Δύο κυνηγετικοί σκύλοι νεκροί. Έξι δηλητηριασμένα δολώματα. Ένας ακόμη σκύλος που στάθηκε τυχερός και γλίτωσε. Και λίγο νωρίτερα, δύο σκύλοι κτηνοτρόφου νεκροί στην περιοχή των Λυγερών.
Δεν πρόκειται για «κακή στιγμή». Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο περιστατικό. Πρόκειται για μια πρακτική που, όταν επιβεβαιώνεται, αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: την επικίνδυνη ευκολία με την οποία κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να σκορπίσουν θάνατο στο φυσικό περιβάλλον.
Το δηλητηριασμένο δόλωμα δεν γνωρίζει ποιος θα το βρει. Δεν ξεχωρίζει τον κυνηγό από τον κτηνοτρόφο. Δεν ξεχωρίζει τον κυνηγετικό σκύλο από ένα αδέσποτο ζώο. Δεν ξεχωρίζει ένα ζώο από ένα παιδί που μπορεί να βρεθεί στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή.
Και αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης. Κάποιος αφήνει πίσω του δηλητήριο και φεύγει. Οι συνέπειες όμως μένουν εκεί, μέσα στο χώμα, στους δρόμους, στα χωράφια και στα βουνά μας.
Η καταγγελία του Κυνηγετικού Συλλόγου Σπάρτης έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την καταγραφή του περιστατικού, αλλά και για κάτι ακόμη: την ανάγκη να μην αντιμετωπίζονται τέτοιες πράξεις ως «υπόθεση μεταξύ κυνηγών», «διαφορά με κτηνοτρόφους» ή ως ένα ακόμη περιστατικό που θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες. Δεν είναι!
Είναι υπόθεση προστασίας των ζώων, της δημόσιας ασφάλειας και του ίδιου του φυσικού μας περιβάλλοντος. Και είναι θετικό ότι στην προκειμένη περίπτωση ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και τα ευρήματα παραδόθηκαν στις αρμόδιες αρχές. Αυτό ακριβώς πρέπει να γίνεται: καταγγελία, έρευνα, στοιχεία και απόδοση ευθυνών εκεί όπου αυτές αποδειχθούν.
Γιατί η ανοχή είναι ο καλύτερος σύμμαχος τέτοιων πρακτικών. Όποιος γνωρίζει, οφείλει να μιλήσει. Όποιος βλέπει, οφείλει να καταγγείλει. Και οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να διερευνήσουν με τη σοβαρότητα που απαιτείται.
Τα βουνά μας δεν είναι ξέφραγο πεδίο για εκδίκηση, αντιπαραθέσεις και ανεξέλεγκτες πράξεις. Όταν κάποιος σκορπά δηλητήριο στο βουνό, δεν σκοτώνει μόνο έναν σκύλο.
Δηλητηριάζει την ίδια την κοινωνία μας…




