Λακε-Δαιμονικά: Ο τσαγκάρης βρικόλακας

Λαογραφικά οδοιπορικά της Λακωνίας

Δευτέρα, 19 Οκτώβριος 2026 17:49 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Λακε-Δαιμονικά: Ο τσαγκάρης βρικόλακας

Κάποια χωριά στη Μάνη σε παραπλανούν με μια απρόσμενη γητειά. Στο φως της ημέρας μοιάζουν σχεδόν ν’ αψηφούν όσα έχουν ειπωθεί γι’ αυτά. Οι πέτρες τους λευκαίνουν κάτω από τον ήλιο, οι αυλές γεμίζουν φωνές και το αλάτι της θάλασσας μπερδεύεται με τη μυρωδιά από το θυμάρι και το ξερό χώμα, ενώ οι πύργοι, οι ξερολιθιές και τα παλιά σπίτια στέκουν πεισματικά μέσα στο τοπίο, σαν να μην τους αφορά τίποτε από όσα ψιθυρίζουν οι άνθρωποι όταν βραδιάζει. Στη Μάνη οι ιστορίες δεν χρειάζονται πολλά για να πάρουν σάρκα και οστά. Αρκεί μια πόρτα που έμεινε ανοιχτή τη λάθος ώρα, ένα σπίτι όπου κανείς δεν κατοικεί πια, ένας αρχαίος τάφος που δεν έπρεπε ν’ ανασκαφεί και, κυρίως, ένας νεκρός για τον οποίο οι ζωντανοί έχουν λόγο να πιστεύουν πως δεν βολεύτηκε ακόμη κάτω από το χώμα. Κάτι τέτοιες ιστορίες είναι που κάνουν έναν τόπο να μεταμορφώνεται όταν πέσει η νύχτα, γιατί τότε η πέτρα δεν είναι μόνο πέτρα, το σπίτι δεν είναι μόνο σπίτι και ο δρόμος που γνωρίζεις τόσο καλά μπορεί ξαφνικά να μοιάζει λίγο μακρύτερος απ’ ό,τι το πρωί.

Τον συγκεκριμένο θρύλο τον άκουσα ένα απόγευμα, σ’ ένα χωριό της Μάνης, από έναν άνθρωπο που δεν είχε κανέναν λόγο να προσποιείται πως πιστεύει στα στοιχειά. Καθόμασταν έξω από ένα παλιό καφενείο, εκεί όπου η σκιά άρχιζε σιγά σιγά ν’ ανεβαίνει στις μάντρες και ο ήλιος χαμήλωνε πίσω από τους γυμνούς λόφους, αφήνοντας στις πέτρες εκείνη τη χάλκινη απόχρωση που κάνει τη Μάνη να μοιάζει ζωντανή χαλκογραφία. Είχαμε μιλήσει για τα συνηθισμένα, για τον καιρό, για το καλοκαίρι, για τα σπίτια που αδειάζουν τον χειμώνα, κι εγώ είχα ήδη βγάλει τη φωτογραφική μηχανή από την τσάντα μου όταν ο ηλικιωμένος απέναντί μου έσκυψε λίγο προς το μέρος μου και χαμήλωσε τη φωνή του, σαν να μην ήθελε ν’ ακουστεί παραπέρα αυτό που θα ξεστόμιζε.

«Ξέρεις πως παλιά εδώ γύριζε ένας πεθαμένος στο σπίτι του κάθε βράδυ;» με ρώτησε.

Σήκωσα αστραπιαία το βλέμμα μου από τη μηχανή.

«Πεθαμένος;»

«Πεθαμένος», μου είπε και χαμογέλασε. «Είχε πεθάνει κανονικά, τον είχαν θάψει κανονικά, μόνο που τη νύχτα δεν έμενε στον τάφο του».

«Και πού πήγαινε;»

Έριξε μια ματιά προς τα σπίτια απέναντι, σαν να προσπαθούσε να ξεχωρίσει μέσα τους εκείνο που είχε χαθεί πριν από τόσα χρόνια. «Στο σπίτι του. Πού αλλού; Κι εκεί καθόταν και δούλευε».

Γέλασα στην ιδέα πως κάποιος, ακόμη και στον θάνατό του, είχε επιλέξει να συνεχίσει να δουλεύει.

«Δηλαδή, δεν του έφτανε που πέθανε; συνέχισα πειράζοντάς τον. Έπρεπε να πηγαίνει και στη δουλειά;»

«Κι αυτό δεν ήταν το πιο παράξενο. Το πιο παράξενο ήταν πως κανείς δεν κατάλαβε ότι είχε βρικολακιάσει μέχρι που…». Αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν παπουτσής, ένας απλός άνθρωπος της εποχής που η ζωή του δεν είχε τίποτε το ασυνήθιστο. Δούλευε με τα χέρια του, όπως τόσοι άλλοι στη Μάνη, και είχε το μικρό του εργαστήριο στο σπίτι, έναν χώρο που μύριζε δέρμα, κόλλα και ξύλο, όπου πάνω στον πάγκο ήταν τακτοποιημένα τα εργαλεία του και κρεμόντουσαν από τους τοίχους λουριά, σόλες και κομμάτια δέρματος που περίμεναν τη σειρά τους. Ήταν από εκείνους τους τεχνίτες που μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους ένα παλιό, διαλυμένο παπούτσι και να το ξανακάνουν καινούργιο. Το μάτι του έβλεπε πού είχε ανοίξει η ραφή, πού είχε φθαρεί η σόλα, πού χρειαζόταν ενίσχυση και πού μπορούσε ακόμη να σωθεί κάτι που οι άλλοι θα πετούσαν. Όταν πέθανε, το εργαστήριο έμεινε κλειστό και τα εργαλεία του έμειναν στη θέση τους, όπως συμβαίνει συνήθως με τα πράγματα των νεκρών: κανείς δεν βιάζεται να τ’ αγγίξει, επειδή για κάποιο διάστημα μοιάζουν να κρατούν ακόμη επάνω τους το άγγιγμα εκείνου που τα χρησιμοποιούσε.

Μόνο που, λίγες ημέρες μετά την ταφή του, η γυναίκα του άρχισε να ακούει τα βράδια θορύβους μέσα στο κλειστό εργαστήριο. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν ο αέρας, κάποιο ποντίκι, ίσως ένα ξύλο που είχε σαπίσει και μετακινήθηκε από την υγρασία. Ύστερα όμως άκουσε κάτι που αναγνώρισε αμέσως και που δεν μπορούσε να το αποδώσει σε καμία τυχαία αιτία: το γνώριμο, ρυθμικό χτύπημα του σφυριού πάνω στο ξύλο. Εκείνος ο ήχος είχε συνοδεύσει τη ζωή της για χρόνια και τον γνώριζε τόσο καλά, ώστε ακόμη και μέσα στον ύπνο της θα μπορούσε να καταλάβει αν ήταν ο άντρας της που δούλευε. Δεν άνοιξε την πόρτα. Δεν βγήκε να δει. Έμεινε ξαπλωμένη και άκουγε, με το σώμα της ακίνητο και την ανάσα της κομμένη, καθώς από το διπλανό δωμάτιο ερχόταν ο ήχος μιας δουλειάς που, κατά τα φαινόμενα, είχε μείνει στη μέση όταν ο παπουτσής πέθανε.

Και δεν ήταν μία φορά. Κάθε νύχτα, εκτός από το Σάββατο, ο νεκρός έβγαινε από τον τάφο του και επέστρεφε στο σπίτι. Έμπαινε στο παλιό του εργαστήριο και συνέχιζε τη δουλειά που ήξερε καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο. Έραβε παπούτσια μέσα στο σκοτάδι, ακουμπισμένος πάνω στον ίδιο πάγκο, χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία που είχε αφήσει πίσω του όταν τον πήραν για να τον θάψουν. Κι ύστερα, πριν ξημερώσει, έφευγε ξανά, χωρίς ν’ αφήνει πίσω του τίποτε που να μπορούσε να εξηγήσει σ’ έναν ζωντανό τι είχε συμβεί. Η γυναίκα του άκουγε τους ήχους και σώπαινε, οι γείτονες άκουγαν κι αυτοί, όμως όσο κανείς δεν ήθελε πραγματικά να δώσει όνομα σε αυτό που συνέβαινε, το χωριό μπορούσε να συνεχίσει τη ζωή του σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Ώσπου η γυναίκα του έπιασε παιδί.

