Με έντονη θεσμική αντιπαράθεση, ουσιαστικές διαφωνίες και καθαρό αποτύπωμα συσχετισμών, εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία από το Δημοτικό Συμβούλιο Σπάρτης, στη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου, ο Προϋπολογισμός 2026, μαζί με το Ολοκληρωμένο Πλαίσιο Δράσης (ΟΠΔ) και το Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2026–2029.
Εισηγητής ήταν ο αντιδήμαρχος Οικονομικών, Άγγελος Αντωνάκος, ο οποίος είπε ότι το 2026 συνιστά έτος-ορόσημο για τους προϋπολογισμούς των δήμων, καθώς για πρώτη φορά μετά από περίπου δύο δεκαετίες καταρτίζονται με βάση ένα εντελώς νέο λογιστικό πλαίσιο. Μίλησε για μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών στο Δημόσιο Τομέα, προσφέροντας στους δήμους τη δυνατότητα να περάσουν σε ένα πιο διαφανές, συγκρίσιμο και αποτελεσματικό μοντέλο οικονομικής διαχείρισης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Αντωνάκος, ο προϋπολογισμός εσόδων-εξόδων του 2026 ισοσκελίζεται στο ποσό των 50.711.880,78 ευρώ (έσοδα 39,3 εκατ. και αποθεματικό 11,4 εκατ.). Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα για την περίοδο 2026–2029, όπως σημείωσε, είναι πλέον υποχρεωτικό, αλλά όχι δεσμευτικό, παράγεται από το μηχανογραφικό σύστημα και εμφανίζει θετικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι δήμοι, αποδίδοντας τα περισσότερα προβλήματα στα μηχανογραφικά συστήματα, τα οποία -όπως είπε- δεν ήταν έτοιμα να υποστηρίξουν τις απαιτήσεις του νέου λογιστικού πλαισίου. Υποστήριξε ότι ο Δ. Σπάρτης δεν έχει καθυστερήσει στη σύνταξη του προϋπολογισμού, επισημαίνοντας ότι μόλις περίπου το ένα τρίτο των δήμων της χώρας έχει λάβει γνώμη Παρατηρητηρίου, ενώ ακόμη λιγότεροι έχουν εξασφαλίσει έγκριση από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Μάλιστα, όπως ανέφερε, στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, κανένας δήμος δεν έχει λάβει ακόμη αρμόδια έγκριση.
α τεχνικά στοιχεία και τη δομή του προϋπολογισμού παρουσίασε η προϊσταμένη της Οικονομικής Υπηρεσίας, Αναστασία Σιούτου. Περιέγραψε τη διαδικασία κατάρτισης, δίνοντας έμφαση στη θεσμική διαδρομή και στις διορθώσεις που έγιναν πριν την τελική μορφή. Η κ. Σιούτου σημείωσε ότι ελήφθη υπόψη η γνώμη του Παρατηρητηρίου, τις επισημάνσεις να ενσωματώνονται πλήρως πριν την εισαγωγή του θέματος στο ΔΣ.
Αμφισβήτηση με επιχειρήματα
από σύσσωμη την αντιπολίτευση
Σφοδρή κριτική άσκησε σύσσωμη η αντιπολίτευση, αμφισβητώντας τόσο τη φιλοσοφία, όσο και την τεχνική επάρκεια του προϋπολογισμού. Οι επικεφαλής των παρατάξεων συνέκλιναν σε αιτιάσεις περί έλλειψης αναπτυξιακού οράματος, περιορισμένου κοινωνικού αποτυπώματος και υπερβολικής προσφυγής σε απευθείας αναθέσεις.
