Οι Παλαιολόγοι και η διχόνοια
Στα μέσα του 15ου αιώνα, ο Μυστράς αποτελούσε το τελευταίο μεγάλο κέντρο του Βυζαντίου και της ελληνικής παιδείας. Την ίδια στιγμή όμως ήταν ένας τόπος διχασμένος. Ενώ η οθωμανική απειλή πλησίαζε, οι τελευταίοι Παλαιολόγοι δεν κατάφεραν να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
Οι αδελφοί του τελευταίου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ΄, ο Θωμάς και ο Δημήτριος Παλαιολόγος, ακολουθούσαν διαφορετική πολιτική. Ο Θωμάς αναζητούσε βοήθεια από τη Δύση, ενώ ο Δημήτριος προτιμούσε τη συνεννόηση με τον Μωάμεθ Β΄. Η μεταξύ τους αντιπαράθεση αποδυνάμωσε το Δεσποτάτο του Μορέως σε μια στιγμή που η ενότητα ήταν απαραίτητη.
Στο μεταξύ, ο λαός ταλαιπωρούνταν. Η διοίκηση ήταν αναποτελεσματική, οι φόροι δυσβάστακτοι, και η ελπίδα έσβηνε σταδιακά.
Ο Πλήθων και το όραμα της αναγέννησης
Μέσα σε αυτό το κλίμα παρακμής ξεχώριζε ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων, ο σπουδαιότερος ίσως λόγιος του Μυστρά. Πίστευε ότι η σωτηρία δεν θα ερχόταν ούτε από τη Δύση ούτε από τους Οθωμανούς, αλλά από την αναγέννηση της ελληνικής παιδείας και την αναδιοργάνωση της πολιτείας. Οι ιδέες του επηρέασαν βαθιά την ιταλική Αναγέννηση και άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία των ιδεών. Κι όμως, στον τόπο του θεωρήθηκε αιρετικός. Μετά τον θάνατό του, ο Γεννάδιος Σχολάριος έκαψε τα έργα του ως επικίνδυνα. Ο Μυστράς δεν ήταν ακόμη έτοιμος για την ελευθερία που πρότεινε.
Ένας Άρχοντας που αρνήθηκε να γονατίσει
Η τελευταία αντίσταση στο Καστρίτσι (Καστρί)
Ο Πρινοκοκκάς δεν ήταν ένας τυχαίος πολεμιστής. Ήταν ένας από τους ισχυρότερους γαιοκτήμονες και προύχοντες του Μυστρά, ένας άνθρωπος με τεράστια επιρροή και πλούτο. Όταν στις 30 Μαΐου 1460 ο Δεσπότης Δημήτριος Παλαιολόγος παρέδωσε αμαχητί τα κλειδιά του Μυστρά στον Σουλτάνο, ο Πρινοκοκκάς αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την υποταγή.
Μαζεύοντας τα υπάρχοντά του, τους πιστούς του άνδρες και περίπου 300 έως 400 Λακεδαιμόνιους πολεμιστές, αποσύρθηκε στα οχυρά του Ταϋγέτου. Κατέφυγε στο Καστρίτσι, μια φυσικά οχυρή τοποθεσία, όπου είχαν ήδη ζητήσει προστασία εκατοντάδες γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά.
Η άνιση μάχη και η προδομένη συμφωνία
Ο Μωάμεθ Β΄, εξοργισμένος από τις εστίες αντίστασης που συναντούσε, πολιόρκησε στενά το Καστρίτσι. Οι Οθωμανοί, έχοντας ισοπεδώσει προηγουμένως το γειτονικό οχυρό της Βορδόνιας, εξαπέλυσαν αλλεπάλληλες, αιματηρές επιθέσεις.
Για μέρες, οι λιγοστοί υπερασπιστές, σαν άλλοι Σπαρτιάτες, απέκρουαν τα κύματα των εισβολέων προκαλώντας τους βαριές απώλειες. Το κάστρο δεν λύγισε από τα οθωμανικά σπαθιά, αλλά από τη δίψα και την εξάντληση των εφοδίων. Βλέποντας τα γυναικόπαιδα να πεθαίνουν από την έλλειψη νερού, ο Πρινοκοκκάς αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει, παίρνοντας τον λόγο του Σουλτάνου ότι θα προστατευτεί η ζωή των επιζώντων.
Όμως, ο Πορθητής αθέτησε αμέσως τη συμφωνία. Ακολούθησε μια τυφλή, τρομακτική σφαγή. Οι πολεμιστές αποκεφαλίστηκαν, τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν ως σκλάβοι και η μικρή καστροπολιτεία ισοπεδώθηκε ολοσχερώς.
Για τον ηρωικό ηγέτη της αντίστασης, ο Μωάμεθ επιφύλαξε το πιο φρικιαστικό τέλος, θέλοντας να στείλει ένα μήνυμα τρόμου σε όλο τον Μοριά. Διέταξε τους δημίους του να τον γδάρουν ζωντανό.
Ο κορυφαίος ιστορικός της εποχής, Γεώργιος Σφραντζής (Φραντζής), κατέγραψε αυτή τη θηριωδία με μια λιτή, αλλά συγκλονιστική φράση που αντηχεί στους αιώνες: «Τὸν δὲ Πρινοκοκκᾶν ἐκδείρας ἐτελείωσεν» (Αφού έγδαρε τον Πρινοκοκκά, του αφαίρεσε τη ζωή).
Επίσης ο Γεώργιος Σφραντζής (Φραντζής) τονίζει τον ρόλο του Πρινοκοκκά ως άρχοντα γαιοκτήμονα με μεγάλη επιρροή στο Μυστρά και περιγράφει τη μάχη στο Καστρίτσι ως μια ηρωική αλλά και μάταιη προσπάθεια να ανακοπεί η προέλαση των Οθωμανών.
Το μήνυμα στο σήμερα
Η ιστορία του Πρινοκοκκά δεν έγινε τόσο γνωστή όσο άλλων ηρώων. Κι όμως, συμβολίζει την αξιοπρέπεια απέναντι στην υποταγή. Παράλληλα, το όραμα του Πλήθωνα μάς θυμίζει ότι η δύναμη ενός λαού δεν βρίσκεται μόνο στα όπλα, αλλά και στις ιδέες, στην παιδεία και στην ενότητα.
Ο Μυστράς μάς διδάσκει πως όταν οι άρχοντες διχάζονται, οι κοινωνίες πληρώνουν βαρύ τίμημα. Και πως η πνευματική αναγέννηση είναι συχνά η απαραίτητη προϋπόθεση για την εθνική αναγέννηση.
Σε μια εποχή που αναζητά πρότυπα ευθύνης και αυταπάρνησης, η ιστορία του Άρχοντα Πρινοκοκκά παραμένει ένας φωτεινός φάρος που μας θυμίζει ότι η αξιοπρέπεια ενός λαού κρίνεται από την απόφασή του να αμυνθεί, ακόμα και όταν όλα γύρω του καταρρέουν.
Στου Καστριτσίου τη σιωπή, το αίμα γράφει λόγο,
Πρινοκοκκάς με μια φωνή, φλόγισε τον κόσμο όλο.
Δεν λύγισε, δεν προσκυνά, κι ας τον έγδαραν ζωντανό·
αθάνατος στον θάνατο, και Έλληνας ως το στερνό.