Τότε η σιωπή έσπασε και όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσαν ν’ αποδοθούν στη φαντασία έγιναν αφορμή για καχυποψία και κατηγορία. Οι χωριανοί την κατηγόρησαν πως ατίμασε τον άντρα της, πως είχε μπλέξει με άλλον άνθρωπο και τώρα προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το όνομα ενός νεκρού. Εκείνη όμως επέμενε πως το παιδί ήταν του άντρα της. Δεν έλεγε «ήταν του» με την έννοια εκείνου που είχε πεθάνει και της είχε αφήσει ένα τελευταίο σημάδι πριν φύγει. Το έλεγε με την κυριολεκτική σημασία, σαν να γνώριζε κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούσαν. Και τότε, σύμφωνα με την παράδοση, οι άνθρωποι του χωριού κατάλαβαν όσα δεν ήθελαν ως εκείνη τη στιγμή να καταλάβουν. Αν η γυναίκα έλεγε την αλήθεια, τότε ο παπουτσής δεν ήταν απλώς νεκρός. Είχε επιστρέψει.

Αποφάσισαν ν’ ανοίξουν τον τάφο του το Σάββατο το πρωί, γιατί γνώριζαν, απ’ όσα έλεγαν οι παλιοί, πως η ημέρα εκείνη αφαιρούσε από τον βρικόλακα τη δύναμή του. Τις άλλες νύχτες μπορούσε να σηκωθεί από τον τάφο και να περιπλανηθεί, όμως το Σάββατο η γη τον κρατούσε δέσμιο. Γι’ αυτό και πήγαν νωρίς, πριν προλάβει ν’ αλλάξει η ημέρα, πριν το φως γίνει δυνατό και πριν κάποιος από αυτούς προλάβει να μετανοήσει για την απόφασή του. Άνοιξαν τον τάφο και αντίκρισαν κάτι πρωτόγνωρο: τον νεκρό καθισμένο μέσα στο μνήμα του, όχι ξαπλωμένο όπως θα περίμεναν, αλλά σκυμμένο πάνω από ένα παπούτσι, να περνά την κλωστή μέσα από το δέρμα και να συνεχίζει τη δουλειά του σαν να είχε απλώς αποσυρθεί για λίγο από τον κόσμο των ζωντανών. Δεν έμοιαζε να φοβάται. Περισσότερο έμοιαζε ενοχλημένος που κάποιοι μπήκαν στο εργαστήρι του χωρίς να χτυπήσουν την πόρτα.

«Πού το μάθατε πως είμαι βρικόλακας;» τους ρώτησε. Κανείς δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει, μέχρι που ένας από τους χωριανούς έδειξε προς έναν νέο που στεκόταν λίγο πιο πίσω. Ήταν κάποτε γερός και εύρωστος, από εκείνους που τους έβλεπες να δουλεύουν όλη μέρα χωρίς να δείχνουν κούραση, όμως μέσα σ’ έναν μήνα είχε γίνει αγνώριστος. Το πρόσωπό του είχε κιτρινίσει, το σώμα του είχε αδυνατίσει και πάνω του δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτε από τη δύναμη που είχε μέχρι πρόσφατα. Οι άνθρωποι του χωριού τον είχαν δει να σβήνει μπροστά στα μάτια τους και τώρα, έχοντας μπροστά τους τον νεκρό, άρχισαν να καταλαβαίνουν από πού ερχόταν εκείνη η αρρώστια που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Ο βρικόλακας τον κοίταξε για λίγο και ύστερα τον έφτυσε, τόσο απότομα, ώστε η ρουχάλα έπεσε πάνω στην καπότα του νέου και έκαψε το ύφασμα, αφήνοντας ένα μαύρο σημάδι. Δεν μπόρεσε όμως να κάνει τίποτε περισσότερο. Ήταν Σάββατο και η δύναμή του είχε χαθεί μαζί με τη νύχτα.

