Καραγκιόζης: Πού τρέχεις Νιόνιο σαν να σε κυνηγάνε;
Διονύσιος: Με κυνηγάει Καραγκιόζο.
Καραγκιόζης: Η καταιγίδα;
Διονύσιος: Η αρραβωνηστικιά μου η Άντζουλα.
Καραγκιόζης: Γιατί Νιόνιο;
Διονύσιος: Ήταν να παντρευτούμε πριν είκοσι χρόνια, αλλά μου ‘τυχε το χρηματιστήριο και φτώχυνα. Μετά μου ΄τυχε η κρίση.
Καραγκιόζης: Ε, τελείωσε.
Διονύσιος: Σιγά μη τελείωσε. Μετά ήρθε ο κορονοιός, μετά ήρθε ο πόλεμος…
Καραγκιόζης: Και τι σου έκαμε ο πόλεμος;
Διονύσιος: Όχι σε εμέ Καραγκιόζο, στην Άντζουλα.
Καραγκιόζης: Τι έπαθε η Άντζουλα;
Διονύσιος: Θέλει να γίνω Ρώσος μισθοφόρος, για να βγάλω τα έξοδα του γάμου.
Καραγκιόζης: Και γιατί δεν πας;
Διονύσιος: Πρώτα- πρώτα, αύριο ο πόλεμος τελειώνει και έπειτα μου πέφτει μακρύα.
Καραγκιόζης: Πρώτα- πρώτα δεν τελειώνει αλλά και να τελειώσει θα αρχίσει άλλος.
Διονύσιος: Και τι να κάμω Καραγκιόζο να πάω από τον πόλεμο ή από την Άντζουλα;
Καραγκιόζης: Το ίδιο είναι Νιόνιο, μοναχά που η Άντζουλα πέφτει πιο κοντά.
Διονύσιος: Καλά λες, που να τρέχω τώρα!




