Το «πράσινο φως» για την εγκατάσταση τελεφερίκ στην Καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς άναψε τις προάλλες το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), όπως διαβάσατε σε δημοσίευμα του «ΛΤ». Με τις αποφάσεις του ΣτΕ απορρίφθηκαν οι αιτήσεις ακυρώσεως σωματείων και φυσικών προσώπων της περιοχής Μονεμβασίας κατά αποφάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, των περιβαλλοντικών αρχών και του Δ. Μονεμβασίας.
Στις αποφάσεις του Δικαστηρίου κατά των προσφυγών, που παρουσιάζει ο «ΛΤ», το ΣτΕ υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του: η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η αρχαιολογική έγκριση ακολουθούν ξεχωριστές διαδικασίες και δεν υπάρχει νόμιμη προτεραιότητα μεταξύ τους. Έτσι, όπως αναφέρεται, η σειρά έκδοσης των εγκρίσεων δεν καθιστά καμία απόφαση προειλημμένη. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην προστασία του περιβάλλοντος και της προσβασιμότητας, τονίζοντας ότι τα μνημεία πρέπει να είναι προσιτά σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες. Το έργο του τελεφερίκ θεωρήθηκε ότι διευκολύνει τόσο τα άτομα με αναπηρίες όσο και το αρχαιολογικό προσωπικό που έχει την ευθύνη συντήρησης της Άνω Πόλης. Οι αποφάσεις αυτές, σύμφωνα με το ΣτΕ, βασίζονται και στις συνταγματικές διατάξεις, αλλά και στη Διεθνή Σύμβαση του ΟΗΕ του 2007 για την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες σε πολιτιστικούς χώρους.
Το ΣτΕ έκρινε ότι οι επεμβάσεις στα μνημεία πρέπει να σέβονται τους συνταγματικούς και νομοθετικούς κανόνες, να τεκμηριώνουν τις επιπτώσεις και να γίνονται με τις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως υποστηρίζεται, οι κανόνες αυτοί τηρήθηκαν, ενώ η λεγόμενη «μηδενική λύση» -δηλαδή η μη κατασκευή του έργου- κρίθηκε νόμιμα αποκλεισμένη, καθώς το τελεφερίκ εξυπηρετεί ουσιαστικά κοινωνικά και πολιτιστικά συμφέροντα.
Όπως ισχυρίζεται το ΣτΕ, η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία εγκρίθηκε και από την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, περιλάμβανε ειδική οικολογική αξιολόγηση, εξετάζοντας κάθε είδος πανίδας, τις κατηγορίες επικινδυνότητας και τις πιθανές επιπτώσεις του έργου, το οποίο αξιολογήθηκε ως περιορισμένης εμβέλειας.
Επιπλέον, επισημαίνεται πως εξετάστηκαν εναλλακτικές λύσεις, με την αρχική επιλογή να εγκαταλείπεται μετά από βραχομηχανική μελέτη. Το τελεφερίκ θα κατασκευαστεί με εν μέρει υπόσκαφες εγκαταστάσεις και υλικά της περιοχής, σύμφωνα με τις αρχιτεκτονικές προδιαγραφές.
Η πλήρης ετυμηγορία του ΣτΕ
«Με τις 6 και 7 /2026 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκαν αιτήσεις ακυρώσεως σωματείων και φυσικών προσώπων της περιοχής Μονεμβασίας κατά αποφάσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, των περιβαλλοντικών αρχών και του Δήμου Μονεμβασίας, σχετικών με την εγκατάσταση εναερίου αναβατορίου στην Άνω Πόλη της Μονεμβασίας.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία η περιβαλλοντική αδειοδότηση και η αρχαιολογική έγκριση εκδίδονται ύστερα από διαφορετικές διαδικασίες, διακεκριμένες μεταξύ τους, και δεν καθιερώνεται από τον νόμο καμία χρονική προτεραιότητα μεταξύ των δύο, αλλά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να προηγείται οποιαδήποτε από αυτές, χωρίς αυτό να καθιστά την επόμενη προϊόν “προειλημμένης” απόφασης.
Επί της ουσίας της υπόθεσης, το Δικαστήριο επανέλαβε τον κανόνα ότι το περιβάλλον, φυσικό και πολιτιστικό, συνιστά δικαίωμα του καθενός, από τον κανόνα δε αυτόν δεν εξαιρούνται τα άτομα με αναπηρίες ή τα εμποδιζόμενα άτομα, τα οποία αναμένεται να επωφεληθούν από το αναβατόριο, πολύ περισσότερο ενόψει και των συνταγματικών διατάξεων περί προστασίας των ατόμων με αναπηρίες, αλλά και της ειδικής Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ του 2007, η οποία ρητώς αναφέρεται στην πρόσβαση των ατόμων αυτών στους πολιτιστικούς χώρους. Έκρινε, ειδικότερα, ότι τα μνημεία επιτελούν την πολιτιστική τους λειτουργία μόνον ως μέρος της συλλογικής μνήμης, την οποία προϋποθέτουν αλλά και τροφοδοτούν, δεν έχουν δε αυτοαναφορική σημασία ούτε μεταφυσική έννοια και σκοπό, αλλά πρέπει να είναι, κατά το δυνατόν, προσιτά σε όλους.
Πρέπει, όμως, όπως κρίθηκε, και οι σχετικές με τη διευκόλυνση των αναπήρων και εμποδιζόμενων ατόμων επεμβάσεις στα μνημεία να εναρμονίζονται με τους πάγιους συνταγματικούς και νομοθετικούς κανόνες, να αποβλέπουν, δηλαδή, όχι μόνο στην ανάδειξη, αλλά και την προστασία του πολιτιστικού στοιχείου με ειδική τεκμηρίωση των αναμενομένων επιπτώσεων της επέμβασης σε αυτό, και να υπόκεινται στις προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις (γνωμοδοτήσεις αρχαιολογικών συμβουλίων κ.λπ.). Οι κανόνες αυτοί, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην 6/2026 απόφαση, είχαν τηρηθεί στην προκείμενη περίπτωση. Καθ’ όσον, τέλος, αφορά τη λεγόμενη “μηδενική λύση”, δηλαδή τη μη κατασκευή του έργου, κρίθηκε ότι αυτή νομίμως είχε αποκλειστεί, διότι το έργο διευκολύνει όχι μόνο τα εμποδιζόμενα άτομα, αλλά και το αρχαιολογικό προσωπικό, το οποίο έχει την ευθύνη συντήρησης των αρχαιοτήτων της Άνω Πόλης.
Κρίθηκε, στη συνέχεια, με την 7/2026 απόφαση, ότι, εν προκειμένω, είχαν τηρηθεί οι περιορισμοί και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ιδιαίτερα αυξημένοι για τη Μονεμβασία, αφού ο τόπος του έργου, εκτός από το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον, εμπίπτει και εντός περιοχής του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων περιελάμβανε ειδική οικολογική αξιολόγηση, η οποία, όπως κρίθηκε, πληρούσε τις απαιτήσεις επάρκειας και νομιμότητας αιτιολογίας. Επισημάνθηκαν σχετικώς οι αναφορές των μελετών σε κάθε είδος πανίδας, ιδίως πουλιών που διαβιούν στην περιοχή ή διέρχονται από αυτήν, εξετάσθηκε η κατηγορία επικινδυνότητας που ανήκει το καθένα και σταθμίσθηκαν οι κίνδυνοι γι’ αυτά από το έργο, το οποίο, πάντως, αξιολογήθηκε ως περιορισμένης εμβέλειας. Είχαν, εξάλλου, εξετασθεί και εναλλακτικές λύσεις, από τις οποίες, μάλιστα, η αρχικώς επιλεγείσα εγκαταλείφθηκε λόγω των πορισμάτων της σχετικής βραχομηχανικής μελέτης. Εξετάστηκαν, ακόμη, οι αρχιτεκτονικές πλευρές του έργου, οι κτιριακές εγκαταστάσεις του οποίου θα είναι εν μέρει υπόσκαφες, με υλικά της περιοχής (as found).
Διαπιστώθηκε, τέλος, ότι και η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η οποία δεν είχε μόνον οικολογικό περιεχόμενο, εγκρίθηκε, πάντως, και από την οικεία αρχαιολογική υπηρεσία, με ειδική πράξη, η οποία κρίθηκε νόμιμη».