Τότε έγινε κάτι που ίσως ήταν ακόμη πιο τρομακτικό από την ίδια την αποκάλυψη. Ο βρικόλακας κατάλαβε πως ήταν αδύναμος. Κατάλαβε πως οι άνθρωποι που στέκονταν γύρω από τον τάφο του, εκείνοι που μέχρι λίγη ώρα πριν φοβούνταν ακόμη και να τον κοιτάξουν, είχαν πλέον το πάνω χέρι. Και καθώς ο θυμός του φούντωνε, μέσα στην αδυναμία του ξεστόμισε μια απειλή που θα σήμανε την αρχή του τέλους του: «Τι να σας κάμω τώρα που είμαι αδύνατος; Μα να ιδείτε τι έχετε να πάθετε κάθε νύχτα, έξω απ’ αυτή μονάχα!» Δεν ήταν τόσο η φωνή ενός νεκρού όσο η φωνή ενός πλάσματος που γνώριζε πως η νύχτα θα του ξαναέδινε όσα το Σάββατο του είχε στερήσει και πως, μόλις έπεφτε ξανά ο ήλιος, κανείς από εκείνους που στέκονταν γύρω του δεν θα ήταν ασφαλής. Φυσικά, κανείς δεν περίμενε να νυχτώσει.

Έπεσαν πάνω του όλοι μαζί, με τη βία εκείνη που γεννιέται όταν ο φόβος έχει φτάσει στο σημείο να πλημμυρίζει τόσο την ψυχή που μετουσιώνεται σε σθένος για να μην την πνίξει. Τον έκαναν κομμάτια και, σύμφωνα με την παλιά παράδοση, έκοψαν ακόμη και την καρδιά του σε μικρά κομμάτια, τα οποία μοιράστηκαν μεταξύ τους ώστε να φάει ο καθένας από ένα. Ήταν μια πράξη απελπισίας, ένας τρόπος να εξασφαλίσουν πως ο νεκρός δεν θα μπορούσε να επιστρέψει ξανά στο σώμα του, πως η καρδιά που θεωρούνταν η έδρα της βρικολακίσιας δύναμης δεν θα τον ξαναφέρει πίσω. Μοιράστηκαν, λοιπόν, ανάμεσά τους τον θάνατο του παπουτσή, σαν να πίστευαν πως μόνο αν τον κουβαλούσε ο καθένας ένα μικρό κομμάτι μέσα του θα μπορούσαν όλοι μαζί να απαλλαγούν από εκείνον.

Και λένε πως από τότε ο συγκεκριμένος βρικόλακας δεν ενόχλησε ποτέ ξανά το χωριό. Για δύο ακόμη μήνες, όμως, το μίασμα συνέχισε να παίρνει ανθρώπους. Άλλοι αρρώσταιναν και μαράζωναν, άλλοι εξαφανίζονταν, κι έτσι οι πόρτες έκλειναν πριν δύσει ο ήλιος και κανείς δεν περνούσε μόνος κοντά στο κοιμητήριο.

Όταν όλα τελείωσαν, το χωριό προσπάθησε να ξεχάσει. Το σπίτι του παπουτσή άλλαξε χέρια, το εργαστήριο έκλεισε και κανείς δεν μιλούσε πια εύκολα για εκείνον. Στη Μάνη, όμως, οι ιστορίες δεν πεθαίνουν· καραδοκούν στις πέτρες και στην αλμύρα του αέρα.

Καθώς έφευγα από το καφενείο, στάθηκα για λίγο μπροστά στα ερείπια ενός πέτρινου σπιτιού και σκέφτηκα πως θα μπορούσε ίσως να ήταν το δικό του. Τότε, πίσω μου, η σιωπή έσπασε από ένα μικρό, ξερό χτύπημα πάνω σε ξύλο, σαν το σφυρί του παπουτσή να είχε βρει ξανά τον δρόμο του μέσα στη νύχτα. Πάγωσα. Ύστερα ακούστηκε δεύτερος χτύπος και, αμέσως μετά, ο ανατριχιαστικός ήχος της κλωστής που περνά μέσα από χοντρό δέρμα. Έφυγα με τα μάτια μου καρφωμένα στον δρόμο μπροστά, σαν να φοβόμουν πως, αν γύριζα το κεφάλι, θα έβλεπα κάτι που θα με στοίχειωνε μια ζωή. Και κάθε φορά που θυμάμαι εκείνη τη μέρα, υπάρχει ένα πράγμα που ακόμη κάνει το αίμα μου να παγώνει. Δεν ήταν Σάββατο.

Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.

Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
Του Ηλία Μακρή

Πρόσφατα Νέα