Τη μέρα που ο πολιτισμός πετάχτηκε στα σκουπίδια σαν «φθηνό τσιγάρο»

Παρασκευή, 24 Ιούλιος 2026 10:47 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τη μέρα που ο πολιτισμός πετάχτηκε στα σκουπίδια σαν «φθηνό τσιγάρο»

Η αιφνίδια ακύρωση της προγραμματισμένης προβολής των «Φτηνών Τσιγάρων» του Ρένου Χαραλαμπίδη στη Σπάρτη ανήκει σε εκείνες τις αψυχολόγητες αποφάσεις που σε κάνουν ν’ αναρωτιέσαι, με κάποιο αίσθημα φόβου, ποια λογική την γέννησε. Μια προβολή ενταγμένη στο επίσημο πρόγραμμα των καλοκαιρινών εκδηλώσεων του δήμου, παρουσία μάλιστα του ίδιου του δημιουργού, ακυρώθηκε λίγες μόλις ώρες πριν πραγματοποιηθεί. Χωρίς καμία επίσημη εξήγηση αρχικά, μέχρι που έγινε γνωστό ότι ο λόγος ήταν το «ακατάλληλη φρασεολογία» της ταινίας. Και κάπου εκεί σταματά να είναι μια απλή ακύρωση εκδήλωσης.

Αυτό που με ενόχλησε περισσότερο δεν είναι ότι κάποιος διαφώνησε με τα «Φτηνά Τσιγάρα». Κάθε έργο τέχνης επιδέχεται κριτική. Αυτό που με ενόχλησε είναι ότι μια δημοτική αρχή αποφάσισε, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη προβολή, να στερήσει από το κοινό το δικαίωμα να το δει και να το κρίνει μόνο του. Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κανείς δεν είχε δει την ταινία πριν την εντάξει στο επίσημο πρόγραμμα των καλοκαιρινών εκδηλώσεων. Τα «Φτηνά Τσιγάρα» δεν είναι μια άγνωστη παραγωγή που κυκλοφόρησε χθες. Είναι μια ταινία 25 χρόνων, που από παρεξηγημένη στην πρώτη της προβολή εξελίχθηκε σε μία από τις πιο εμβληματικές cult δημιουργίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Ένα έργο που συνεχίζει να προβάλλεται σε θερινούς κινηματογράφους, να συζητιέται, να ανακαλύπτεται από νεότερες γενιές και να θεωρείται σημείο αναφοράς για τον αστικό ελληνικό κινηματογράφο.

Και ξαφνικά, στη Σπάρτη του 2026, το πρόβλημα είναι... οι βρισιές.

Η δικαιολογία ότι «στα γύρω μαγαζιά μπορεί να υπήρχαν οικογένειες με παιδιά» δεν με πείθει. Από την πρώτη στιγμή είχε ανακοινωθεί ότι πρόκειται για προβολή κατάλληλη για άνω των 17 ετών. Οι γονείς ήξεραν, πολλοί σίγουρα την είχαν δει από όταν πρωτοβγήκε. Η ευθύνη της επιλογής ήταν δική τους. Δεν μπορεί η πιθανότητα ν’ ακούσει ένα παιδί μια βρισιά να γίνεται άλλοθι για να στερηθεί μια ολόκληρη πόλη μια πολιτιστική εκδήλωση -και τα γύρω μαγαζιά που και τα ίδια ήθελαν αυτή την προβολή και προετοιμάζονταν γι’ αυτήν, να γίνονται κομμάτι αυτής της απαράδεχτης αιτιολόγησης. Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια ακύρωση, μιλάμε για μια μορφή λογοκρισίας. Ξεκάθαρα.

Και η λογοκρισία δεν ξεκινά μόνο όταν καίγονται βιβλία, όταν απαγορεύονται παραστάσεις ή όταν διώκονται δημιουργοί. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ξεκινά τη στιγμή που ένας θεσμός αποφασίζει πως οι πολίτες δεν είναι αρκετά ώριμοι για να επιλέξουν μόνοι τους τι θα δουν. Τη στιγμή που κάποιος αναλαμβάνει τον ρόλο του «ηθικού κηδεμόνα» της κοινωνίας και αποφασίζει, ερήμην της, τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Ας μην αναλύσουμε τι θυμίζει σε όλους μας αυτό.

Το επιχείρημα ότι η ταινία περιέχει βωμολοχίες, ειλικρινά δεν μπορεί να σταθεί σοβαρά ως λόγος ακύρωσης. Είναι υποκριτικό να θάβουμε έτσι ταινίες με δυνατό κοινωνικό αντίκτυπο όταν δεν έχουμε ως κοινωνία μεριμνήσει καν για σοβαρές δομές προστασίας ανήλικων και γυναικών θυμάτων κακοποίησης, όταν ξέρουμε ότι ο γείτονάς μας βρίζει και χτυπά παιδιά και γυναίκα και δεν ξεσηκωνόμαστε, όταν δυναμώνουμε απλά την τηλεόραση να μην ακούμε… Αν, λοιπόν, αυτό το «ιδιαίτερο» λεξιλόγιο αρκεί για ν’ αποσύρεται ένα έργο σύγχρονης τέχνης από το δημόσιο πρόγραμμα ενός δήμου, τότε ανοίγουμε μια πόρτα που δεν ξέρουμε πού οδηγεί. Γιατί αύριο μπορεί να είναι στη θέση των βρισιών η πολιτική σάτιρα. Έπειτα η θρησκεία, η σεξουαλικότητα, οι κοινωνικές αιχμές. Ποιος αποφασίζει κάθε φορά ποιο είναι το όριο; Και με ποιο δικαίωμα;

Η τέχνη δεν δημιουργήθηκε για να είναι αποστειρωμένη, άχρωμη και ακίνδυνη, ούτε ωραιοποιημένη για να χωράει σ’ ένα εγχειρίδιο «καλής συμπεριφοράς». Υπάρχει για να αφηγείται τον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: αντιφατικό, ατελή, σκληρό, τρυφερό, βρόμικο, ποιητικό. Υπάρχει για να ενοχλεί όταν χρειάζεται, να προκαλεί σκέψη, να γεννά συζήτηση, να μας φέρνει αντιμέτωπους με όσα ίσως θα προτιμούσαμε ν’ αγνοούμε.

Τα «Φτηνά Τσιγάρα» δεν άντεξαν στον χρόνο επειδή είναι «καθωσπρέπει», αλλά επειδή είναι αυθεντικά. Γιατί μιλούν με ειλικρίνεια τη γλώσσα των ανθρώπων τους. Γιατί οι ήρωές τους δεν είναι εξωραϊσμένες φιγούρες, αλλά άνθρωποι της διπλανής πόρτας που αγαπούν, πληγώνονται, αστειεύονται, βρίζουν, περιπλανιούνται μέσα σε μια νύχτα που μοιάζει ατελείωτη. Αν αφαιρέσεις από ένα έργο τη γλώσσα του, αφαιρείς και ένα κομμάτι της αλήθειας του.

Αν δεχτούμε ότι ένα έργο μπορεί να αποκλειστεί από μια δημόσια προβολή μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα, τότε θα πρέπει να ξαναγράψουμε ολόκληρο τον κινηματογράφο. Να αποσύρουμε τον Ταραντίνο, τον Σκορσέζε, τον Παζολίνι, να καταργήσουμε και τον Αριστοφάνη από το Σαϊνοπούλειο. Να βγάλουμε από τις αίθουσες δεκάδες ελληνικές ταινίες που αποτυπώνουν την πραγματικότητα αφιλτράριστη, ωμή, ανθρώπινη. Ν’ αρχίσουμε να κρίνουμε την τέχνη όχι με βάση την καλλιτεχνική της αξία, αλλά με το πόσο... «ευπρεπής» είναι. Και αυτό είναι ένας εξαιρετικά επικίνδυνος δρόμος, γιατί η τέχνη δεν λογοκρίνεται ποτέ πραγματικά για τις βρισιές της. Αυτό που λογοκρίνεται κάθε φορά είναι η ελευθερία της έκφρασης. Είναι το δικαίωμα του δημιουργού να μιλήσει με τη δική του φωνή και το δικαίωμα του θεατή ν’ αποφασίσει μόνος του αν αυτή η φωνή αξίζει ν’ ακουστεί, αν τον εκφράζει. Και, αν κρίνω από τις αντιδράσεις στα social media των πολιτών της Σπάρτης, τα «Φθηνά Τσιγάρα» άξιζαν ν’ ακουστούν κάτω από τον σπαρτιάτικο ουρανό, γιατί έχουν χαραχθεί στη μνήμη μιας γενιάς που βίωνε, βίωσε και βιώνει ακόμα στο πετσί της όλα τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας που επιμένει να κρατά κομμάτι των ανθρώπων της στο περιθώριο.

Η δουλειά ενός δημόσιου φορέα πολιτισμού δεν είναι να λειτουργεί ως επιτροπή ηθικής, αλλά να δημιουργεί χώρο για τον πολιτισμό, ακόμα κι όταν αυτός δεν είναι βολικός. Να εμπιστεύεται την κρίση των πολιτών, να τους ενημερώνει και όχι να τους απαγορεύει. Σε μια δημοκρατία, ο πολιτισμός δεν προστατεύεται με απαγορεύσεις, προστατεύεται με ελευθερία.

Και το κερασάκι στην τούρτα είναι πως ακυρώθηκε και η συνάντηση του κοινού με τον ίδιο τον Ρένο Χαραλαμπίδη. Η συζήτηση που θα ακολουθούσε δεν θα γίνει ποτέ. Η ευκαιρία της εμπειρίας του να βλέπεις μαζί με τους συμπολίτες σου μια ταινία – σταθμό του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό παρέα με τον ίδιο τον σκηνοθέτη, χάθηκε. Το «μπράβο τους» που ειπώθηκε όταν είδαμε τον τίτλο της ταινίας στο πρόγραμμα έγινε ένα τεράστιο «ντροπή τους».

Πρέπει κάποτε να καταλάβουμε ότι ο πολιτισμός δεν ανθίζει υπό συνθήκες φόβου και περιορισμών. Υπάρχει λόγος που κάποια έργα παραμένουν διαχρονικά, όμως αν αγαπάμε μόνο την τέχνη που δεν μας βγάζει από τη ζώνη ασφαλείας μας, αν διαλέγουμε επιλεκτικά μόνο έργα που θεωρούμε «ακίνδυνα», τότε λυπάμαι, αλλά θα συνεχίσουμε να πετάμε τον πολιτισμό στα σκουπίδια σαν «φθηνό τσιγάρο».

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα