(Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Το Δεσποτάτο του Μυστρά», Περιφέρεια Πελοποννήσου, Έκδοση Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2021. Για την αντιγραφή: Παναγιώτης Ζηρίνης)
Ο Φραντζής στην περιγραφή της πολιορκίας λέει ότι τις πρωϊνές ώρες, όταν το φως των αστέρων στον ουρανό υποχωρούσε καθώς άρχιζε να ροδίζει η αυγή, οι πολιορκούμενοι σχεδόν νικούσαν ανθιστάμενοι γενναία: «[…] καὶ ὥρας μὲν δύο ἡ μάχη ἐστήκει στένουσα καὶ φρικαλέα. ἦν δέ πως τὰ τῶν Χριστιανῶν ἐπικρατέστερα». Σ’ αυτή την περιγραφή ο Κριτόβουλος προσθέτει την τραγική φράση: «ἕως ἡ πονηρὰ καὶ ἀγνώμων τύχη προὔδωκε τούτους». Οι στίχοι του Κάλβου για τον Ιερό Λόχο στο Δραγατσάνι (1821):
«Σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην
κι’ από μυρτιάν σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον άλλο».
μπορεί να είναι ένα θαυμάσιο, ποιητικό σχόλιο και στην τραγική αυτή φράση του Βυζαντινού ιστορικού.
Ο Κριτόβουλος, με τη φράση αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι, αν δεν συνέβαιναν κάποια σοβαρά περιστατικά, όπως η ξεχασμένη Κερκόπορτα, ίσως η Πόλη να μην έπεφτε. Πολλοί έκτοτε θα διατυπώσουν την ίδια γνώμη. Για παράδειγμα, ο Στέφαν Τσβάιχ στο βιβλίο του Οι Μεγάλες ώρες της Ανθρωπότητας, γράφει ότι η «Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου», θέλοντας μ’ αυτό να ειπεί, ότι στην Ιστορία κάποια ασήμαντα γεγονότα, όπως εδώ η ξεχασμένη μικρή πύλη, ήταν αρκετά για να αλλάξουν την πορεία της. Ο Τσβάιχ, βέβαια, δεν είναι ιστορικός. Αλλά η λογοτεχνία, η τέχνη γενικά, μορφοποιεί την ιστορική ύλη. Νεώτεροι ερευνητές, όμως, αποτιμούν πιο ψύχραιμα την απώλεια της Κωνσταντινούπολης. Εάν δεν είχε μείνει ανοιχτή η Κερκόπορτα, εάν δεν είχε αποχωρήσει ο Τζιουστινιάνης, ακόμη και εάν δεν είχε τότε υποκύψει η Βασιλεύουσα, είναι βέβαιο πως η ζωή που της απέμενε δεν ήταν πολλή. Ίσως θα είχε επιβιώσει ακόμη μερικά χρόνια, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά, που καταλύθηκε το 1460, όταν ο Μωάμεθ απηύδησε από τις έριδες των δύο δεσποτών και την ανοησία τους απέναντί του, όπως θα ιδούμε.
