Τρία χρόνια χωρίς την τρυφερότητα του Αγγελου Δεληβορριά

Τρίτη, 27 Απρίλιος 2021 17:09 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τρία χρόνια χωρίς την τρυφερότητα του Αγγελου Δεληβορριά

της Μαργαρίτας Πουρναρά

Είναι περίεργο πως με το πέρασμα του χρόνου κατασταλάζει τι σου λείπει περισσότερο από έναν άνθρωπο που «έφυγε». Κάθε φορά που αναλογίζομαι τον Αγγελο Δεληβορριά, που μας αποχαιρέτισε ακριβώς πριν από τρία χρόνια, νιώθω το χέρι του στον ώμο μου. Οπως ακριβώς έκανε όταν έμπαινα στο Μπενάκη για μια συνέντευξη Τύπου και με καλωσόριζε στην πόρτα. Υστερα με έπιανε αγκαζέ και μου έλεγε με το γνωστό συνωμοτικό του ύφος για την προετοιμασία κάποιας έκθεσης: «Δεν φαντάζεσαι: δεν είναι μουσείο εδώ μέσα, τρελοκομείο είναι!». Εχω αποθυμήσει λοιπόν περισσότερο τη ζεστασιά, τον αυθορμητισμό, τα παροδικά νεύρα του που τον έκαναν να κοκκινίζει ώς τον λαιμό προτού ανάψει ένα slim τσιγάρο και ηρεμήσει με την πρώτη τολύπα καπνού.

Και επειδή όλα όσα αφορούν τα επιστημονικά και διοικητικά του χαρίσματα έχουν ειπωθεί, σκέφτηκα ότι αντί για ακόμη ένα πνευματικό μνημόσυνο, του αξίζει ένα αμιγώς ανθρώπινο. Ο παλιός αρχιφύλακας του μουσείου, Δημήτρης Δημητρίου, που συνταξιοδοτήθηκε λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Αγγελου, ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για μια τέτοια αναδρομή. Τον είχε ζήσει άλλωστε 38 συναπτά χρόνια και, όπως λέει, υπήρξε εκείνη η προσωπικότητα που πραγματικά του άλλαξε τη ζωή: «Τον πρωτογνώρισα το 1980 στα 21 μου χρόνια. Ημουν ένα επαρχιωτόπουλο από τη Μακρακώμη Φθιώτιδας, που είχε τελειώσει το γυμνάσιο και τις στρατιωτικές υποχρεώσεις, δίχως στόχευση και προσανατολισμό. Από έναν συντοπίτη έμαθα ότι έψαχναν νυχτοφύλακα στο Μουσείο Μπενάκη της Κουμπάρη. Με ένα πουκάμισο και ένα παντελόνι, κατέβηκα Αθήνα».

«Τον συναντούσα το ξημέρωμα, διότι ερχόταν αχάραγα στο μουσείο και ύστερα πάλι το απόγευμα. Τότε οι φύλακες ετοίμαζαν τον καφέ του, ελληνικό με ολίγη, σε διπλή κούπα. Ενα σούρουπο όταν τον σέρβιρα, με κοίταξε στα μάτια και με ρώτησε: “Δε μου λες, παιδί μου, όταν φεύγεις από δω μέσα τι άλλο κάνεις;”. Του απάντησα ότι προσπαθώ να μάθω κιθάρα και ότι βοηθώ την αδελφή μου σε ένα μαγαζάκι. “Εχεις τελειώσει γυμνάσιο. Γιατί δεν σκέφτεσαι να πάρεις ένα χαρτί να ξεστραβωθείς;” συνέχισε εκείνος. Και εγώ με το θράσος της ηλικίας απάντησα: “Και τι να το κάνω; Να το βάλω σε κορνίζα; Οι μισοί ταξιτζήδες έχουν πτυχίο”. Μόλις είχε βγει το ΠΑΣΟΚ το 1981 και όλοι, ανάμεσά τους και εγώ, είχαν επηρεαστεί από την προσδοκία της ευκολίας. Σταμάτησε για λίγο και σχολίασε. “Κατάλαβα… Ενδιαφέρεσαι μόνον για τον μπεζαχτά, έτσι έλεγαν οι μπακάληδες το συρτάρι που έβαζαν τα λεφτά. Αν εγώ πληρωνόμουν τις ώρες που έχω περάσει στο μουσείο, τότε να ξέρεις ότι το μισό Κολωνάκι θα ήταν δικό μου”, μου είπε και έκλεισε την κουβέντα».

103300 230102

Ο Δημήτρης Δημητρίου συνεχίζει: «Με επηρέασαν τα λόγια του. Εκανα πολλές ημέρες να κοιμηθώ. Σιγά σιγά αποφάσισα να επισκεφτώ όλα τα μουσεία της Αθήνας. Υστερα άρχισα να ξεφυλλίζω όλα τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μπενάκη. Το ίδιο έκανα και με αυτά που έστελναν στον διευθυντή που είχε στο μεταξύ καταλάβει τη σταδιακή μεταστροφή μου. Μάλιστα είχε αρχίσει να μου χαρίζει και ο ίδιος εκδόσεις. Μετά παρακολουθούσα όλες τις ξεναγήσεις που γίνονταν στις αίθουσες. Μια μέρα, μετά από καιρό, με ξανακοίταξε με το γνωστό του ύφος και μου είπε: “Μόνον ο άνθρωπος που τον ξύνει κάτι μέσα του, που έχει περιέργεια και θέληση για μάθηση, πάει μπροστά”. Δούλεψα πλάι του τέσσερις δεκαετίες και τον θαύμαζα κάθε μέρα και πιο πολύ. Ενδιαφερόταν για την οικογένειά μου, τον γιο μου που σήμερα είναι διδάκτωρ του Παντείου. Με έναν τρόπο το οφείλω σε εκείνον. Και κάθε φορά που με πιάνει ηττοπάθεια, που ξυπνάει μέσα μου ο φοβισμένος επαρχιώτης, ακόμα και σήμερα που ο Αγγελος Δεληβορριάς δεν είναι πια στη ζωή, είναι σαν να επιστρέφει και να με καθοδηγεί προς την καλύτερη πλευρά του εαυτού μου». Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland