Σημαντικές αμφιβολίες για τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη υπολογίζει τη στάθμη της θάλασσας φέρνει στο φως νέα διεθνής έρευνα, αναδεικνύοντας ένα κρίσιμο «τυφλό σημείο» που ενδέχεται να αλλάξει τα δεδομένα για τις παράκτιες περιοχές παγκοσμίως.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature, βασίστηκε σε ανάλυση 385 μετρήσεων και κατέδειξε ότι η συντριπτική πλειονότητα των δεδομένων (σε ποσοστό 99%) στηρίζεται είτε σε γεωειδή μοντέλα, είτε σε συνδυασμούς ελλιπών ή ασύμβατων στοιχείων, είτε ακόμη και σε ανεπαρκή τεκμηρίωση σχετικά με τη μεθοδολογία υπολογισμού.
Τα γεωειδή μοντέλα αποτελούν μαθηματικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται ευρέως για την εκτίμηση της μέσης στάθμης της θάλασσας, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα και την περιστροφή της Γης. Ωστόσο, η μη τέλεια σφαιρικότητα του πλανήτη και οι τοπικές ιδιαιτερότητες καθιστούν τη χρήση τους πιο σύνθετη απ’ ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Ένα «τυφλό» σημείο με σοβαρές συνέπειες
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, ένας βασικός περιορισμός των μοντέλων αυτών είναι ότι θεωρούν τα νερά της θάλασσας ουσιαστικά «ακίνητα», παραβλέποντας δυναμικούς παράγοντες όπως οι άνεμοι, τα θαλάσσια ρεύματα και οι παλίρροιες.
Σε περιοχές όπως η Βόρεια Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι συνθήκες είναι πιο ήπιες και τα δεδομένα περισσότερα, οι αποκλίσεις είναι σχετικά μικρές. Ωστόσο, σε περιοχές όπως η Νοτιοανατολική Ασία και ο Ινδο-Ειρηνικός, οι διαφορές μεταξύ υπολογισμένων και πραγματικών επιπέδων της θάλασσας εμφανίζονται σημαντικές, προκαλώντας έντονο προβληματισμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Δέλτα του Μεκόνγκ στο Βιετνάμ, όπου διαπιστώθηκε ότι το υψόμετρο είναι χαμηλότερο από αυτό που προέβλεπαν τα μοντέλα. Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίστηκαν και στο Δέλτα του Αγιεγιάργουαντι στη Μιανμάρ, ενισχύοντας τις ανησυχίες για την αξιοπιστία των έως τώρα μεθόδων.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι τέτοιες ανακρίβειες μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις, ιδίως για περιοχές που ήδη απειλούνται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας.
Παράλληλα, η έρευνα δείχνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να συμβαίνει και το αντίθετο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ανταρκτική, όπου η στάθμη της θάλασσας φαίνεται να είναι χαμηλότερη από ό,τι είχε εκτιμηθεί.
Ως απάντηση, οι ερευνητές προτείνουν την αντικατάσταση των γεωειδών μοντέλων με πιο σύγχρονες μεθόδους. Συγκεκριμένα, αξιοποίησαν υπερυπολογιστές για να συνδυάσουν πολλαπλά υψομετρικά μοντέλα με πρόσφατες μετρήσεις, επιτυγχάνοντας σημαντικά μεγαλύτερη ακρίβεια.
Όπως τονίζουν, η ανακάλυψη αυτή δεν αποτελεί αποτυχία της επιστήμης, αλλά μέρος της εξέλιξής της, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις και καλύτερη προστασία των παράκτιων περιοχών σε όλο τον κόσμο.
φωτό: ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ EUROKINISSI




