Μια από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη σχέση ανάμεσα στον καρδιακό ρυθμό και τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τόσο οι πολύ χαμηλοί όσο και οι πολύ υψηλοί καρδιακοί παλμοί ηρεμίας μπορεί να αποτελούν σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι για αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Imperial College London και περιέλαβε περίπου 460.000 συμμετέχοντες, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για χρονικό διάστημα κατά μέσο όρο 14 ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου καταγράφηκαν συνολικά 12.290 εγκεφαλικά επεισόδια, επιτρέποντας στους ερευνητές να αναλύσουν σε μεγάλη κλίμακα τη σχέση μεταξύ καρδιακού ρυθμού ηρεμίας και εγκεφαλικού.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, ο χαμηλότερος κίνδυνος εγκεφαλικού παρατηρήθηκε σε άτομα με καρδιακούς παλμούς ηρεμίας μεταξύ 60 και 69 παλμών ανά λεπτό. Αντίθετα, ο κίνδυνος αυξανόταν αισθητά όταν οι παλμοί έπεφταν κάτω από τους 50 ή ξεπερνούσαν τους 90 παλμούς ανά λεπτό.
Πιο συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες με πολύ χαμηλούς καρδιακούς παλμούς εμφάνιζαν περίπου 25% μεγαλύτερο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ όσοι είχαν πολύ υψηλούς παλμούς εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο κατά περίπου 45%.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η συγκεκριμένη σύνδεση παρέμεινε ισχυρή ακόμη και μετά την προσαρμογή για γνωστούς παράγοντες κινδύνου, όπως η υπέρταση, ο διαβήτης και η κολπική μαρμαρυγή. Αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, ενισχύει την άποψη ότι ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας μπορεί να αντανακλά έναν πραγματικό βιολογικό μηχανισμό που σχετίζεται με τον κίνδυνο εγκεφαλικού και όχι απλώς μια τυχαία συσχέτιση.
Ωστόσο, όταν οι συμμετέχοντες εξετάστηκαν ξεχωριστά ανάλογα με το αν είχαν κολπική μαρμαρυγή ή όχι, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι το συγκεκριμένο μοτίβο εμφανιζόταν κυρίως σε άτομα χωρίς τη συγκεκριμένη καρδιακή αρρυθμία. Σε όσους έπασχαν ήδη από κολπική μαρμαρυγή, η σύνδεση ανάμεσα στον καρδιακό ρυθμό και τον κίνδυνο εγκεφαλικού δεν ήταν τόσο εμφανής.
Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ Ντέξτερ Πεν από το Τμήμα Επιστημών Εγκεφάλου του Imperial College London, εξήγησε ότι αυτό πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι η κολπική μαρμαρυγή αποτελεί από μόνη της εξαιρετικά ισχυρό παράγοντα κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο, αυξάνοντας τον κίνδυνο περίπου πέντε φορές. Έτσι, η επίδραση του καρδιακού ρυθμού είναι δυσκολότερο να απομονωθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
Όπως ανέφερε ο ίδιος, σε άτομα χωρίς κολπική μαρμαρυγή ο καρδιακός ρυθμός θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιπλέον εργαλείο για την καλύτερη αναγνώριση και κατηγοριοποίηση του κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίου.
Οι ερευνητές διερεύνησαν επίσης πιθανούς μηχανισμούς που μπορεί να εξηγούν τη σχέση ανάμεσα στον καρδιακό ρυθμό και το εγκεφαλικό επεισόδιο. Διαπίστωσαν ότι οι πολύ χαμηλοί καρδιακοί παλμοί σχετίζονταν κυρίως με ισχαιμικά εγκεφαλικά επεισόδια. Σύμφωνα με την ανάλυση, αυτό ενδέχεται να συνδέεται με μειωμένη ροή αίματος προς τον εγκέφαλο, καθώς οι μεγαλύτερες χρονικές αποστάσεις ανάμεσα στους παλμούς μπορεί να επηρεάζουν την επαρκή αιμάτωση του εγκεφάλου.
Από την άλλη πλευρά, οι αυξημένοι καρδιακοί παλμοί συνδέθηκαν τόσο με ισχαιμικά όσο και με αιμορραγικά εγκεφαλικά επεισόδια. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι υψηλοί παλμοί ίσως αντανακλούν αυξημένη πίεση και καταπόνηση στα τοιχώματα των αιμοφόρων αγγείων, γεγονός που θα μπορούσε να συμβάλει τόσο σε απόφραξη αγγείων όσο και σε μεγαλύτερη προδιάθεση για αιμορραγία.
Ο συν-συγγραφέας της μελέτης και αναπληρωτής καθηγητής Ιατρικής Εγκεφαλικού Επεισοδίου, Alastair Webb, σημείωσε ότι ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας αποτελεί ένα απλό, εύκολα διαθέσιμο και χαμηλού κόστους μέτρο που ίσως αξίζει μεγαλύτερης προσοχής κατά την αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ειδικά σε άτομα χωρίς κολπική μαρμαρυγή.
Παράλληλα, τόνισε ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διευκρινιστεί γιατί τόσο οι πολύ χαμηλοί όσο και οι πολύ υψηλοί καρδιακοί παλμοί σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου, αλλά και ποιες θεραπευτικές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να μειώσουν αυτόν τον κίνδυνο.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ακόμη ότι μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εξετάσουν γενετικούς παράγοντες που σχετίζονται με τον καρδιακό ρυθμό, καθώς και τη χρήση συνεχούς παρακολούθησης των παλμών, ώστε να καταγράφονται καλύτερα οι μεταβολές τους με την πάροδο του χρόνου.
Τέλος, επισημαίνουν ότι τα ευρήματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν και σε πιο διαφορετικούς πληθυσμούς, ωστόσο τονίζουν ότι οι πολύ χαμηλοί ή πολύ υψηλοί καρδιακοί παλμοί δεν θα πρέπει να αγνοούνται, καθώς μπορεί να αποτελούν σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι για αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και ανάγκη ενίσχυσης των προληπτικών μέτρων και των αλλαγών στον τρόπο ζωής.