Πρώτη τοποθετήθηκε η Ντία Τζανετέα, που έθεσε ζητήματα στρατηγικής, διαφάνειας και θεσμικής αξιοπιστίας, υποστηρίζοντας ότι ο προϋπολογισμός στερείται αναπτυξιακής προοπτικής, κοινωνικού αποτυπώματος και συνολικού οράματος για τον δήμο. Επικαλέστηκε επανειλημμένα τις παρατηρήσεις του Παρατηρητηρίου, υποστηρίζοντας ότι από έγγραφο προκύπτει αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της οικονομικής εικόνας του δήμου και αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου των στοιχείων. Όπως ανέφερε, ο προϋπολογισμός ισοσκελίζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης του αποθεματικού και όχι μέσω πραγματικών, επαναλαμβανόμενων και δοκιμασμένων εσόδων, γεγονός που τον καθιστά εύθραυστο. Μίλησε για κατατμήσεις δαπανών και διάχυση ομοειδών εξόδων σε πολλούς ΚΑΕ, σημειώνοντας ότι με αυτόν τον τρόπο δυσχεραίνεται ο έλεγχος και διευρύνεται το πεδίο για απευθείας αναθέσεις. Αναφορά έκανε και στο σκέλος των έργων, κάνοντας λόγο για παρεμβάσεις που παραμένουν βαλτωμένες, με χαμηλή ή μηδενική απορροφητικότητα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά με ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις για το 2026, οι οποίες -όπως είπε- αυξάνουν τεχνητά τα έξοδα και επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε ο Βαγγέλης Βαλιώτης, ο οποίος εστίασε περισσότερο στο τεχνικό και δημοσιονομικό σκέλος. Έθεσε ερωτήματα για το πραγματικό ύψος του χρηματικού υπολοίπου του δήμου και για το ποιο μέρος αυτού είναι πραγματικά διαθέσιμο, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις. Έμφαση έδωσε στην εγγραφή της πυροπροστασίας, όπου -όπως σημείωσε- εμφανίζονται δύο διαφορετικές χρηματοδοτήσεις για μία και μοναδική σύμβαση, κάτι που δημιουργεί σύγχυση και αλλοιώνει την πραγματική εικόνα εσόδων-εξόδων. Υποστήριξε ότι ο προϋπολογισμός ενσωματώνει μια γενικευμένη τάση προς τις απευθείας αναθέσεις, καθώς η πλειονότητα των σχετικών κωδικών κινείται στα ανώτατα επιτρεπτά όρια. Αναφέρθηκε στα τακτικά έσοδα, τα οποία χαρακτήρισε υποτιμημένα, όχι επειδή οι δημότες αδυνατούν να πληρώσουν, αλλά λόγω καθυστερήσεων και διοικητικών αδυναμιών στη βεβαίωση και είσπραξή τους.
Εκ μέρους της παράταξης της Τασία Κανελλοπούλου, η οποία απουσίαζε, τοποθετήθηκε η Μαρία Τσιρώνη. Η παρέμβαση επικεντρώθηκε κυρίως στη δομή και στην αναγνωσιμότητα του προϋπολογισμού, επισημαίνοντας τη διάσπαρτη καταγραφή ομοειδών δαπανών σε διαφορετικούς κωδικούς, γεγονός που -όπως είπε- δυσκολεύει την παρακολούθηση και τον έλεγχο. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα των Μέσων Ατομικής Προστασίας, τονίζοντας ότι τα ΜΑΠ δεν αποτελούν οικονομική παροχή ή συμπλήρωμα εισοδήματος, αλλά ουσιώδη υποχρέωση για την ασφάλεια των εργαζομένων κι, ως εκ τούτου, πρέπει να χορηγούνται σε είδος. Σημείωσε ότι ο χρόνος που δόθηκε στους συμβούλους για τη μελέτη ενός τόσο εκτεταμένου και κρίσιμου εγγράφου δεν ήταν επαρκής.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η τοποθέτηση του Πέτρου Δούκα, ο οποίος χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό έκφραση της «κακομοιριάς» της Σπάρτης. Όπως ανέφερε, μέσα σε έναν τόσο μεγάλο προϋπολογισμό δεν διακρίνεται καμία σαφής αναπτυξιακή στρατηγική που να στοχεύει στην προσέλκυση επενδύσεων και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Μίλησε για σύγχυση ρόλων ανάμεσα στις υπηρεσίες και τη Δημοτική Αρχή, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική ευθύνη και η χάραξη στρατηγικής ανήκουν στη διοίκηση και όχι στον υπηρεσιακό μηχανισμό. Τόνισε ότι χωρίς ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη κοινωνική πολιτική, καταλήγοντας πως, αν δεν αλλάξει κατεύθυνση ο σχεδιασμός, η πόλη κινδυνεύει να παραμείνει ουραγός, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά.
Στις τοποθετήσεις που ξεχώρισαν ήταν αυτή του Νίκου Τσούκλερη, που επικεντρώθηκε στα αριθμητικά δεδομένα του προϋπολογισμού. Όπως ανέφερε, το έλλειμμα ως προς τα έσοδα αυξάνεται από περίπου 25% το 2025 σε 29% το 2026, γεγονός που -κατά την άποψή του- δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη ρεαλιστικότητα των προβλέψεων. Έθεσε το ζήτημα της αύξησης του χρηματικού υπολοίπου κατά περίπου 942.000 ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, ζητώντας εξηγήσεις για το πώς προκύπτει η μεταβολή. Εστίασε και στους κωδικούς πυροπροστασίας, όπου -όπως σημείωσε- εντόπισε διπλή εγγραφή 687.000 ευρώ (αντί για 350.000 ευρώ), ενώ η σύμβαση ήταν 146.841 ευρώ, διαπιστώνοντας αντίστοιχο πρόβλημα σε άλλες συμβάσεις, όπως στα αντιπλημμυρικά. Επεσήμανε ότι θεωρεί ορθή την αλλαγή που εισήχθη μέσω της ΚΥΑ, κατά την οποία τα ταμειακά διαθέσιμα (όπως οι καταθέσεις) δεν εγγράφονται πλέον ως έσοδα στον προϋπολογισμό, καθώς πρόκειται για πόρους μη επαναλαμβανόμενους, οι οποίοι, εφόσον χρησιμοποιηθούν, δεν υφίστανται στο μέλλον. Υποστήριξε ότι όταν τα πάγια και μόνιμα έξοδα υπερβαίνουν σταθερά τα τακτικά έσοδα, τότε το έλλειμμα είναι πραγματικό και όχι τεχνητό. Όπως ανέφερε, ακόμη και αν ο προϋπολογισμός εμφανίζεται φέτος τυπικά ισοσκελισμένος, η πλήρης εκτέλεσή του ως προς τις δαπάνες εντός του 2026 θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρό ζήτημα το 2027, καθώς δεν θα υπάρχουν αντίστοιχα ταμειακά διαθέσιμα για να στηρίξουν νέο ισοσκελισμό.
Ο Γιάννης Καρμοίρης στάθηκε κυρίως στο πολιτικό και αναπτυξιακό σκέλος του προϋπολογισμού, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι η τυπική ψήφισή του, αλλά η πραγματική υλοποίησή του μέσα στο 2026. Υπογράμμισε ότι ο δήμος χρειάζεται έργα ουσίας, με μετρήσιμο αποτέλεσμα για τις τοπικές κοινωνίες, δίνοντας έμφαση σε παρεμβάσεις υποδομής που θα στηρίξουν τον Πρωτογενή Τομέα και θα ενισχύσουν την τοπική οικονομία, εκφράζοντας επιφυλάξεις για το κατά πόσο ο συγκεκριμένος προϋπολογισμός ανταποκρίνεται σε αυτή την ανάγκη.
Ο Γιώργος Κουρεμπής χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό «ορόσημο», όχι μόνο λόγω του νέου λογιστικού πλαισίου, αλλά και επειδή αποτελεί τον τρίτο κατά σειρά που καταρτίζει η Δημοτική Αρχή. Όπως ανέφερε, τα στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος της απορρόφησης -περίπου 28 εκατ. ευρώ- αφορά λειτουργικά έξοδα, αφήνοντας περιορισμένο χώρο για ουσιαστικές αναπτυξιακές παρεμβάσεις. Τόνισε ότι η εκτέλεση έργων παραμένει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, με ποσοστά απορρόφησης που δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά, ενώ μεγάλο βάρος πέφτει στις απευθείας αναθέσεις. Παράλληλα, έκανε αναφορά στη μειωμένη εισπραξιμότητα ορισμένων τελών, συνδέοντάς την με την υποστελέχωση των υπηρεσιών και την καθυστέρηση θεσμικών εργαλείων, όπως ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, καταλήγοντας ότι ο προϋπολογισμός αποτυπώνει τη βούληση της Δημοτικής Αρχής, αλλά συνάμα αναδεικνύει δομικές αδυναμίες.
Τι αντέτεινε η Δημοτική Αρχή
Απαντώντας, ο Άγγελος Αντωνάκος είπε ότι ο προϋπολογισμός του 2026 έχει περάσει τον έλεγχο του Παρατηρητηρίου, διαθέτοντας θεσμική και νομική εγκυρότητα. Αναγνώρισε ότι υπάρχουν λάθη και αστοχίες σε ορισμένες εγγραφές, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν υπήρξε πρόθεση απόκρυψης στοιχείων, αποδίδοντας τα προβλήματα κυρίως στη μη πλήρη προσαρμογή των μηχανογραφικών συστημάτων στο νέο πλαίσιο και στην υποστελέχωση. Όπως ανέφερε, η Οικονομική Υπηρεσία λειτουργεί με μόλις 14 εργαζόμενους, όταν συγκρίσιμοι δήμοι διαθέτουν υπερδιπλάσιο προσωπικό. Χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό, «ρεαλιστικό, κοινωνικά ευαίσθητο και αναπτυξιακά προσανατολισμένο». Αναφέρθηκε στην κοινωνική πολιτική, στη στήριξη ευάλωτων ομάδων, καθώς και στη χρηματοδότηση πολιτιστικών και αθλητικών δράσεων, σημειώνοντας ότι μπορεί τα ποσά να μην είναι μεγάλα, όμως το μήνυμα είναι σαφές. Παραδέχθηκε ότι ο προϋπολογισμός δεν υπόσχεται «θαύματα», αλλά θέτει βάσεις για σταθερότητα, κοινωνική συνοχή, σταδιακή ανάπτυξη.
Τη συζήτηση έκλεισε ο δήμαρχος Μιχάλης Βακαλόπουλος, ο οποίος αφού ευχαρίστησε το οικονομικό επιτελείο για τη δουλειά τους, ξεκαθάρισε ότι η Δημοτική Αρχή δεν φοβάται την κριτική, αλλά δεν μπορεί να αποδεχθεί χαρακτηρισμούς περί ανευθυνότητας ή απόκρυψης στοιχείων. Διευκρίνισε ότι ο προϋπολογισμός είναι ο δεύτερος και όχι ο τρίτος που καταρτίζει η σημερινή Αρχή. Είπε ότι ο προϋπολογισμός είναι εργαλείο διοίκησης και όχι απολογισμός περασμένων ετών, ισχυριζόμενος πως η αντιπολίτευση κινήθηκε σε λογική αποτίμησης του παρελθόντος παρά σε προτάσεις. Υποστήριξε ότι η διοίκηση έχει αναλάβει και εκκρεμότητες του παρελθόντος, τονίζοντας ότι η υλοποίηση του προϋπολογισμού θα κριθεί στην πράξη. Πρόσθεσε ότι ούτε ο ίδιος είναι ικανοποιημένος από την απορροφητικότητα προηγούμενων ετών και στόχος είναι η βελτίωσή της.
Ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε κατά πλειοψηφία, με 17 «ναι», 8 «όχι», 1 «παρών» και 1 «αποχή». Αποστέλλεται πλέον για έλεγχο στην Αποκεντρωμένη, με το 2026 να αποτελεί το πραγματικό πεδίο δοκιμής των επιλογών της Δημοτικής Αρχής.




