«Να μνημονεύσουμε εκείνους που στην πιο τραγική ώρα στάθηκαν όρθιοι»

Η ομιλία του Καθηγητή Άγγελου Μ. Συρίγου στα «Παλαιολόγεια 2026»
Δευτέρα, 08 Ιούνιος 2026 10:15 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
«Να μνημονεύσουμε εκείνους που στην πιο τραγική ώρα στάθηκαν όρθιοι»
Κεντρικός ομιλητής στις εκδηλώσεις των φετινών Παλαιολογείων ήταν ο Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, βουλευτής Α΄ Αθηνών και πρώην υφυπουργός Παιδείας, Άγγελος Συρίγος. Στην ομιλία του, την οποία εξασφάλισε αποκλειστικά και δημοσιεύει σήμερα (8/6) ο «ΛΤ plus+», ο κ. Συρίγος αναφέρθηκε στην ιστορική φυσιογνωμία του Βυζαντίου και στον ηρωισμό του τελευταίου Αυτοκράτορα και των υπερασπιστών της Πόλης.
 
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία όπως εκφωνήθηκε στον Μητροπολιτικό Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου της βυζαντινής καστροπολιτείας το πρωί της Παρασκευής 29 Μαΐου:
 
Κυρίες και κύριοι 
Συγκεντρωθήκαμε εδώ στον Μυστρά κατά την επέτειο της αποφράδας ημέρας της αλώσεως της Πόλης. Η άλωση του 1453 είναι όμως μόνον μία συμβολική ημέρα. Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία είχε καταλυθεί με την πρώτη άλωση από τους Φράγκους το 1204. Θραύσματα της μόνον υπήρχαν διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία από το Πριγκιπάτο του Μωρέως, στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, στις εσχατιές του ελληνισμού στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Και βεβαίως υπήρχε και η Κωνσταντινούπολη. 
-«Τί μας νοιάζει εμάς, όμως, ή άλωση;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος κυνικός. 
-«Πώς σχετίζεται ο Ελληνισμός με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία;», θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος οπαδός της απόψεως ότι οι Έλληνες αποκτούν κράτος για πρώτη φορά το 1831.
 
Μέχρι και τον 4ο μ.Χ. αιώνα οι Έλληνες αρνούνταν να ταυτιστούν με τους Ρωμαίους και αυτοπροσδιορίζονταν ως «Έλληνες». Η συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη άλλαξε μετά το τέλος της Ρώμης ως έδρας αυτοκρατορικής εξουσίας το 476 μ.Χ.. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνεχίστηκε στην ελληνόφωνη ανατολική Μεσόγειο με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Οι κάτοικοι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θεώρησαν τον εαυτό τους ως ρωμαϊκό αυτοκρατορικό λαό, όπως αποδεικνύεται από τη χρήση του ονόματος Ρωμαίοι/Ρωμιοί που επιβιώνει σε κάποιες περιπτώσεις μεταξύ των Ελλήνων μέχρι και σήμερα. 
 
Ο όρος «ρωμιοσύνη» έγινε συνώνυμο του όρου «ελληνισμός». Οι Ρωμαίοι/Ρωμιοί της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήσαν άλλοι από τους «Λατίνους» που ζούσαν στη Δύση, όπου κυριαρχούσαν τα λατινικά. Τα «ρωμέικα» δεν ήσαν τα λατινικά, η γλώσσα της Ρώμης, αλλά τα δημώδη ελληνικά της καθομιλουμένης. Υπήρξαν η γλώσσα επικοινωνίας όλων των κατοίκων της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η μητρική γλώσσα ενός πολύ σημαντικού τμήματος του πληθυσμού της («ρωμαΐζοντες», όπως έγραφε η Άννα Κομνηνή). 
 
Άλλωστε η διοίκηση από την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641 μ.Χ.) εγκατέλειψε τη χρήση της λατινικής. Ο λαός αλλά και η γραφειοκρατία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θεωρούσαν ότι το κράτος ήταν η αυτονόητη συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και αποκλειστική κάτοχος των συμβόλων της, η μόνη κυρίαρχη δύναμη του παλαιού κόσμου και, κατά συνέπεια, η οιονεί επικυρίαρχος των κρατών που βρίσκονταν εντός των παλαιών ορίων της. 
 
Αντιθέτως, οι Πάπες και οι διάφοροι αυτοανακηρυχθέντες Γερμανοί αυτοκράτορες αναφέρονταν υποτιμητικά σε αυτοκράτορες όχι των Ρωμαίων αλλά των Ελλήνων (Graecorum). Η εδαφική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας μετά το 1071 και ο περιορισμός της σε περιοχές που ζούσαν σχεδόν αποκλειστικώς Έλληνες οδήγησε στον πλήρη εξελληνισμό της. Δεν ήταν επισημοποιημένος εξελληνισμός της αυτοκρατορίας. Ήταν μια φυσική εξέλιξη πνευματικής επικρατήσεως των Ελλήνων που δεν αλλοίωνε την πολιτειακή φυσιογνωμία του κράτους, ούτε και τη διεθνή θέση του.
 
Είχαν αίσθηση αυτής της διπλής πραγματικότητας οι σύγχρονοι της εποχής εκείνης; Το αποδεικνύει ένα μικρό απόσπασμα από τον βίο της Ειρήνης της Αθηναίας. Κυβέρνησε μόνη της ως αυτοκράτειρα από το 797 μέχρι το 802. Αποφάσισε να νυμφεύσει το γιό της με την κόρη του βασιλέως της Φραγκίας, Ερυθώ. Για να προετοιμάσει την Ερυθώ, τής έστειλε το γραμματέα της Ελισσαίο «πρὸς τὸ διδάξαι αὐτὴν τὰ τῶν Γραικῶν γράμματα καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ παιδεῦσαι αὐτὴν τὰ ἤθη τῆς Ῥωμαίων βασιλείας». Όπως βλέπουμε, η βασιλεία ήταν των Ρωμαίων. Η γλώσσα, τα γράμματα, ο πολιτισμός ήταν των Γραικών.
 
Παραμονές της αλώσεως του 1453 θα γίνει πιο έντονη η σχέση μεταξύ αρχαίου ελληνισμού και ορθόδοξου Χριστιανισμού. Εκ πρώτης όψεως είναι περίεργο ότι αυτό συμβαίνει ακριβώς την περίοδο παρακμής κι ενώ όλα καταρρέουν. Ο τουρκικός κίνδυνος είναι διάχυτος παντού. Οι δυτικοί ζητούν ανταλλάγματα για να πολεμήσουν τους Τούρκους με βασικότερο την ένωση-υποταγή της ορθόδοξης εκκλησίας στη Δυτική. Οι λόγοι για την στροφή προς την αρχαία Ελλάδα είναι ευεξήγητοι. Αιώνες έχουν περάσει από τη σύγκρουση μεταξύ Χριστιανισμού και ελληνικής ειδωλολατρίας. Με το πέρασμα των αιώνων, η έννοια του όρου «Έλληνας» έχει αποσυνδεθεί από την έννοια του οπαδού της αρχαίας θρησκείας. Επιπλέον, η εμπειρία της Δ΄ σταυροφορίας, της Φραγκοκρατίας και των σκληρών αγώνων των Ελλήνων εναντίον των Φράγκων κατακτητών έχουν δημιουργήσει το αίσθημα της κοινότητας. 
 
Σε αυτό το περιβάλλον οι αρχαίοι Έλληνες δεν αργούν να εξιδανικευθούν. Οι αναμνήσεις του αρχαίου κόσμου, οι ήρωες, οι στρατηγοί χρησιμοποιούνται ως πρότυπα που μπορούν να παρακινήσουν του παρηκμασμένους βυζαντινούς σε αντίσταση. Η μάχη κατά των Περσών στο Μαραθώνα, οι περσικοί πόλεμοι και η νικηφόρα έκβασή τους, ο Μέγας Αλέξανδρος είναι όλα παραδείγματα πως οι λίγοι και ψυχωμένοι μπορούν να επικρατήσουν των πολλών και στις πιο δύσκολες στιγμές. Επί πλέον αυτά τα παραδείγματα δεν προέρχονται από την ιστορία άλλων λαών αλλά είναι οι ίδιοι οι πρόγονοι των βυζαντινών που τα έχουν κατορθώσει. 
 
Η στροφή προς το πρότυπο των αρχαίων ηρώων δεν ερμήνευε, όμως, τα όσα συνέβαιναν με την ταχύτατη και συνεχή προέλαση των Τούρκων. Τα ερωτήματα ήταν πολλά και αντικρουόμενα:
- Η αυτοκρατορία διαλυόταν διότι οι Χριστιανοί υπέπεσαν σε αμαρτήματα και στάθηκαν αγνώμονες προς το Θεό; 
- Ήταν η σκλαβιά πειρασμός θεόσταλτος για να δοκιμασθεί η πίστη των Χριστιανών πριν επιβραβευθούν για την καρτερία τους; [«γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλις να τουρκέψει»]
- Ερχόταν το τέλος του κόσμου, όπως διατείνονταν διάφορες «εσχατολογικές» απόψεις που προπαγάνδιζαν ότι την ολοκλήρωση της τουρκικής κατάκτησης θα επακολουθούσε η συντέλεια του κόσμου.
- Είχαν βάση οι θρύλοι σύμφωνα με τους οποίους οι Οθωμανοί θα εκδιώκονταν την τελευταία στιγμή θεία παρεμβάσει;
- Ήταν απόδειξη του κύρους του μωαμεθανισμού οπότε οι Χριστιανοί έπρεπε να προσχωρήσουν στη νέα κοινωνία του ισλάμ;
 
Δεν παίδευαν μόνον τον λαό αυτά τα ερωτήματα αλλά και την ανώτατη βυζαντινή γραφειοκρατία. Επί παραδείγματι, το 1438-39 έγιναν οι σύνοδοι της Φερράρας-Φλωρεντίας που στόχευαν στην ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία. Οι Βυζαντινοί ήλπιζαν (επί ματαίω) ότι, σε περίπτωση ενώσεως, ο Πάπας θα ξεκινούσε σταυροφορία για να αποτραπεί ο θανάσιμος τουρκικός κίνδυνος. Οι άνθρωποι που εστάλησαν στις δύο συνόδους ήσαν ουσιαστικά ό,τι εκλεκτότερο είχε να επιδείξει η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η πορεία που ακολούθησαν μετά τις συνόδους Φερράρας-Φλωρεντίας οι πιο προβεβλημένοι από αυτούς ήταν η ακόλουθη:
- Οι Μάρκος Ευγενικός (Μητροπολίτης Εφέσου) και Γεώργιος Γεννάδιος-Σχολάριος ήσαν κατά της ενώσεως και ηγήθηκαν του ανθενωτικού κινήματος. Ο δεύτερος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την Άλωση και ανακήρυξε Άγιο τον Μάρκο Ευγενικό. 
- Οι Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος και Ισίδωρος Αρχιεπίσκοπος Κιέβου και πάσης Ρωσίας (γεννημένος στην Πελοπόννησο) τάχθηκαν υπέρ των ενωτικών. Ορίστηκαν καθολικοί καρδινάλιοι από τον Πάπα. Ο Βησσαρίων όλη τη ζωή του πάλεψε για την οργάνωση σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Ο Ισίδωρος κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως το 1453 υπερασπίστηκε με 200 άνδρες την Πύλη των Βλαχερνών. Και οι δύο έγιναν τιτουλάριοι Ρωμαιοκαθολικοί Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως.
- Ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός δεν υπέγραψε την ένωση. Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο στράφηκε προς την αρχαία ελληνική θρησκεία την οποία θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό συμβατή με την Ορθοδοξία. 
- Ο Γεώργιος Αμιρούτζης μετά την άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς (1461) συνέγραψε ύμνους για τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή και έγινε χρονικογράφος του. Πριν πεθάνει, έγινε μουσουλμάνος.
 
Εάν η κατάληξη των συγκεκριμένων πνευματικών ηγετών της ορθοδοξίας και του Ελληνισμού ήταν δύο ορθόδοξοι, δύο καθολικοί, ένας πολυθεϊστής και ένας μουσουλμάνος, μπορούμε να αντιληφθούμε τι συνέβαινε στον υπόλοιπο λαό. 
 
Σήμερα, έξι αιώνες μετά από αυτή την τραγική περίοδο του Ελληνισμού είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την τεράστια σημασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Η ελληνική είναι η μοναδική από τις γλώσσες που χρησιμοποιούσαν τον 6ο μ.Χ. αιώνα οι λαοί της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, που εξακολουθεί να ομιλείται και σήμερα. Όλες οι άλλες χάθηκαν. Μέχρι την άλωση την ελληνική γλώσσα προστάτευε η ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μετά το 1453 ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο που επέτρεψε τη διατήρηση της ελληνοφωνίας. Εξ αιτίας ενός αντικληρικαλιστικού ρεύματος που εμφανίζεται κατά περιόδους έντονο στην ελληνική κοινωνία, ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε αυτό το σημείο έχει υποβαθμισθεί. Η Eκκλησία, λόγω της γλώσσας που χρησιμοποιούσε, υπήρξε ο κύριος φορέας διατηρήσεως του ελληνικού πολιτισμού και της ταυτότητας του γένους (με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς την αφύπνιση τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό). Δεν είναι τυχαίο ότι τουλάχιστον τα δύο τρίτα των λογίων μεταξύ 1453-1821 έφεραν ιερατικό σχήμα. Πολύ απλά, εξακολουθούμε σήμερα και μιλάμε ελληνικά διότι ακριβώς μετά το 1453 το Οικουμενικό Πατριαρχείο στήριξε και διέσωσε την ελληνοφωνία μας. 
 
Παράλληλα, το Πατριαρχείο και η εκκλησία αποδείχθηκαν στους αιώνες της δουλείας ως το μοναδικό στήριγμα για τους Χριστιανούς. Μετά το 1453 η Εκκλησία μπόρεσε να λειτουργήσει ξανά το δίκτυό της σε όλην την αυτοκρατορία, και μάλιστα με συστηματοποιημένο τρόπο λόγω του θεσμού των μιλλέτ. Κατ’ ουσίαν λειτούργησε ως υποκατάστατο της απολεσθείσας αυτοκρατορίας. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα οπτικής συνέχειας είναι τα άμφια των αρχιερέων που είναι αντιγραφή των ενδυμάτων του αυτοκράτορα. Στους επακολουθήσαντες αιώνες της σκλαβιάς οι δομές του Οικουμενικού Πατριαρχείου επέτρεψαν τη σχετική διατήρηση των χριστιανικών κοινοτήτων. 
 
Ο Πλήθων Γεμιστός, ο Βησσαρίων, ο Ισίδωρος και ο Γεννάδιος Σχολάριος μοιράζονταν την κοινή αγωνία για την επιβίωση του γένους μας, του πολιτισμού και της ταυτότητάς μας. Σήμερα μπορούμε να κρίνουμε ότι σε αυτή την ιδεολογική διαμάχη μεταξύ τους απεδείχθη εκ των πραγμάτων νικητής ο Γεννάδιος Σχολάριος. Οι δομές που δημιούργησε δια του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήσαν οι μόνες που μπόρεσαν να κρατήσουν ζωντανό το γένος/έθνος στους αιώνες της δουλείας.
 
Κυρίες και κύριοι 
Είμαστε εδώ για να τιμήσουμε τους νεκρούς μας, για να μνημονεύσουμε εκείνους που στην πιο τραγική ώρα στάθηκαν όρθιοι και πολέμησαν και για να καταλάβουμε πως όλα αυτά για τα οποία μιλάμε σήμερα, έχουν σμιλέψει την ταυτότητά μας. Σε τελική ανάλυση είμαστε εμείς οι ίδιοι, όπως πορευόμαστε μέσα από τους αιώνες.
 

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ανδρέας Πετρουλάκης
Το κλίκ της ημέρας
Ανδρέας Πετρουλάκης

Πρόσφατα Νέα