Η Μυρσίνη, ο Μώρος κι η γειτόνισσα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 06 Νοέμβριος 2020 12:44 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Μυρσίνη, ο Μώρος κι η γειτόνισσα


  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Μυρσίνη. Ζούσε σε ένα χωριό με τη γριά μάνα, τον άντρα και το παιδί της. Ήθελε να έχουν την υγειά τους και να πηγαίνουν όλα καλά στο σπιτικό τους. Για αυτό έκανε πάντα καλές σκέψεις, κρατούσε το στόμα της κλειστό και ήταν καλοπροαίρετη. Έτσι τη συμβούλευε η γριά μάνα της, που είχε την πείρα της ζωής.
  Μια μέρα μια γειτόνισσα πήγε στο σπίτι της να την ιδεί. Ο άντρας της έλειπε στη δουλειά. Η γριά μάνα της Μυρσίνης κάθισε μαζί τους. Ρωτάει η γειτόνισσα τη Μυρσίνη: «Πως περνάς σε τούτο το σπίτι;» «Καλά κι ευλογημένα», αποκρίνεται αυτή. «Τι λες Μυρσίνη μου; Εγώ κακόπαθα εδώ μέσα. Όλα στραβά μου πήγαν. Τι αρρώστιες, τι βάσανα!» της λέει η γειτόνισσα. «Τι βάσανα;» ρωτά η Μυρσίνη. Παρουσιαζόταν ο Μώρος τη νύχτα και δε με άφηνε να κοιμηθώ. Έλεγα του άντρα μου να διώξει το Μώρο. Μα εκείνος δεν τον έβλεπε. Κόντευα να τρελαθώ. Πόσες φορές γλιστρούσα κι έπεφτα μες το σπίτι. Μια φορά πήρε φωτιά η κουζίνα. Παραλίγο να καώ. Ήθελα να τον ακολουθήσω να δω που κρύβεται. Μα ο Μώρος άξαφνα χανόταν», είπε η γειτόνισσα. Της λέει η γριά: «Σώπα γειτόνισσα! Μη λες τέτοια πράγματα».  
  Η Μυρσίνη άκουγε τη γειτόνισσα. Μα δε μιλούσε. Τι να πει; Τον έβλεπε κι αυτή το Μώρο. Μα το κρατούσε μυστικό. Δεν ήθελε να χαλάσει την ησυχία του σπιτιού της. Δεν το έλεγε ούτε στον άντρα της. Η γριά μάνα της ήταν αλαφροΐσκιωτη. Ήξερε για το Μώρο. Πίστευε ότι δε θα τους κάνει κακό, αν δεν τον πειράξουν.
  Της λέει η γριά: «Να σε τρατάρω κάτι γειτόνισσα;» Της έβαλε ένα αμυγδαλωτό. Τρώει η γειτόνισσα το γλυκό. Κάθεται μια μπουκιά στο λαιμό της. Παραλίγο να πνιγεί. Η Μυρσίνη της έδωσε νερό. Ήπιε και συνήλθε. «Είσαι καλά;» τη ρωτάει η Μυρσίνη. «Δεν είναι τίποτα. Στραβοκατάπια», λέει η άλλη. Τότε φάνηκε ο Μώρος στην πόρτα της σάλας. Η γειτόνισσα, σαν τον είδε, άλλαξε δέκα χρώματα. Φοβήθηκε. Άρχισε να φωνάζει: «Ο Μώρος! Δεν τον βλέπετε χριστιανές μου; Στέκεται στην πόρτα. Μας κοιτάει». Της λέει η Μυρσίνη. «Ησύχασε! Δεν είναι κανείς». Η ίδια έβλεπε το Μώρο. Μόνο δεν ήθελε να το πει. Τον θεωρούσε καλό πνεύμα του σπιτιού σε αντίθεση με τη γειτόνισσα.
  Η γειτόνισσα σηκώθηκε να φύγει. «Δε μένω, λεπτό εδώ μέσα», είπε.  «Στάσου να σε ξεπροβοδίσω», της λέει η γριά. Πάει η γειτόνισσα να κατέβει τη σκάλα, της δίνει μια σπρωξιά ο Μώρος κατρακύλησε τα σκαλοπάτια όλα.  «Βοήθεια! Με σκοτώνουν», φώναξε.
  Εκείνη την ώρα γύριζε ο άντρας της Μυρσίνης από τη δουλειά. Ανοίγει την εξώπορτα. Βλέπει τη γειτόνισσα χάμω να φωνάζει. «Ποιος σε σκοτώνει; Τι έπαθες;» τη ρωτάει. Λέει αυτή: «Με έσπρωξε ο Μώρος. Βοήθεια, κυρ-Γιάννη! Εδώ ήταν. Τον είδα με τα μάτια μου».
  Ο Γιάννης κοίταξε τη γυναίκα του και είπε: «Μέγας είσαι Κύριε!  Ποιος είναι ο Μώρος; Μυρσίνη τι έγινε;»  «Δεν είδα τίποτα, Γιάννη μου! Μόνη της θα γλίστρησε. Είναι τα σκαλοπάτια απότομα τα μαγκούφικα», λέει η Μυρσίνη. «Είναι παλιό το σπίτι. Στριφογυριστή κι η σκάλα. Θέλει προσοχή!» λέει κι η πεθερά του. «Άντε γειτόνισσα! Τα έχεις χάσει, μου φαίνεται. Μήπως σε κουράζει εκείνος ο άντρας σου; Θα του πω να σε προσέχει», της λέει ο Γιάννης.
  Η γειτόνισσα άρχισε να πιστεύει ότι δεν είναι στα καλά της. Σηκώθηκε. Είχε πανιάσει από την ταραχή της. Βγήκε έξω κούτσα-κούτσα. Δεν ξαναπάτησε το πόδι της στο σπίτι της Μυρσίνης. Ούτε της ξαναμίλησε. Έκοψε την καλημέρα και με τη γριά μάνα της κοπέλας.
  Η Μυρσίνη με τον άντρα της συνέχισαν να μένουν εκεί. Όλα τους πήγαιναν καλά. Είχαν την υγειά τους. Έκαναν κι άλλο παιδί. Απέκτησαν πλούτη. Η γριά μάνα της φρόντιζε το Μώρο. Πάντα έβαζε ένα πιάτο κι ένα ποτήρι στο τραπέζι για αυτόν, όταν έλειπε ο Γιάννης. Του μιλούσε… Του έκανε παρέα… Ποτέ δεν το αποπήρε. Έτσι ο Μώρος έφερνε πάντα καλοτυχία και χαρές στο σπιτικό τους. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Δήμητρα Μπουμποπούλου