Δεν είμαι άνθρωπος εγώ! Όχι, σίγουρα δεν είμαι. Εσύ είσαι;
Είμαι καθισμένος στην κεντρική πλατεία της πόλης μου. Φορώ δύο ζευγάρια κάλτσες, δύο παντελόνια, δύο πουκάμισα, δύο πουλόβερ, ένα χοντρό μπουφάν. Τα ρούχα μου τα έδωσαν στο φιλόπτωχο της ενορίας, εκεί που κάθε μεσημέρι πηγαίνω και τρώω.
Είμαι τυλιγμένος και με μια κουβέρτα. Κατάσαρκα στο στήθος και στην πλάτη έχω βάλει εφημερίδες, από αυτές που μοιράζουν δωρεάν για να διαβάζουμε τις διαφημίσεις.
Το θερμόμετρο του φαρμακείου δείχνει τρεις (-3) βαθμούς κάτω από το μηδέν. Το αεράκι διαπερνά τα ρούχα, αλλά ευτυχώς σταματάει στις εφημερίδες. Η μύτη μου στάζει, τα μάτια μου δακρύζουν, το σαγόνι μου τρέμει λίγο. Σκέφτομαι τη νύχτα που έρχεται. Η θερμοκρασία θα πέσει κι’ άλλο…
Βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω άστεγος… Είχα ένα μικρομάγαζο… έκλεισε… ούτε καραμέλες δεν έπαιρναν τα παιδιά… Δούλεψα σε αρτοποιείο… ανειδίκευτος σε μηχανουργείο… σε οικοδομή.. σε πιτσαρία… σε γραφείο κηδειών… απολύθηκα…
Τέλειωσε και το επίδομα. Δεν έβρισκα άλλη δουλειά. Ήρθε η τράπεζα και ζήτησε τα λεφτά της… Στο δρόμο γεμάτος ντροπή, μακριά από τα μάτια των δικών μου… Έξωση… Ούτε φαγητό… Αλήθεια τι έκανα και βρέθηκα εδώ;
Μπροστά μου άρχισε να περνάει η πορεία. Ναι, είναι οι σύντροφοι… Θέλω να πάω μαζί τους, αλλά… Τα ρούχα μου είναι λερωμένα… Είμαι αξύριστος, άλουστος, μπορεί να μυρίζω και λίγο… Έχω και την κουβέρτα… Κάνω να σηκωθώ και ξανακάθομαι. Τα πόδια μυρμηγκιάζουν, χιλιάδες βελόνες μπήγονται στις πατούσες… Η πορεία περνάει με ρυθμικά συνθήματα, ούτε που με κοιτάζουν… Ίσως νομίζουν πως είμαι πρεζόνι…
Σε λίγο πρέπει να είμαι στην ενορία για φαγητό, μετά τις δώδεκα δεν δίνουν… Η πορεία πέρασε, το σύνθημα «την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία» αντηχεί έντονα στα αυτιά μου. Πιο κάτω θα διαλυθούν, και οι σύντροφοι θα φύγουν για τα σπίτια τους… Τους ζηλεύω…
Είμαστε είκοσι χιλιάδες άστεγοι, παγωμένοι και πεινασμένοι… Θα γεμίζαμε το Σύνταγμα… Είκοσι χιλιάδες σε παράταξη τυλιγμένοι στις κουβέρτες… Θα μας κινηματογραφούσε το BBC, το CNN, το Reuters… Θα κάναμε το γύρω του κόσμου…
Σύντροφοι, λέω μέσα μου, μια και είμαι οπορτουνιστής και λαϊκιστής ανοίξτε τη μεγάλη αίθουσα των συνεδρίων, να μπούμε καμιά χιλιάδα μέσα να ζεσταθούμε… Μην ανάψτε καλοριφέρ, μη κάνετε τίποτα… και το πρωί θα φύγουμε ήσυχα…
Κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου, πάνω στις βελόνες και αργά τράβηξα για την Εκκλησία που μοιράζουν φαγητό. Ψιθύρισα… Τα κόμματα, σχεδόν όλα, τα ξέρουμε, μας έφεραν εδώ. Ένα κόμμα προστασίας, θέλαμε, τίποτα άλλο, μόνο αυτό…