Με λένε Θεανώ κι είμαι η μάνα του βασιλιά Παυσανία, του ένδοξου στρατηλάτη που ηγήθηκε της πανστρατιάς των Ελλήνων και κατατρόπωσε τις ορδές των Περσών στις Πλαταιές. Είμαι περήφανη για τον γιο μου κι ας λένε μύρια όσα γι’ αυτόν. Δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά.
Ο Παυσανίας είχε ενστερνιστεί τη λακωνική παιδεία όσο κανένας άλλος. Δεν μήδισε ούτε χρηματίστηκε. Στην κοινωνία της Σπάρτης τα χρήματα δεν έχουν σχεδόν καμία αξία. Κακές γλώσσες έπεσαν να φάνε το παιδί μου και τα κατάφεραν. Να, τώρα βρίσκεται ικέτης στον ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς, για να μην τον πετάξουν στον Καιάδα.
Ποιον να πετάξουν εκεί που πετάνε τους προδότες και τους φονιάδες; Τον νικητή των Περσών; Τον άνθρωπο που τ’ όνομά του θα μείνει στην ιστορία γραμμένο με χρυσά γράμματα; Εκείνον που έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στις περσικές ορδές, που οι υπερφίαλοι νόμισαν πως μπορούν να καθυποτάξουν τον κόσμο ολόκληρο; Όχι, δεν του αξίζει τέτοιος θάνατος, χίλιες φορές όχι!
Ο γιος μου έλαβε τη λακωνική εκπαίδευση αριστεύοντας σε όλα: στα αγωνίσματα, ειδικά στην πάλη σώμα με σώμα αλλά και με ασπίδα και σπαθί, στις γυμνοπαιδιές, στο κυνήγι των άγριων ζώων, ακόμα και στους μουσικούς αγώνες. Κι επειδή η μουσική ήταν από τα σημαντικότερα μαθήματα, ήταν πάλι πρώτος στην φόρμιγγα, στο χορό και στο τραγούδι.
Στην καλαμωτή που έγερνε να κοιμηθεί στην όχθη του Ευρώτα, είχε για προσκεφάλι την Ιλιάδα, που την είχε αποστηθίσει ολόκληρη και την τραγουδούσε πριν από κάθε μάχη, τα ποιήματα του Αλκμάνα και του Τυρταίου, αλλά και τους νόμους του Λυκούργου, του φωτισμένου άντρα. Πολλοί δεν γνωρίζουν τι σημαίνει Λακωνική Παιδεία. Όσοι όμως περάσουν από αυτήν, γίνονται καλοί κ’ αγαθοί και προτιμούν να πεθάνουν ελεύθεροι, παρά να δουν την πατρίδα τους να υποδουλώνεται.
Ο γιος μου τίμησε την ασπίδα του έτσι όπως έχουν μάθει να την τιμούν και να δίνουν γι’ αυτήν τη ζωή τους οι Σπαρτιάτες, αυτήν που την πήρε από τα δικά μου χέρια. Όταν του είπα κοιτώντας τον κατάματα: «Με αυτήν ή πάνω σ’ αυτήν», έσκυψε το κεφάλι, φίλησε τα χέρια μου, ζώστηκε την ασπίδα κι έφυγε χαμογελαστός, λες και πήγαινε σε πανηγύρι κι όχι σε μάχη που δεν ήξερε αν θα γυρίσει ζωντανός. Δεν τον ένοιαζε η ζωή του, όπως δεν ένοιαζε κανένα Σπαρτιάτη. Πρώτα η τιμή και η λευτεριά της πόλης κι ύστερα όλα τα υπόλοιπα.
Γεννήθηκα όρθια και περήφανη, όπως όλες οι Σπαρτιάτισσες. Ο Παυσανίας ήταν παιδί μου, βγαλμένο από τα σπλάχνα μου. Είδα τον χάρο με τα μάτια μου, ώσπου ν’ ακούσω το πρώτο του κλάμα στα χέρια της μαίας. Κάθε φορά που έφευγε σε εκστρατεία, η καρδιά μου δενόταν κόμπος. Τον αγαπούσα όπως όλες οι μανάδες αγαπούν τα βλαστάρια τους. Περίμενα τον αγγελιαφόρο στητή κι αγέλαστη να φέρει το κακό μήνυμα, αλλά πάντα ερχόταν γελαστός με το «Νενικήκαμεν» στα χείλη. Ποτέ δεν τον είχα ρωτήσει αν ο βασιλιάς του είναι καλά, γνώριζα πως αν είχε πάθει κάτι, θα το έλεγε, γι’ αυτό έκανα μεταβολή ψυχρά και κλεινόμουν στο δώμα.
Εκεί έπεφτα στο ανάκλιντρο κι έκλαιγα. Άνθρωπος γεννήθηκα κι όχι άγαλμα. Η καρδιά της μάνας θα χτυπάει πάντα δυνατά για τα παιδιά της. Δεν έπρεπε όμως να το δείξω σε κανέναν. Αλλοίμονο αν φαινόμουν αδύναμη μπροστά σε κάποιον. Το οικοδόμημα της Σπάρτης θα ράγιζε κι αυτές οι ρωγμές θα βάραιναν αποκλειστικά τις δικές μου πλάτες.
Η Σπάρτη ήταν η μητέρα μας. Αυτή κυβερνούσε την ψυχή μας. Δεν ήταν απλά μια πόλη, ούτε μια αόριστη ιδέα, ήταν τα πάντα για εμάς. Ήταν ο γείτονας που σε καλημέριζε, ο παιδαγωγός, ο χοιροβοσκός που φρόντιζε για τον μέλανα ζωμό, ο γυμναστής των εφήβων, ο περίοικος που έφερνε το λάδι, το στάρι και το κρασί στις αποθήκες μας, ο μεταλλουργός που έφτιαχνε τα όπλα μας, ο ιερέας του Απόλλωνα, ήταν οι γυναίκες που γυμνάζονταν γυμνές μαζί με τους άντρες χωρίς να νοιώθουν ντροπή για την γύμνια τους, αυτές που φρόντιζαν να μη σβήσει ποτέ η εστία του σπιτιού και ύφαιναν στον αργαλειό τα ρούχα τους που άφηναν ακάλυπτους τους μηρούς.
Λένε πολλά για εμάς εκείνοι που μας θέλουν δούλες των αντρών, όπως έχουν τις δικές τους γυναίκες, όμως τρέχουν κρυφά σε όποια εταίρα τους γυαλίσει, οι υποκριτές. Αν μπορούσαν να μας κοιτάξουν κατάματα και να δουν τη λάμψη των ματιών μας, δεν θα ξεστόμιζαν τις κατηγόριες τους. Είμαστε πραγματικά ελεύθερες, γιατί μονάχα τέτοιες μανάδες γεννούν ελεύθερους ανθρώπους.
Είμαστε ίσες με τους άντρες και κάποιες φορές ανώτερές τους, μιλάω για εκείνες που έχουν χάσει το γιο τους στην μάχη και χαίρουν της εκτίμησης όλων. Έχουμε την περιουσία μας, κάτι που σε καμία άλλη Ελληνική πόλη δεν συμβαίνει. Δεν ξέρουμε τι θα πει μοιχεία, αυτή η λέξη είναι άγνωστη εδώ. Η κάθε μία είναι ελεύθερη να σμίξει με κάποιον που της αρέσει, χωρίς ο άντρας της να το θεωρήσει ατόπημα. Αυτή είναι η Σπάρτη!
Καθώς ανηφορίζω για τον ναό της Αθηνάς μπροστά από τους πέντε εφόρους και αρκετούς συμπολίτες μου, ακούω τα σφυριά των πετροπελεκητών, που ετοιμάζουν πέτρες. Κάθε χτύπημα και μια μαχαιριά στην καρδιά μου. Με αυτές τις πέτρες θα χτίσουν την είσοδο του ναού, για να πεθάνει από ασιτία ο γιος μου, αφού όντας ικέτης, δεν είχαν το δικαίωμα να τον αγγίξουν. Αυτό αποφάσισε η Απέλλα κι έχω μάθει να σέβομαι τις αποφάσεις των πολλών.
Ο νόμος είναι νόμος και πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα. Στην προκειμένη περίπτωση η Απέλλα αποφάσισε την θανάτωση του Παυσανία για μηδισμό κι αυτό έπρεπε να γίνει σεβαστό από όλους και πρώτα από μένα, την μητέρα που τον γέννησε. Έτσι έχουμε μάθει να ζούμε και πιστεύω πως αυτή είναι η πιο σωστή αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Ας μην κοκορεύονται οι Αθηναίοι για την δική τους δημοκρατία. Σαν τη σπαρτιατική δημοκρατία δεν βρίσκεις πουθενά στον κόσμο. Είμαστε πρώτα Σπαρτιάτες και μετά άνθρωποι. Προηγούνται οι ανάγκες της πόλης κι ακολουθούν οι δικές μας. Αυτό δεν θα το δείτε να συμβαίνει πουθενά αλλού.
Εμείς πρώτοι απ’ όλους αποφασίσαμε να σεβόμαστε τη γνώμη των πολλών, όπως εκφράζεται στην Απέλλα. Οι ελεύθεροι άνθρωποι αποφασίζουν για τα τεκταινόμενα. Όλοι σέβονται τη γνώμη του άλλου και υπερασπίζονται τη δική τους, όμως πάντα θα υπακούσουν όλοι ανεξαίρετα στην απόφαση που θα πάρει η πλειοψηφία, είτε τους αρέσει είτε όχι. Από τη στιγμή που θα ψηφιστεί, είναι πλέον νόμος της Σπάρτης κι οι νόμοι εδώ έχουν το ίδιο ύψος με τον Ταΰγετο.
Αυτόν τον ανήφορο τον έχω περπατήσει αμέτρητες φορές, όμως σήμερα νοιώθω τα πόδια μου αδύναμα. Με το ζόρι ανεβαίνω, όμως δεν το δείχνω κι ούτε θα δώσω την ικανοποίηση σε κανένα να με δει να σωριάζομαι. Θα φτάσω στην είσοδο του ναού ορθή κι αγέρωχη, γιατί έτσι ήταν μέχρι τώρα ολόκληρη η ζωή μου.
Ο κήρυκας με επισκέφτηκε χτες για να μου αναγγείλει την απόφαση του Δήμου. Αν και την γνώριζα, τον υποδέχτηκα με ευγένεια και η φωνή μου δεν ακούστηκε σπασμένη. Το ίδιο συνέβη κι όταν χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του και μου είπε πως σύμφωνα με τα έθιμα της πόλης, πρέπει να είμαι εγώ αυτή που θα χτίσει την πρώτη πέτρα.
Αυτό δεν το περίμενα, όμως απάντησα πως θα το πράξω, αφού το ζητούσε η πόλη. Απορώ με τον εαυτό μου. Πού βρήκα τόση δύναμη για να πω αυτά τα λόγια; Ποιοι θεοί με κράτησαν ορθή την ώρα που απάντησα έτσι; Στο μυαλό μου ήρθε η Κλυταιμνήστρα που έφερε την Ιφιγένεια σφαχτάρι στην Αυλίδα, όμως εκείνη δεν το γνώριζε κι όταν το έμαθε, αντιτάχτηκε με σθένος στον Αγαμέμνονα. Είχε εξοργιστεί, είχε σκίσει τα ρούχα της και τον είχε καταραστεί γι’ αυτό που ήταν έτοιμος να κάνει.
Εγώ όμως πρέπει να προχωρήσω παραπέρα, να γίνω ο δήμιος του παιδιού μου, να τον οδηγήσω ζωντανό στον τάφο η ίδια η μάνα του. Θα μπορούσα να ζητήσω να κλείσουν εμένα στον ναό και ν’ αφήσουν το παιδί μου, αν φυσικά δεν ήμουν Σπαρτιάτισσα. Όλες οι μανάδες θα το είχαν ζητήσει, εκτός από εμάς. Εμείς έχουμε γεννηθεί από εκείνο το σίδερο που σκουριά δεν πιάνει. Η ματιά μας μπορεί να θρυμματίσει τον χρόνο, τόση δύναμη έχουμε. Τίποτα δεν είναι πιο ακριβό για μας από την τιμή και την περηφάνια μας.
Όμως είμαστε και μανάδες κι αυτό δεν ξεχνιέται με τίποτα. Κανένας άντρας δεν μπορεί να νοιώσει τον πόνο της μάνας που βλέπει το παιδί της να πεθαίνει, πόσο μάλλον εγώ που τον στέλνω στον τάφο η ίδια. Πονάει κι ο πατέρας, αλλά όχι σαν εμάς. Εμείς δεν μπορούμε να πονέσουμε, να κλάψουμε, να λυγίσουμε και να δείξουμε τα αισθήματά μας. Θα μπορούσαν να γραφτούν θρήνοι από τους ποιητές και τραγωδίες για τον πόνο μου, μόνο που αυτός δεν φαίνεται, τον κρατάω μέσα μου γι’ αυτό με σφάζει πιο πολύ.
Παρασύρθηκα προς στιγμήν. Δεν ήταν δικά μου λόγια αυτά, αλλά εκείνα που λένε οι υπόλοιπες Ελληνίδες. Εμείς οι Σπαρτιάτισσες είμαστε πάνω από αυτές, στέκουμε πιο ψηλά απ’ όλες. Για το καλό της Σπάρτης προσπερνάμε ακόμα και τη ζωή του γιου μας.
Θυμάμαι, καθώς η απόσταση από τον ναό λιγοστεύει, πως όταν ήταν μικρός μου άρεσε να τον πλένω στον Ευρώτα και τρελαινόμουν να βλέπω τα ματάκια του να χαμογελάνε από ευχαρίστηση. Προσπαθούσε να πιάσει τις πάπιες, τις νερόκοτες και τους κύκνους, αλλά δεν τα κατάφερνε. Με τα πολλά πλησιάσαμε έναν λευκό κύκνο και του χάιδεψε τον μακρύ του λαιμό. Για κακή μας τύχη έτυχε να περάσει εκείνη τη στιγμή ένας παιδαγωγός. Με κοίταξε βλοσυρά και μου είπε: «Σε παρακαλώ, δωσ’ του ένα ξύλινο σπαθί να παίξει. Αυτά δεν είναι παιχνίδια για τους Σπαρτιάτες».
Κι όμως, οι Σπαρτιάτες λάτρευαν την ομορφιά. Οι δωρικοί κίονες των ναών ήταν απλοί κι απέριττοι, έκρυβαν όμως μεγαλείο. Εκεί ήταν το μυστικό, στην απόρριψη του περιττού. Αυτή ήταν η φωλιά της ομορφιάς. Και μην ξεχνάτε πως στην πόλη αυτή γεννήθηκε η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου, η Ωραία Ελένη.
Μας κατηγορούν σαν στρατοκράτες και πολεμοχαρείς. Πόσο σφάλουν! Αν ήμασταν τέτοιοι, θα εύρισκες να έχουμε ναούς του Άρη, όμως εμείς τιμούμε τον θεό του φωτός, τον Απόλλωνα. Αυτός είναι ο θεός των Σπαρτιατών. Αντί για λύρα του έχουμε δώσει ασπίδα και ακόντιο. Σ’ αυτόν θυσιάζουμε πριν από κάθε μάχη. Τιμάμε επίσης την Αθηνά, τη θεά της σοφίας και την Αρτέμιδα, τη θεά του κυνηγιού.
Ο επιφανέστερος από τους εφτά σοφούς ήταν ο συντοπίτης μας Χείλωνας, που τα ρητά του κοσμούν τους ναούς και με αυτά μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Γι’ αυτό, πριν ανοίξετε το στόμα σας να κατηγορήσετε τη λακωνική παιδεία, ας το σκεφτείτε καλύτερα.
Τώρα όχι μόνο ακούω τους πετροπελεκητές, αλλά τους βλέπω κιόλας. Χτυπούν με τέχνη τις πέτρες και τις λειαίνουν για το χτίσιμο. Κι ο γιος μου μέσα στον ναό δεν ξέρει, ούτε μπορεί να φανταστεί τι τον περιμένει. Τον φαντάζομαι να ζητά προστασία από τη θεά. Εγώ μονάχα γνωρίζω τι θα ακολουθήσει.
Ο γραμματέας της Απέλλας θα διαβάσει την απόφαση της ψηφοφορίας με δυνατή φωνή μπροστά στην είσοδο του ναού για να τον ακούσει ο γιος μου που έχει αγκαλιάσει το άγαλμα της θεάς και κατόπιν θα μου πει: «Θεανώ, η στιγμή που πρέπει να εκπληρώσεις το καθήκον σου απέναντι στη Σπάρτη έφτασε».
Ω και να ήταν πολύ μακριά ακόμα ο ναός, να κάνω χρόνια να τον φτάσω, να έχουν ασπρίσει τα μαλλιά μου και να μη με νοιάζει η ζωή μου. Τώρα καταλαβαίνω πως θα εξακολουθήσω να ζω, αλλά στην πραγματικότητα θα είμαι νεκρή.
Τι λαμπρή μέρα ήταν εκείνη, όταν γύρισε νικητής από τις Πλαταιές. Οδηγούσε τους στρατιώτες του περήφανος κι οι πολίτες που στέκονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου τον χειροκροτούσαν και φώναζαν τ’ όνομά του. Σταμάτησε τότε μεμιάς, σήκωσε το δεξί και φώναξε: «Ζήτω η Σπάρτη, ζήτωσαν οι Έλληνες» και το πλήθος επανέλαβε τα λόγια του.
Τα μάτια του πετούσαν φωτιές: «Οι Πέρσες είναι τώρα πια παρελθόν. Πήραν το μάθημά τους και θα το σκεφτούν πολύ καλά να το επαναλάβουν. Πήραμε εκδίκηση για τον θάνατο του ηρωικού μας βασιλιά Λεωνίδα», τους είπε κι οι γυναίκες έσπευσαν να τον στεφανώσουν με λουλούδια. Οι γυναίκες που τον λάτρευαν, τον ποθούσαν κι είχαν πέσει πολλές στην αγκαλιά του. Οι δικές μας γυναίκες που όριζαν τη ζωή τους, χωρίς να δέχονται διαταγές από κανένα.
Ήταν σαν θεός, ίδιος ο Απόλλωνας μου φάνηκε. Πόσο περήφανη ήμουν εκείνη τη στιγμή. Ζούσα ένα όνειρο και δεν ήθελα να τελειώσει. Κι όμως, έσβησε με τόσο τραγικό τρόπο μάλιστα. Βρέθηκαν πολλοί στην Απέλλα που υποστήριξαν διάφορες κατηγορίες κι όλοι κατέληγαν πως ο γιος μου είχε ξεφύγει από τον Σπαρτιατικό τρόπο ζωής κι είχε ξεπέσει στην τρυφηλότητα των Περσών.
Ποιος; Ο Παυσανίας που τους κατατρόπωσε. Όμως το αποφάσισαν και θα το σεβαστώ. Σ’ όλη μου τη ζωή ακολουθώ τους νόμους του Λυκούργου κι είμαι περήφανη που γεννήθηκα σε τούτη την ατείχιστη πόλη, που την προσέχουν ο Ταΰγετος από τη μια, ο Πάρνωνας από την άλλη κι ο Ευρώτας ανάμεσά τους, που της δίνει ζωή.
Εμπρός, λοιπόν, Θεανώ. Έφτασε η στιγμή. Οι πετροπελεκητές έχουν σταματήσει τα χτυπήματα που μου σπάνε τα νεύρα. Ο κήρυκας έχει διαβάσει την καταδικαστική απόφαση με στεντόρεια φωνή για να την ακούσει ο έγκλειστος ικέτης. Όλα είναι έτοιμα και περιμένουν να κάνεις το καθήκον σου. Καθήκον το λένε τώρα, εγώ το λέω έγκλημα, παιδοκτονία, αλλά φωνή δεν βγαίνει από τα χείλη μου.
Δεν έριξα ούτε μια ματιά στο εσωτερικό του ναού που άστραφτε από τον χαλκό. Δεν ήθελα ν’ ανταμώσουν οι ματιές μας. Έπρεπε να φανώ δυνατή. Εγώ μόνο ήξερα πόσο πολύ πονούσα, αλλά δεν το έδειξα. Με μια αποφασιστική κίνηση πήρα το μυστρί, έστρωσα μια μικρή στρώση κονίαμα και με τα δυνατά μου χέρια διάλεξα μια βαριά πέτρα και την τοποθέτησα πάνω του. Τα χέρια μου δεν έτρεμαν, τα είχα καταφέρει, όπως άρμοζε σε μια Σπαρτιάτισσα, όπως ακριβώς ήθελε να με δει να πράττω το πλήθος.
Οι ιαχές του κόσμου φαίνεται πως με ενθάρρυναν προς στιγμήν, αλλά κατόπιν στα αυτιά μου έφταναν αυτές οι φωνές: «Φόνισσα, έστειλες τον γιο σου στον Άδη». Σήκωσα το δεξί και τους χαιρέτησα. Έπειτα με σταθερό βήμα αποχώρησα όπως είχα έρθει, ορθή, στητή και περήφανη. Η καρδιά μου το ήξερε πόσο υπέφερα, κανείς άλλος. Έφτασα στο σπίτι χωρίς να γυρίσω ούτε στιγμή το βλέμμα μου πίσω.
Είμαι η Θεανώ, η μάνα του βασιλιά Παυσανία και σήμερα ήρθα για να θάψω ζωντανό τον γιο μου. Το έκανα. Μη με ρωτήσετε τίποτα άλλο. Οι νεκροί δεν έχουν φωνή ν’ απαντήσουν.