Για τον Ελληνισμό, η απώλεια του Βυζαντίου σήμαινε ότι έμπαινε πλέον στη μεγάλη νύχτα των τετρακοσίων χρόνων. Πολλά τα δεινά. Οι εξισλαμισμοί και το παιδομάζωμα τους δύο πρώτους αιώνες κυρίως, η οικονομική καχεξία και πολλά άλλα που δεν είναι του παρόντος, απείλησαν τη φυλή με αφανισμό. Αλλά και για την Ευρώπη η απώλεια του Βυζαντίου είχε συνέπειες. Έλειψε πλέον το Βυζάντιο, το οχυρό στο πλευρό της νότιας Ευρώπης. Πάνω σ’ αυτό αιώνες ξεσπούσαν τα κύματα των ποικίλων επιδρομέων της Ασίας. Είχε έτσι η Ευρώπη την άνεση να ασχολείται με τα προβλήματά της, να χτίζει τον πολιτισμό της. Πανίσχυρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία τον 15ο και 16ο αιώνα, θα εξαπλωθεί παντού, θα φθάσει έως και τα πρόθυρα της Βιέννης. Η στρατηγική του Μωάμεθ Β΄, για τούτο τον ευρύτερο στόχο, ήθελε δική του την Κωνσταντινούπολη, προγεφύρωμα για εισβολή των Τούρκων στην Ευρώπη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία που ιδρύθηκε, όπως είδαμε, στις αρχές του 14ου αιώνα, για να καταλυθεί από τον Κεμάλ Ατατούρκ το 1922, ήταν ανατολική δεσποτεία με θεοκρατικό ισλαμικό χαρακτήρα. Μια ισλαμική Ευρώπη δεν θα ήταν η Ευρώπη που σήμερα γνωρίζουμε. Γιατί οι Ευρωπαίοι δούλεψαν με τον ανθρωπισμό των Ελλήνων, με τη φιλοσοφία τους, με το πνεύμα του Χριστιανισμού. «Η πνευματική ζωή της Ευρώπης, δηλαδή η κλασική δημιουργία όλων των μεγάλων και μικρών λαών της Ευρώπης, έγινε επάνω στο ίχνος των αρχαίων Ελλήνων, ή έστω και των Ρωμαίων […] Η Ασία δεν γονιμοποιήθηκε από το πνεύμα του ανθρωπισμού των Ελλήνων».
Το Βυζάντιο, ουσιαστικά, ήταν Ευρώπη, ανατολική Ευρώπη. Είχε συνεισφέρει πολλά στην πρώιμη ιταλική Αναγέννηση. Και θα μπορούσε να συνεισφέρει ακόμη πιο πολλά στον ευρωπαϊκό πολιτισμό, διότι και εδώ στο Βυζάντιο είχε αρχίσει η Αναγέννηση, αλλά ανακόπηκε βίαια.
Αναφορικά τώρα με τον τόπο και τον τρόπο που πέθανε ο Κωνσταντίνος. Οι μαρτυρίες όλων των Ελλήνων χρονικογράφων συμφωνούν ότι έπεσε κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκτός από μία παράδοση που αναφέρει ο Δούκας, σύμφωνα με την οποία πέθανε κάπου στη λεγόμενη Πύλη του Χαρισίου. Ότι πάλι έπεσε από σπαθί Τούρκου μαρτυρούν και οθωμανικές πηγές, καθώς και ο λόγος του πρωθυπουργού Νοταρά που απηύθυνε στον γιο του, την ώρα που σφαζόταν μπροστά στα μάτια του, με εντολή του ίδιου του Πορθητή. Ο Τούρκος ιστορικός Δ. Καντεμίρ, στο ιστορικό έργο του που έχει μεταφραστεί στη γερμανική και αντλεί από οθωμανικές πηγές της εποχής της Άλωσης, βεβαιώνει, κατά τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, ότι ο αυτοκράτορας έπεσε αφού και ως στρατηγός και ως απλός στρατιώτης έδειξε την πιο μεγάλη ανδρεία, εμψυχώνοντας τους γύρω του μαχητές. Κατά τον Τούρκο ιστοριογράφο, «ὁ νεκρὸς αὐτοῦ εὑρέθη ἄνευ κεφαλῆς κείμενος ὑπὸ νεαροῦ σημαιοφόρου, διὰ τοῦτο ὁ τόπος ἐκεῖνος μέχρι σήμερον καλεῖται ἀνήφρος σημαιοφόρου Σανδζακτὰρ γιοκουσού».
Κατά τον Κριτόβουλο, ο οποίος γνώριζε τα πράγματα από ελληνική και τουρκική πηγή, πεθαίνοντας ο Κωνσταντίνος, φώναξε: «Ἡ πόλις ἁλίσκεται καὶ ἐγὼ ζῶ ἔτι;» (Έπεσε η Πόλη και εγώ ζω ακόμη;).
Κατά τον Δούκα, όταν οι Τούρκοι εφορμούσαν μέσα από τα ερείπια των τειχών και σκότωναν τους αμυνόμενους, απελπίστηκε. Είχε μείνει μόνος κρατώντας την ασπίδα και το σπαθί του και φώναξε: «Δεν υπάρχει χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου»; Ένας Τούρκος τον χτυπάει στο πρόσωπο, ο Κωνσταντίνος του ανταποδίδει το χτύπημα, ενώ άλλος Τούρκος από πίσω τον χτυπά καίρια και πέφτει νεκρός: «Ἐκ τῶν τειχέων οὖν οἱ πλεῖστοι διὰ τῶν ἐρειπίων εἰσήρχοντο, καὶ τοὺς συναντώντας κατέκοπτον. Ὁ βασιλεὺς οὖν ἀπαγορεύσας ἑαυτόν, ἱστάμενος, βαστάζων σπάθην καὶ ἀσπίδα, εἶπε λόγον λύπης ἄξιον… “οὐκ ἔστι τις τῶν Χριστιανῶν τοῦ λαβεῖν τὴν κεφαλὴν ἀπ’ ἐμοῦ;” Ἥν γὰρ μονώτατος ἀπολειφθείς. Τότε εἷς τῶν Τούρκων δοὺς αὐτῷ κατὰ πρόσωπον καὶ πλήξας καὶ αὐτὸς τῷ Τούρκῳ ἑτέραν ἐχαρίσατο. τῶν ὄπισθεν ὁ ἕτερος καιρίαν δοὺς πληγήν, ἔπεσεν κατὰ γῆς. Οἱ γὰρ οὐκ ἤδεισαν, ὅτι ὁ βασιλεύς ἐστιν, ἀλλ’ ὡς κοινὸν στρατιώτην τοῦτον θανατώσαντες ἀφῆκαν».
Κατά τον Κριτόβουλο πάλι, μόλις ο Κωνσταντίνος είδε τον Λόγγο, αξιωματούχο συμμαχητή ν’ αποχωρεί με τους δικούς του, έτρεξε και τον ρώτησε πού πηγαίνουν. Εκείνος υποχωρώντας του απάντησε ότι ο Θεός βοηθάει τους Τούρκους. Τότε ο Κωνσταντίνος στράφηκε προς τον Καντακουζηνό και τους λίγους μαχητές που μάχονταν γύρω απ’ αυτόν, και τους παρότρυνε για μια απελπισμένη αντεπίθεση λέγοντας: «Εμπρός, άνδρες, να ριχτούμε πάνω σ’ αυτούς τους βαρβάρους!». Ο ίδιος ο Καντακουζηνός πέθανε γενναία. Σε επίθεσή τους, οι Τούρκοι καταδιώκουν τους υπερασπιστές και χτυπούν στον ώμο τον Κωνσταντίνο, που πεθαίνει: «…αὐτὸς οὖν ὁ βασιλεὺς πρὸς Καντακουζηνὸν καί τινας ὀλίγους ἀμφ’ αὐτὸν ὄντας τραπόμενος ἔλεγεν “ἴωμεν, ἄνδρες, ἐπὶ βαρβάρους τούσδε”. Αὐτὸς ὅ τε Καντακουζηνὸς ἀνὴρ γενόμενος ἀγαθὸς ἐτελεύτησε. Καὶ αὐτὸς ἐτράπετο, καὶ ἐπιόντες καὶ διώκοντες ἔτρωσαν βασιλέα Κωνσταντῖνον εἰς τὸν ὦμον, καὶ ἐτελεύτησαν».
Και υπογραμμίζει ο Χαλκοκονδύλης τον ηρωικό θάνατο των Ελλήνων που πέθαναν για τις γυναίκες, τα παιδιά τους, την πατρίδα, ενώ οι Τούρκοι είχαν μπει πια στην πόλη και σκότωναν αδιακρίτως στους δρόμους: «Ἄλλοι δ’ αὖ τῶν Ἑλλήνων ἄλλη τῆς πόλεως τραπόμενοι ἐν ἀπορίᾳ εἴχοντο καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον οἱ μὲν ἀπώλοντο, οἱ δὲ καὶ ἡλίσκοντο, καὶ πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων ἄνδρες, γενόμενοι ἀγαθοὶ ἐμαχέσαντο καὶ ἀπέθανον πρὸ τῆς πατρίδος, ὥστε μὴ ἐπιδεῖν τὰς γυναῖκας αὐτῶν καὶ τοὺς παῖδας εἰς ἀνδραποδισμὸν γιγνομένας. Ὅ τε καὶ Θεόφιλος τοῦ Παλαιολόγων γένους ταύτῃ ἐτελεύτησεν, ἀνδρικῶς ἀγωνισάμενος θανάτου ἕνεκα καὶ τῶν Παλαιολόγων οἱ μετοχιταῖοι, ὁ τε πατὴρ καὶ παῖδες αὐτοῦ, μαχόμενοι ἀπώλοντο καὶ συχνοὶ τῶν ἀμφὶ βασιλέα Ἑλλήνων εὖ γεγονότες ἀπέθανον, μὴ ἀνεχόμενοι ἐπιδεῖν σφίσι τὴν πατρίδα
Ο Ν. Βάρβαρος, εξάλλου, που βρισκόταν τότε στην Κωνσταντινούπολη, σημειώνει στο ημερολόγιό του ότι δεν ήταν δυνατό να μάθουν αν ο αυτοκράτορας ζούσε ή απέθανε: «ἀλλὰ εἶπον τινὲς ὅτι ὤφθη ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν νεκρῶν σωμάτων». Κατά τον Φραντζή πάλι, όταν ο Μωάμεθ ζήτησε να μάθει για την τύχη του βασιλέα, «τινὲς μὲν ἐλθόντες ἔλεγον ὅτι ἔφυγεν, ἄλλοι δε ἐν τῇ πόλει κεκρυμμένον εἶναι ἔλεγον, ἄλλοι δὲ τεθνάναι μαχόμενον». Ο Δούκας και ο Φραντζής βεβαιώνουν ότι ο αυτοκράτορας έπεσε μαχόμενος και δεν έφυγε ούτε κρύφτηκε. Ομιλούν, μάλιστα, και για την ταφή του. Η φήμη, λοιπόν, γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ότι ο αυτοκράτορας επέζησε από την Άλωση της Πόλης πέρασε από τον χώρο της ιστορίας στον χώρο της ποίησης, «των ευσεβών εθνικών ονείρων και ελπίδων». Για πολύ χρόνο και λόγω της σύγχυσης των πληροφοριών, επικρατούσε η φήμη ότι ο αυτοκράτορας είχε φύγει ή ζούσε κρυμμένος. Με κανέναν τρόπο δεν τον ήθελε ο λαός πεθαμένο. Για τούτο και την επαύριον της Άλωσης ο ποιητής του «θρήνου της Κωνσταντινουπόλεως» αναρωτιέται:
«Ὦχ Κωνσταντῖνε βασιλεῦ, Δραγάτση τὸ πινόμι,
Εἰπέ μου ποῦ εὑρίσκεσαι; ἐχάθης ἢ ἐκρύβης;
Ὦ Κωνσταντῖνε βασιλεῦ, τί νἆναι ἀπὸ σένα;
Λέγουν ὅτι ἀπέθανες ἐπάνω εἰς τὸ σπαθί σου.
Ἤκουσα πάλιν νὰ λέγουσι ὅτι καὶ κεκρυμμένος
ὑπὸ χειρός τε πανσθενοῦς δεξιᾶς τῆς τοῦ Κυρίου.
Μακάρι νἆσαι ζωντανός σὰν εἶσαι ἀποθαμένος».
Ο νεκρός της Πύλης του Αγίου Ρωμανού ζωντάνεψε, μεταμορφώθηκε και έγινε ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», έγινε η Μεγάλη Ιδέα, δύναμη και ακοίμητη λαχτάρα γενεών των Ελλήνων. Βέβαια, ο επαρκής αναγνώστης μας διακρίνει τον μύθο και το όνειρο από την ιστορική πραγματικότητα. Η Μεγάλη Ιδέα είναι παλαιότερη του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά». Ήταν η ιδέα, στο πρώτο μισό του 13ου αιώνα, των αυτοκρατόρων της Νίκαιας, των οποίων η στρατηγική ήταν να ελευθερώσουν την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους (1204). Την ίδια πολιτική συνέχισε, όπως είδαμε στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο Μιχαήλ Παλαιολόγος. Αλλά τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς αντίθετα προς την Μεγάλη Ιδέα: αντί να υπάρξει ανάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αυτή συρρικνώθηκε, κουράστηκε και κατέρρευσε, τελικά, μέσα στην κοντόφθαλμη πολιτική και την ανύποπτη μακαριότητα των Καντακουζηνών και των Παλαιολόγων, πλην του τελευταίου, του μάρτυρα αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄.
Στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς, ο νεκρός της Πύλης του Αγίου Ρωμανού θα γίνει βίωμα της λαϊκής ψυχής, ο ζωτικός μύθος της Μεγάλης Ιδέας του Νεοελληνισμού, σπέρμα Ελευθερίας, ο προάγγελος του 1821. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Κολοκοτρώνη: «Μιαν φοράν», λέει ο Θ. Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του, «όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτον να με ιδή. μου είπε ότι: “πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν, και η Αγγλία να μεσιτεύση”. Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς, Καπετάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμιά συνθήκη δεν έκαμε, η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα”. Με είπε: “Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια” “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”. Έτσι δεν με ομίλησε πλέον».
Ο μύθος ενός λαού, οι μεγάλες ιδέες, αποτελούν το κίνητρο για μεγάλα έργα πολιτικής και πολιτισμού. Είναι δείγμα ζωτικότητας του λαού αυτού. Αλλά χρειάζεται κάποτε και επίγνωση των ορίων. Η Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων έγινε στάχτη μέσα στις φλόγες της Σμύρνης το 1922, καταστροφής μεγαλύτερης και από εκείνη της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, διότι εκεί τάφηκε η οικουμενική ελληνική συνείδηση. Ο μύθος του μέλλοντος των Ελλήνων σήμερα μπορεί να είναι άλλος, να έχουν πρόταση στον πολιτισμό της Ευρώπης. Πρώτα να γίνουμε άξιοι να διατηρήσουμε τον ζωτικό μας χώρο σε στεριά και θάλασσα, να αποκτήσουμε περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Η Ευρώπη, στην οποία καλούμαστε να ζήσουμε, απέκτησε ένα τεράστιο σώμα. Της λείπει μια ψυχή. Και οι μικροί αριθμητικά λαοί επιβάλλεται να έχουν όραμα. Χωρίς οράματα δεν ζει η ανθρώπινη ψυχή.
Εδώ τελειώσαμε με τον Κωνσταντίνο, τον δεσπότη του Μυστρά, την τραγικότερη μορφή της νεοελληνικής ιστορίας. Με τον άνδρα που είχε αναπνεύσει την αναγεννητική αύρα του Ταΰγετου και ήρθε στην Κωνσταντινούπολη ως «ηγεμόνας», με την αμείλικτη εσωτερική εντολή του χρέους.




