε στην οθόνη, κόλλησε τα μάτια και τα αυτιά της εκεί, και περίμενε ν’ ακούσει όλες τις ανταποκρίσεις από τα πύρινα μέτωπα. Εικόνες φρίκης η μία πίσω από την άλλη. Τίποτα δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί τη μανία της φωτιάς, που στο πέρασμά της καταβρόχθιζε τα πάντα, σπίτια, δέντρα, ζώα, οτιδήποτε συναντούσε.
«Ευτυχώς που είμαστε μακριά της», μονολόγησε.
Εκείνη τη στιγμή το παραθυρόφυλλο έκλεισε με εκκωφαντικό θόρυβο. Ταράχτηκε! Ο αέρας είχε δυναμώσει αρκετά. Τα πεύκα έλεγες πως θα γονατίσουν μπρος στην οργή του. η Μαρία ξύπνησε κι έτρεξε δίπλα της. Έμοιαζε να τα έχει χαμένα, καθώς αντίκρισε τις εικόνες φρίκης που μετέδιδε η τηλεόραση.
«Ο Ντάμνε!», (θεέ μου), μουρμούρισε, «Τι φρίκη!».
Η Ελένη σηκώθηκε να στερεώσει το παράθυρο, κι η Μαρία της φώναξε, καθώς εκείνη τη στιγμή κοβόταν το ηλεκτρικό:
«Δεν σου μυρίζει τίποτα; Μέχρι εδώ έφτασε η μυρωδιά των καμένων»
Η Ελένη τινάχτηκε σαν ελατήριο έξω, παρά τα χρονάκια της. Το θέαμα που αντίκρισε την έκανε να χάσει το χρώμα της. Πίσω της η Μαρία ούρλιαζε:
«Θα καούμε ζωντανοί!»
Η φωτιά βρισκόταν πολύ κοντά τους και κατευθυνόταν με μεγάλη ταχύτητα προς το μέρος τους. Η Ελένη δεν τα έχασε. Την πήρε από το χέρι και της είπε να την ακολουθήσει. Μπήκε μέσα κι άρχισε να βρέχει πετσέτες. Ξύπνησε τα εγγόνια της, τα αγκάλιασε τρυφερά, κι είπε στην εμβρόντητη Μαρία:
«Σκεπάστε τα πρόσωπά σας με τις πετσέτες και τρέξτε στην παραλία. Μην κοιτάξετε πίσω σας καθόλου. Στην ανάγκη να πέσετε στη θάλασσα. Τρέξτε, φύγετε!»
Η Μαρία την κοιτούσε άλαλη. Ήθελε να της πει, «Κι εσύ τι θα κάνεις;», αλλά μπροστά στο αποφασιστικό βλέμμα της Ελένης, δεν μπόρεσε να βγάλει μιλιά. Άρπαξε τα παιδιά, που δεν είχαν ακόμα καταλάβει τι συμβαίνει, τύλιξε τα κεφαλάκια τους με τις πετσέτες, κι άρχισαν να τρέχουν προς τη θάλασσα.
Η φωτιά τους ακολουθούσε κατά πόδας. Ένοιωθαν την καυτή της ανάσα να τους τσουρουφλίζει. Τα λαλίστατα σε άλλες περιπτώσεις παιδιά, τώρα δεν βρήκαν να πουν τίποτα. Απλά είχαν πιάσει με το ένα τους χεράκι την Μαρία, και με το άλλο κρατούσαν τη βρεγμένη πετσέτα στο κεφάλι τους. Ποια δύναμη τα έκανε να υπακούσουν στις εντολές της γιαγιάς τους, αυτά που συνέχεια ρωτούσαν γιατί και γιατί, όταν τους έλεγες να κάνουν κάτι;
Ώσπου να φτάσουν είδαν κι έπαθαν! Κάποιοι οδηγοί, που δεν γνώριζαν τα στενά δρομάκια, είχαν φτάσει σε αδιέξοδα, κι είχαν κλείσει το δρόμο. Κορναρίσματα, φωνές, πανδαιμόνιο, χάος! Αρκετοί τα παρατούσαν κι έτρεχαν πανικόβλητοι προς τη θάλασσα. Ευτυχώς που η Μαρία έκανε αυτή τη διαδρομή κάθε μέρα, κι έτσι δεν άργησαν να φτάσουν. Εκεί ο κόσμος άρχισε να βουτά απελπισμένος και να κολυμπά προς τα ανοιχτά. Για καλή τους τύχη ο Άρης, ο γείτονάς τους, εκείνη τη στιγμή τους έβαλε στο ταχύπλοο, κι απομακρύνθηκαν από τις αδηφάγες φλόγες, που καταβρόχθιζαν τα τελευταία πεύκα στην παραλία.
Η Ελένη έκλεισε τα παντζούρια. Σκοτάδι τύλιξε το σπίτι. Γνώριζε πως ήταν ανώφελο, έτσι κι αλλιώς θα καίγονταν σ’ ένα λεπτό, σε λιγότερο ίσως, όμως ήθελε να ζήσει και την τελευταία στιγμή. Έπιασε τα χέρια του Κώστα που ανάσαινε με δυσκολία. Η συσκευή παροχής οξυγόνου είχε σταματήσει να λειτουργεί, αφού είχε κοπεί το ρεύμα, κι άρχισε να δυσφορεί.
«Ελένη, Ελένη μου, τι τρέχει;», μπόρεσε να της πει.
«Τίποτα, αγαπημένε μου, μάλλον διακοπή ρεύματος έχουμε. Ηρέμησε, όπου να ‘ναι θα τη διορθώσουν»
Δεν έκλαψε, δεν ήθελε να τον κάνει να στενοχωρηθεί. Έπρεπε να φύγει, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Έκλεισε τα μάτια της, κι όλη της η ζωή πέρασε από μπροστά της σαν κινηματογραφική ταινία. Είδε τον Κώστα να διδάσκει στην Νομική, είδε το γάμο τους, τη γέννηση του Αλέξανδρου, τον χαμό, αχ, της Ήβης, τα ταξίδια τους σ’ όλο τον κόσμο, το γάμο του Αλέξανδρου, τη γέννηση των εγγονιών της. Όλα τα είδε, ώσπου ένα καυτό σύννεφο σκέπασε τα μάτια της. Έσφιξε τα χέρια του συντρόφου της, που εκείνη τη στιγμή άφηνε την τελευταία του πνοή, και του φώναξε με όλη της τη δύναμη:
«Για πάντα μαζί, αγαπημένε μου!»
Ύστερα τα τύλιξε όλα το σκοτάδι!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος