Λακε-Δαιμονικά: Ο Σαβανωμένος των Κόκκινων Λουριών

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Παρασκευή, 16 Οκτώβριος 2026 12:43 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λακε-Δαιμονικά: Ο Σαβανωμένος των Κόκκινων Λουριών

Στα Κόκκινα Λουριά, εκεί όπου οι πλαγιές της λακωνικής γης υψώνονται σε αλλεπάλληλες ράχες και ο Σμήνος κυλά ανάμεσα σε βραχώδεις όχθες και πυκνή βλάστηση, η ιστορία του τόπου έχει γραφτεί με μελάνια αιώνων. Στα παλιά έγγραφα το χωριό εμφανίζεται με ονόματα που ξενίζουν το σημερινό αυτί, Cochina Luvria και Cochina Curia, ενώ η προφορική μνήμη διασώζει για την ονομασία του δύο εξηγήσεις, καθεμία με τη δική της αλήθεια και τη δική της σκιά. Άλλοι λένε πως τα λουριά ήταν οι κοκκινόχωμες πεζούλες όπου οι πρώτοι κάτοικοι έστησαν τα σπίτια και τις καλλιέργειές τους, όταν εγκατέλειψαν τα παλιότερα Γουλιάνικα και εγκαταστάθηκαν εδώ, μετά τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Άλλοι, πάλι, επιμένουν πως το κόκκινο δεν το έδωσε το χώμα, αλλά το αίμα που πότισε τις λωρίδες της γης σε μια παλιά σύγκρουση, όταν οι άνθρωποι έσκισαν τα ρούχα τους για να δέσουν τις πληγές των τραυματισμένων συγχωριανών τους. Ανάμεσα στις δύο εκδοχές δεν υπάρχει τρόπος να αποφασίσει κανείς με βεβαιότητα. Το τοπωνύμιο, ωστόσο, διατήρησε μέσα του και τις δύο, τη γεωγραφία της καθημερινής ζωής και την ανάμνηση της βίας που κάποτε τη διέκοψε.

Η περιοχή των Μπαρδουνοχωρίων, στα βόρεια όρια της Μάνης, γνώρισε επί αιώνες τις μεταβολές των συνόρων, των εξουσιών και των πληθυσμών. Το κάστρο της Μπαρδούνιας, κοντά στον Σμήνο, δέσποζε σ’ έναν τόπο όπου η γεωγραφία είχε από μόνη της στρατιωτική σημασία, καθώς το ποτάμι και οι ορεινοί δρόμοι καθόριζαν τις διελεύσεις προς τη Μάνη και την ενδοχώρα. Μετά το 1715, όταν η Πελοπόννησος πέρασε και πάλι στην οθωμανική κυριαρχία, η περιοχή μεταβλήθηκε σε ισχυρό στρατιωτικό προγεφύρωμα, με την εγκατάσταση Τουρκαλβανών και την ενίσχυση των οχυρώσεων. Τα χωριά της έμαθαν να ζουν με την επιφυλακή, να μετρούν τις αποστάσεις μέχρι τον επόμενο οικισμό και να γνωρίζουν ποιος δρόμος ήταν ασφαλής μετά τη δύση του ήλιου. Σε τέτοια μέρη, όπου η νύχτα μπορούσε να κρύβει έναν ένοπλο εχθρό ή έναν διαβάτη που είχε χάσει τον δρόμο του, ο φόβος παραμόνευε σε κάθε επόμενη στροφή. Μια και όταν οι κίνδυνοι υποχωρούσαν, οι ιστορίες που τους γέννησε συνέχιζαν να πυροδοτούν τη φαντασία.

Ο Στεφανής Ρογκάκος γνώριζε καλά τους δρόμους της περιοχής και τις ιδιοτροπίες της νύχτας. Δεν ήταν άνθρωπος που θα τρόμαζε με την παραμικρή κίνηση των θάμνων, ούτε ήταν από εκείνους που έβλεπαν σημάδια σε κάθε ανεξήγητο συμβάν. Η ζωή στο χωριό απαιτούσε γερά νεύρα, πρακτικό μυαλό και μια εξοικείωση με τις δυσκολίες που δεν άφηνε πολλά περιθώρια για άσκοπες φοβίες. Είχε τις δουλειές του, τις έγνοιες του, το ζώο του, τις διαδρομές που έκανε ξανά και ξανά, κι ένα σπίτι που τον περίμενε στο τέλος κάθε ημέρας. Τίποτε δεν προμήνυε πως η επιστροφή του εκείνη τη νύχτα θα γινόταν η τελευταία συνηθισμένη ανάμνηση της ζωής του.

Προχωρούσε κρατώντας το ζώο από το χαλινάρι, ακολουθώντας τον δρόμο προς το χωριό, όταν αντιλήφθηκε μια ανθρώπινη μορφή λίγο πιο μπροστά του. Το σκοτάδι δεν επέτρεπε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της, όμως η όψη της ξεχώριζε από το περιβάλλον με μια παράξενη καθαρότητα. Ήταν τυλιγμένη σε λευκό ύφασμα, από εκείνα που οι ζωντανοί προορίζουν για τους νεκρούς, κι έμοιαζε να προχωρεί χωρίς βιασύνη, δίχως να γυρίζει να κοιτάξει ποιος ακολουθούσε. Δεν φαινόταν να κουβαλά φανάρι, ούτε ν’ αναζητεί τον δρόμο της με την αβεβαιότητα ενός ανθρώπου που δεν βλέπει καλά. Βάδιζε μπροστά, με μια σχεδόν αφύσικη σιγουριά.

Ο Στεφανής δεν μπορούσε να ξέρει αν η μορφή είχε εμφανιστεί ξαφνικά ή αν βρισκόταν εκεί από ώρα και μόλις τώρα είχε κατορθώσει να την ξεχωρίσει. Το βέβαιο ήταν πως το ζώο του την είδε πριν από εκείνον. Τινάχτηκε απότομα, τράβηξε το κεφάλι του πίσω και, με μια δύναμη που ο άνθρωπος δεν περίμενε, ξέφυγε από το χαλινάρι και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο Στεφανής έμεινε μόνος στον δρόμο. Ή μάλλον, όχι εντελώς μόνος. Η μορφή εξακολουθούσε να βρίσκεται μπροστά του, ακίνητη τώρα, με το λευκό της σάβανο να ξεχωρίζει στη μαυρίλα της νύχτας.

Τότε κατάλαβε πως δεν είχε απέναντί του έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Δεν ήταν η ενδυμασία από μόνη της που τον έκανε να φοβηθεί, ούτε η ώρα, ούτε η ξαφνική φυγή του ζώου. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να κατονομάσει, μια βεβαιότητα που γεννήθηκε μέσα του πριν προλάβει να την εξετάσει με τη λογική. Εκείνο το λευκό σχήμα δεν είχε θέση ανάμεσα στους ζωντανούς. Δεν ανήκε στον δρόμο, στην ώρα, στον κόσμο όπου ο Στεφανής ήξερε να κινείται. Κι όσο περισσότερο προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς έβλεπε, τόσο λιγότερο μπορούσε να εμπιστευτεί τα μάτια του.

Από την άλλη πλευρά του δρόμου εμφανίστηκε τότε ένας βοσκός, χωριανός του, που επέστρεφε κι εκείνος από τις δουλειές του. Ο Στεφανής τον αναγνώρισε και τον φώναξε με όση δύναμη τού είχε απομείνει και με αυτή την απόκοσμη κραυγή που βγάζει ένας άνθρωπος όταν αισθάνεται πως ο κίνδυνος τον έχει ήδη περικυκλώσει, «Αντώνη! Αντώνη! Φτάσε γιατί μ’ έφαγαν!». Ο άλλος δεν είδε τίποτε που να δικαιολογεί τέτοια απόγνωση. Του αποκρίθηκε να κάνει κουράγιο, πως δεν είχε τίποτα, και έσπευσε να τον συναντήσει. Όταν έφτασε κοντά του, ο σαβανωμένος δεν βρισκόταν πια μπροστά τους. Δεν ακούστηκε βήμα ν’ απομακρύνεται, δεν φάνηκε κάποια φιγούρα να χάνεται πίσω από τα δέντρα. Το λευκό σώμα είχε εξαφανιστεί, θαρρείς και εξαϋλώθηκε, αφήνοντας πίσω του έναν άνθρωπο στα μάτια του οποίου υπήρχε πια ένα βλέμμα απόγνωσης, σαν να είχε αντικρίσει μόλις το ίδιο του το τέλος.

Ο Αντώνης συνόδεψε τον Στεφανή ως το σπίτι του και, όταν επιτέλους έφτασαν, ο Στεφανής δεν ήταν σε θέση να διηγηθεί όσα είχαν συμβεί. Μπήκε στο σπίτι του και σωριάστηκε, ανήμπορος να εξηγήσει στους δικούς του τι τον είχε φέρει σε τέτοια κατάσταση, ψέλλισε μόνο «Μ’ έφαγε ο σαβανωμένος». Το σώμα του, που λίγο νωρίτερα τον είχε μεταφέρει στον δρόμο με τη δύναμη της συνήθειας, έμοιαζε τώρα να έχει χάσει κάθε δυνατότητα αντίστασης. Οι οικείοι του κάλεσαν τον παπά, κι εκείνος ήρθε να τον διαβάσει, όπως γίνεται όταν η αρρώστια ή η απόγνωση ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης λογική.

Η ευχή δεν έφερε την ανακούφιση που ήλπιζαν. Την επομένη, τα μάτια του Στεφανή κιτρίνισαν κι η όψη του άλλαξε ανησυχητικά. Δεν συνήλθε ποτέ. Λίγες μέρες μετά άφησε την τελευταία του πνοή.

Η τραγικότητα του θανάτου του Στεφανή ίσως να είναι και ο λόγος που αυτός ο θρύλος επιβίωσε. Σε μια εποχή κατά την οποία ο θάνατος ήταν κάτι το πολύ οικείο στην καθημερινότητα, οι άνθρωποι αναγνώριζαν μεμιάς τα σημάδια του, τις τελευταίες αλλαγές στο πρόσωπο ενός αρρώστου και τη σιωπή που απλωνόταν στο σπίτι όταν οι συγγενείς αποδέχονταν πια πως οι προσευχές τους δεν θα άλλαζαν την έκβαση. Άλλο, ωστόσο, ήταν ο θάνατος που ερχόταν ύστερα από μακρά ασθένεια κι άλλο εκείνος που φαινόταν να έχει προαναγγελθεί μέσα στη νύχτα, από μια μορφή τυλιγμένη σε σάβανο. Ο σαβανωμένος δεν επιτέθηκε στον Στεφανή, δεν του έκλεισε τον δρόμο ούτε έκανε κάποια κίνηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως απειλή. Κι όμως, η συνάντηση μαζί του στάθηκε αρκετή για να ανατρέψει την πορεία της ζωής του, αφήνοντας πίσω της μια αλληλουχία γεγονότων που οι συγχωριανοί του δεν μπορούσαν πια να διαχωρίσουν από το ανεξήγητο θέαμα εκείνης της νύχτας.

Το σάβανο, ένα ύφασμα προορισμένο να τυλίξει τον νεκρό, εμφανίζεται εδώ πριν από τον ίδιο τον θάνατο, σαν να έχει αντιστραφεί η φυσική τάξη των πραγμάτων και να κυκλοφορεί στον κόσμο των ζωντανών ένα αντικείμενο που δεν ανήκει εκεί. Ούτε πρόσωπο διακρίνεται κάτω από το λευκό περίβλημα ούτε γνωρίζουμε ποιος ήταν ο άγνωστος που αντίκρισε ο Στεφανής.  Η μορφή παραμένει δίχως όνομα και προορισμό, κι αυτή ακριβώς η έλλειψη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών τής προσδίδει τη δύναμή της: δεν πρόκειται για έναν νεκρό που επιστρέφει για να ζητήσει εκδίκηση ή να διεκδικήσει κάτι από τους ζωντανούς, αλλά για μια παρουσία που αρκείται να φανεί και να εξαφανιστεί, ένας οιωνός που έκοψε το νήμα της ζωής του Στεφανή αφού πρώτα του έκοψε τον δρόμο.

Ακόμα και η φυγή του ζώου, που προηγείται της κραυγής του αφεντικού του, είναι κακό σημάδι που προμηνύει το μακάβριο που πλησιάζει. Η λαϊκή φαντασία αποδίδει συχνά στα ζώα ένστικτο και την ικανότητα να αντιλαμβάνονται κινδύνους αόρατους στους ανθρώπους, κι εδώ η αντίδρασή του αποκτά τη σημασία μιας προειδοποίησης που ο Στεφανής δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει εγκαίρως. Ο Αντώνης, αντίθετα, πλησιάζει όταν ακούει τη φωνή του χωριανού του, μα δεν βλέπει τίποτε από όσα τον έχουν τρομοκρατήσει. Η παρουσία του προσφέρει στον Στεφανή μια πρόσκαιρη ασφάλεια, αρκετή για να φτάσει στο σπίτι του, όχι όμως και για να ανατρέψει όσα ακολούθησαν. Εκεί τον περιμένουν οι δικοί του, καλείται ο παπάς, διαβάζεται η ευχή. Την επομένη, όμως, τα μάτια του κιτρινίζουν και, μέσα σε λίγες ημέρες, πεθαίνει.

Στα Κόκκινα Λουριά, όπου η ίδια η ονομασία του χωριού έχει συνδεθεί τόσο με το χρώμα της γης όσο και με την ανάμνηση παλιών αιματηρών συγκρούσεων, η ιστορία του Στεφανή Ρογκάκου διασώζει έναν διαφορετικό φόβο, πιο προσωπικό και πιο δύσκολο να εξηγηθεί από εκείνον που γεννά ένας πόλεμος ή μια συμφορά. Δεν υπάρχει εχθρός που μπορείς ν’ αντικρίσεις, ούτε πληγή που να μαρτυρά τι συνέβη, υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που επιστρέφει στο σπίτι του και πεθαίνει λίγες ημέρες αφότου συναντά μια μορφή που κανείς άλλος δεν είδε. Κι όταν η ιστορία περνά από στόμα σε στόμα, η απορία δεν αφορά πια μόνο το τι αντίκρισε εκείνη τη νύχτα, αλλά και το πώς μπορεί κανείς να συνεχίσει να ζει αφού έχει δει κάτι που δεν θα έπρεπε, κάτι που παραβίασε τα όρια των κόσμων με ολέθριες συνέπειες για τον δύσμοιρο που συνάντησε στο διάβα του. Μονάχα η κραυγή του επέζησε ακέραιη, σαν να μην την είχε αγγίξει ο χρόνος, σαν να είχε μείνει κρεμασμένη πάνω από τον δρόμο εκείνον, περιμένοντας να τη συναντήσει κάποιος άλλος, μια νύχτα δίχως φεγγάρι, όταν τα μονοπάτια θα είχαν αδειάσει και τα σπίτια των Κόκκινων Λουριών θα είχαν κλείσει τις πόρτες τους.  

«Αντώνη! Αντώνη! Φτάσε γιατί μ’ έφαγαν!»

Κανείς δεν ξέρει τι είδε ο Στεφανής Ρογκάκος. Μα η μορφή που αντίκρισε εξακολουθεί να προπορεύεται στη νύχτα, τυλιγμένη στο σάβανο, με το κεφάλι σκυμμένο και τα χέρια κρυμμένα κάτω από το ύφασμα, χαμένος διαβάτης στο μεταίχμιο των δύο κόσμων. Και από κάπου πιο πίσω, ακούγεται ακόμη το αλαφιασμένο ποδοβολητό ενός ζώου που τρέχει να σωθεί. Ο δρόμος μένει άδειος, μα η λευκή μορφή συνεχίζει την περιπλάνησή της.

Κι αν κάποτε, επιστρέφοντας στο χωριό ύστερα από τη δύση του ήλιου, δεις μπροστά σου κάποιον να βαδίζει τυλιγμένο στα λευκά, μην επιταχύνεις το βήμα για να τον προφτάσεις. Μην του ζητήσεις να παραμερίσει για να περάσεις. Και, προπαντός, σε ξορκίζω, μην περιμένεις να γυρίσει να σε κοιτάξει...

Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.

Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα