Το τσεμπέρι και το πηγάδι

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 25 Σεπτέμβριος 2020 11:41 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Το τσεμπέρι και το πηγάδι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή κοπέλα. Ζούσε με τη μάνα της σε ένα χωριό. Ήθελε να αποκτήσουν λεφτά. Δύσκολα τα βγάζανε πέρα. Ύφαιναν κιλίμια στον αργαλειό. Τα πουλούσαν για να ζήσουν. Μέρα-νύχτα δουλειά. Τις Κυριακές μόνο σήκωναν κεφάλι.
Στον αργαλειό είχε υφάνει η κοπέλα ένα τσεμπέρι. Της άρεσε πολύ. Το φορούσε και καμάρωνε. Ήταν μεταξωτό κι είχε το χρώμα του ουρανού.  

Ένα μεσημέρι η κοπέλα πήγε στο πηγάδι να κουβαλήσει νερό για τη λάτρα του σπιτιού. Έσκυψε πάνω από το πηγάδι για να ρίξει τον κουβά. Της λύνεται το τσεμπέρι. Της πέφτει στο νερό. Πώς να το πιάσει; Στάθηκε πάνω από το πηγάδι κι έκλαιγε. Τα δάκρυά της έπεφταν βροχή μέσα στο νερό.

Ξάφνου ακούει μια φωνή να λέει: «Ε, εσύ! Με έκανες μούσκεμα!» Σκύβει και τι να ιδεί; Μέσα στο πηγάδι ένα ξωτικό ανέβαινε πέτρα την πέτρα για να φτάσει στο φιλιατρό. Στο λαιμό του φορούσε το τσεμπέρι της. Μόλις έφτασε στο φιλιατρό, κοίταξε την κοπέλα.

«Αυτό που έχεις στο λαιμό σου είναι δικό μου!» φώναξε αυτή. «Το βρήκα στο πηγάδι, που είναι το σπίτι μου», είπε το ξωτικό. «Μου έπεσε!» είπε η κοπέλα. «Θα στο δώσω, αν μου δώσεις αυτό που θέλω», λέει το ξωτικό. «Τι μπορώ εγώ να σου δώσω;» λέει το κορίτσι. «Θέλω ένα μεταξωτό πέπλο», απαντάει το ξωτικό. «Μα χρειάζομαι μεταξοσκώληκες, για να φτιάξουν το μετάξι». «Έλα να με βρεις, όταν θα το έχεις», είπε το ξωτικό και βούτηξε στο πηγάδι.

Η κοπέλα έτρεξε στο σπίτι της. Λέει στη μάνα της: «Χρειάζομαι αβγά μεταξοσκώληκα!» «Στο διπλανό χωριό ένας νέος πουλάει. Τι τα θες;» ρώτησε η μάνα της. Η κοπέλα δεν αποκρίθηκε. Έφυγε για το διπλανό χωριό.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και έφτασε. Χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε ένα παλικάρι. «Τι ζητάς;» τη ρώτησε. «Θέλω αβγά μεταξοσκώληκα!» είπε εκείνη. «Έχω, αλλά κοστίζουν. Έχεις χρήματα;» ρώτησε το παλικάρι. Η κοπέλα του έδειξε όσα είχε. «Αυτά δε φτάνουν. Μα θα τα βρούμε με την πληρωμή!»

Το παλικάρι μπήκε στο σπίτι του. Γύρισε με ένα κουτί και είπε: «Έχει μέσα μεταξόσπορους. Όταν σκάσουν τα αβγά, για να τραφούν οι κάμπιες θέλουν φύλλα μουριάς. Έτσι θα φτιάξεις μεταξοκλωστή». «Που θα βρω φύλλα μουριάς;» «Έχω εγώ μουριές! Θα μαζέψουμε τα φύλλα μαζί. Για τη δουλειά, που θα κάνω, θέλω να μου φτιάξεις ένα μεταξωτό μαύρο πουκάμισο», είπε αυτός. Η κοπέλα δέχτηκε.

Δύο μέρες μάζευαν τα φύλλα. Όταν τελείωσαν το παλικάρι τα φόρτωσε σε ένα κάρο. Είπε: «Θα στα φέρω αύριο στο σπίτι σου». Η κοπέλα γύρισε στο σπίτι της. Έβγαλε από το κουτί τα αβγά. Τα έβαλε πάνω σε ψάθες, που άπλωσε πάνω σε ξύλινες τάβλες, σε ένα σκιερό δωμάτιο. Άνοιξε το παράθυρο για να  μπαίνει αέρας μέσα.

«Πρέπει να περάσουν τριάντα μέρες για να μεγαλώσουν οι κάμπιες και άλλες δώδεκα για να πλέξουν το κουκούλι», είπε η μάνα της. «Θεέ μου! Τι υπομονή χρειάζεται!» είπε το κορίτσι.

Την άλλη μέρα το παλικάρι της έφερε τα φύλλα. Τα έστρωσαν στις τάβλες. Σε λίγο θα έβγαιναν οι κάμπιες. «Μόλις τα φάνε, θα βάλλεις άλλα φύλλα. Σε τριάντα μέρες θα χρειαστείς και κλαδιά λυγαριάς. Σε αυτά πλέκουν το κουκούλι τους για δώδεκα μέρες», είπε το παλικάρι. «Που θα βρω λυγαριές;» ρώτησε η κοπέλα. «Έχει στο ποτάμι», είπε αυτός κι έφυγε.

Το κορίτσι δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και πήγε στο ποτάμι. Μάζεψε κλαδιά λυγαριάς. Μετά από τριάντα μέρες έστρωσε τα κλαδιά στις τάβλες. Οι κάμπιες άρχισαν να πλέκουν πάνω σε αυτά το κουκούλι τους. Ξάφνου, ακούει ένα χτύπημα στο παραθύρι. Ήταν το παλικάρι. «Σε δώδεκα μέρες θα έρθω να πάρω τα κουκούλια. Θα τα πάω να φτιάξουν την κλωστή», της λέει.  

Όλα έγιναν όπως είπε το παλικάρι. Πήρε τα κουκούλια και της έφερε την μεταξοκλωστή. Η κοπέλα άρχισε να υφαίνει στον αργαλειό. Σε εφτά μέρες είχε έτοιμο το πέπλο του ξωτικού και το πουκάμισο του παλικαριού. Όταν τελείωσε, πήγε στο πηγάδι. Φώναξε: «Ξωτικό, έφερα το ρούχο σου». «Σε περίμενα!» λέει εκείνο. Πήρε το πέπλο και της έδωσε το τσεμπέρι της.

Μετά η κοπέλα πήγε στο σπίτι του παλικαριού. Είπε: «Ορίστε το πουκάμισό σου!» Αυτός της λέει: «Σε ευχαριστώ!» « «Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυό το πρόσωπο», του είπε η κοπέλα. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου