Καραγκιόζης: Καλώς τους λεβέντες μας. Είπατε το ποίημα σας στη γιορτή του σχολείου για την επέτειο του «ΟΧΙ»;
Κοπρίτης: Πατέρα δεν το είπαμε ακριβώς, αλλά άρεσε.
Καραγκιόζης: Τι είπατε;
Κοπρίτης: Εγώ πατέρα ξέχασα το ποίημα κι όπως κοίταζα στον τοίχο, γιατί ντρεπόμουνα, είδα τη φωτογραφία του Μεγαλέξανδρου και σώθηκα.
Καραγκιόζης: Σε έσωσε ο Μεγαλέξανδρος;
Κοπρίτης: Ναι πατέρα. Άρχισα να τραγουδάω «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα…» και όλοι έλεγαν μπράβο, χειροκροτούσαν και φώναζαν: Πρέσπες-Πρέσπες.
Καραγκιόζης: Μπράβο αστέρι μου.
Μπιρικόκος: Εγώ πατέρα το ξέχασα, αλλά επειδή είμαι έξυπνος σαν εσένα, έκανα ότι το λέω από μέσα μου και όλοι μου φώναζαν δυνατά-δυνατά. Έτσι μου ήρθε στο μυαλό το τραγούδι: «Δυνατά-δυνατά ’γίναν όλα δυνατά τα αδύνατα…» και με καταχειροκρότησαν.
Κολλητήρης: Εγώ πατέρα θα έλεγα ποίημα για τη στολή του Ντούτσε, αλλά το ξέχασα.
Καραγκιόζης: Και τι έκανες;
Κολλητήρης: Όχι εγώ πατέρα, η κυρία μου για να το θυμηθώ μου ’δειχνε το φόρεμά της, που ήταν ένα κόκκινο φουστάνι.
Καραγκιόζης: Και το θυμήθηκες;
Κολλητήρης: Όχι πατέρα, αλλά είπα το: «Βάλε το κόκκινο φουστάνι εκείνο που σε κάνει να ανάβεις πυρκαγιές…»
Καραγκιόζης: Και τι έγινε;
Κολλητήρης: Μου φώναζαν μπράβο, γέλαγαν, χειροκροτούσαν.
Καραγκιόζης: Και η κυρία σου;
Κολλητήρης: Ένιωθε υπερήφανη που άρεσε το κόκκινο φουστάνι της. Ενθουσιάστηκαν όλοι.




