Στη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου, η Δημοτική Επιτροπή Σπάρτης ενέκρινε κατά πλειοψηφία το πρακτικό της Επιτροπής Διαγωνισμού για την προμήθεια ημιφορτηγών, συνολικού ύψους 120.000 ευρώ. Αφορά αγορά ΙΧ αγροτικών οχημάτων με πρόσθετο εξοπλισμό -μεταξύ αυτών αλατιέρες για εκχιονισμό- που θα καλύψουν υπηρεσιακές ανάγκες. Η διαδικασία μπορεί να ήταν τυπικά ορθή και νόμιμη, το ερώτημα όμως που γεννήθηκε εντός αίθουσας και μεταφέρεται κι εκτός αυτής, είναι πηγαίο: Είναι και συμφέρουσα;
Στον διαγωνισμό κατατέθηκε μία και μοναδική προσφορά. Όπως υποστήριξε και ο δημοτικός σύμβουλος της παράταξης Τζανετέα, Νίκος Τσούκλερης, η έκπτωση που δόθηκε ανήλθε στο 0,28%. Δηλαδή, από τις 120.000 ευρώ, ο δήμος «κέρδισε» 340 ευρώ. Ένα ποσό που δεν αντιστοιχεί ούτε στο κόστος βασικού εξοπλισμού ενός οχήματος. Ο Ν. Τσούκλερης έθεσε ευθέως θέμα ματαίωσης, υποστηρίζοντας ότι η νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα κήρυξης ενός διαγωνισμού ως ασύμφορου όταν ο ανταγωνισμός είναι ανεπαρκής και όταν οι προσφερόμενες τιμές δεν διασφαλίζουν πραγματικό όφελος για τον φορέα. Όπως σημείωσε, με μία μόνο συμμετοχή και με τόσο οριακή έκπτωση, η διαδικασία «είναι ο ορισμός του ασύμφορου». Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι τα οχήματα της συγκεκριμένης μάρκας διατίθενται στην αγορά στην τιμή των 39.100€ (έκαστος), δηλαδή είναι αρκετά χαμηλότερης αξίας από αυτή που προβλέπει η συμφωνία.
Από την πλευρά της Δημοτικής Αρχής, ο αντιδήμαρχος Δημοσθένης Κακούρος, υπερασπίστηκε τη διαδικασία, εξηγώντας ότι οι συμμετέχουσες εταιρείες επιβαρύνονται με σημαντικά πρόσθετα κόστη όταν λαμβάνουν μέρος σε διαγωνισμούς του Δημοσίου: Προαγορά και ταξινόμηση οχημάτων, ειδικές άδειες, εγκατάσταση εξοπλισμού εκχιονισμού, εκπαίδευση προσωπικού. Τόνισε ότι έγινε σύγκριση με αντίστοιχους διαγωνισμούς ανά την επικράτεια και ότι οι τιμές κινούνται στα ίδια επίπεδα. Υπογράμμισε επίσης τη γενικευμένη απροθυμία εταιρειών να συμμετέχουν σε δημόσιες διαδικασίες λόγω καθυστερήσεων πληρωμών και γραφειοκρατίας, επισημαίνοντας ότι όσοι τελικά συμμετέχουν, το πράττουν εξασφαλίζοντας εύλογο κέρδος.
Η ουσία όμως δεν αφορά τη νομική ορθότητα, αλλά την πολιτική και ηθική διάσταση. Όταν διαγωνισμός με εξαψήφιο «τίμημα» καταλήγει με έκπτωση μικρότερη της μισής ποσοστιαίας μονάδας, προκαλείται εύλογα η εντύπωση ότι ο ανταγωνισμός δεν λειτούργησε προς όφελος του δήμου. Ακόμη κι αν οι τιμές είναι πράγματι συμβατές με άλλους δήμους, το ερώτημα παραμένει. Αρκεί το «έτσι συμβαίνει παντού» για να θεωρηθεί ένα τέτοιο κόστος πλήρως δικαιολογημένο; Σε μια περίοδο όπου οι πολίτες πιέζονται οικονομικά και οι δήμοι επικαλούνται διαρκώς έλλειψη πόρων, κάθε ευρώ αποκτά βαρύτητα. Η εικόνα που εκπέμπεται δίνει τροφή για προβληματισμό. Μπορεί να μην υπάρχει παρατυπία ή «σκιά» ως προς τη νομιμότητα της διαδικασίας. Η εγκριθείσα, αξιοσέβαστη δαπάνη, όμως, γεννά ένα βαθύτερο ζήτημα: αν το σύστημα προμηθειών επιτρέπει πραγματικό ανταγωνισμό και ουσιαστική εξοικονόμηση. Για συμφωνία 120.000 ευρώ που αποδίδει έκπτωση μικρότερη -λόγου χάρη- του κόστους δύο ελαστικών, μπορεί να πειστεί ο δημότης ότι είναι επωφελής; Η ανάγκη (και) μηχανοκίνητης ενίσχυσης του δήμου για την κάλυψη της επιχειρησιακής επάρκειας, σαφώς και δεν αμφισβητείται. Το ερώτημα είναι αν εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια για την εξασφάλιση του μέγιστου εφικτού οφέλους. «Ψίθυροι» και μουρμούρα περί σπατάλης δεν αιωρούνται ως μομφή, αλλά ως εύλογη απορία.
Ξέχωρα των παραπάνω, αποδεικνύεται ότι πάντα χρειάζεται και μια «δεύτερη ματιά», όπως αυτές που «ρίχνει» συχνά-πυκνά ο Ν. Τσούκλερης. Όχι για τις εντυπώσεις ή τη στείρα αντιπαράθεση, αλλά για τη διασφάλιση του ελέγχου, που οφείλει να διέπει μια ζωντανή δημοκρατική λειτουργία.




