Η πρόσφατη είδηση για τη δωρεά ενός επιβλητικού αγάλματος της «Σπαρτιάτισσας Μάνας» από το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών «Παιδεία» των ΗΠΑ προς τον Δήμο Σπάρτης, αποτελεί αναμφίβολα μια σπουδαία εξέλιξη. Πέρα, όμως, από τη γενναιόδωρη προσφορά, το γεγονός αυτό φέρνει στο προσκήνιο την αξία τού να κατατίθενται και να μην ξεχνιούνται καινοτόμες προτάσεις στον δημόσιο διάλογο.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι το συγκεκριμένο όραμα δεν γεννήθηκε χθες. Ήδη από το 2016, ο ιστορικός και δημοσιογράφος Νίκος Ι. Καρμοίρης με σχετικό του άρθρο (εφ. «Το Γεφύρι», 8/2016) είχε προτείνει τη δημιουργία αγάλματος της «γυναίκας της Σπάρτης» με προτεταμένη την ασπίδα και την αναγραφή της ιστορικής ρήσης «ή ταν ή επί τας». Η πρότασή του, που κατατέθηκε επίσημα και στον Δήμο τον Ιούνιο του 2017, εστίαζε εξαρχής στην προοπτική χρηματοδότησης από ομογενείς ευεργέτες –όπως δρομολογείται σήμερα– και πρότεινε ως ιδανικό σημείο χωροθέτησης του γλυπτού την οδό Παλαιολόγου, αντικριστά από τον Λεωνίδα, συμβολίζοντας νοητά την παράδοση της ασπίδας από τη μάνα στον Σπαρτιάτη βασιλιά.
Η σημερινή δρομολόγηση αυτού του έργου υπενθυμίζει μια βασική κοινωνική αρχή, την οποία συχνά λησμονούμε ως τοπική κοινωνία: το χρέος μας όχι μόνο να μνημονεύουμε, αλλά και να αναγνωρίζουμε δημοσίως τους ενεργούς πολίτες όταν οι ιδέες τους παίρνουν «σάρκα και οστά». Πόσοι, άλλωστε, θυμούνται -φερ’ ειπείν- πως η απεικόνιση του ρωμαϊκού ψηφιδωτού της Ευρώπης στο ελληνικό νόμισμα των 2 ευρώ υλοποιήθηκε ύστερα από την οραματική πρόταση ενός άλλου ενεργού πολίτη, του Τάσου Βεκράκου, η οποία είχε κατατεθεί στον Δήμο Σπαρτιατών στα τέλη της δεκαετίας του ‘90;




