Καμμιά βολή απάντησης

Παρασκευή, 19 Ιούλιος 2019 19:54 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Κοινὴ νύξ μία πάντας ἔχει (Μια κοινή νύχτα κατέχει όλους μας)  Απολλωνίδης Σμυρνεύς

«Μα, γιατί τα βλέπεις έτσι;» μου λένε συχνά. Βλέπουν ότι δεν απασχολώ. Κάθομαι σε μια γωνία δεν μιλώ και σπεύδουν να βγάλουν συμπεράσματα. Εγωϊστής. Κλεισμένος στον εαυτό του. Νομίζει ότι κάτι είναι… κι άλλα τέτοια. Και να μην ισχύει τίποτα απ’ αυτά. Το κυριώτερο δεν νόμισα ποτέ πως είμαι κάτι σπουδαίο. Ή άλλοι, όταν πεις πως η ζωή είναι τραγική, δύσκολη, χωρίς κάποια σταθερή ομορφιά, είναι έτοιμοι κι αρχίζουν αμέσως τις συμβουλές: «Ξέρεις, εγώ δεν τα σκέφτομαι έτσι». «Εγώ έχω κλειδώσει τις κακές σκέψεις έξω». «Κάνε έτσι, τούτο, εκείνο». «Δες τήν όμορφη πλευρά της ζωής…» Κάποτε αρκεί ν’ ανοίξει κανείς μια φορά το στόμα του και να ειπεί μία φράση και καταλαβαίνεις τι είναι. «Ξέρεις εγώ, μου είπε ένας χθες, σκέφτομαι μόνο θετικά». Τι να πω. Νομίζω ότι δεν σκέφτεται καν. Μπορεί όμως να σκέφτεται πραγματικά κι εγώ να είμαι ο αδύνατος.
Έτσι δεν είπα ποτέ και σε κανέναν γιατί το κάνεις αυτό. Γιατί σκέφτεσαι έτσι. Δεν κάνω παρατηρήσεις. Δεν βάζω στη μέση τον εαυτό μου. Με μερικά πράγματα βέβαια θυμώνω. Και καμμιά φορά γίνομαι θηρίο. Ιδίως σε θέματα αρχών. Παλιμβουλίας. Άλλα τη μία φορά κι άλλα την άλλη. Ψευδών, χαμαιλεοντισμού. Εκεί είμαι μάλλον απόλυτος.
Άλλωστε μεγάλωσα πια. Και στη μεγάλη ηλικία οι άνθρωποι, περισσότερο οι άντρες, αλλάζουν, παίρνουν άλλη μορφή. Τό ’λεγε άλλωστε και η Σφίγγα στο περίφημο αίνιγμά της. «Ἔστι δίπουν ἐπὶ γῆς καὶ τετράπον, οὗ μία φωνὴ (ένα όνομα) καὶ τρίπον, ἀλλάσσει δὲ φυὴν» (μεταβάλλει τη φύση) ανάλογα με την αυξομείωση των ποδιών. Η βακτηρία, το σκήπτρον του γέροντος, που λειτουργεί ως τρίτο πόδι, του αλλάζει και τη φύση του. Κι έχουν μια ηρεμία και μια σοφία τα ηλικιωμένα άτομα. Οι άντρες σε μεγάλο ποσοστό, γιατί υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αλλάζουν προς το καλό. Και αρκετοί είναι μια γλυκειά παρέα. Μπορεί να μη μιλούν για ώρες. Και ξαφνικά λένε μια φράση που σε ξαφνιάζει. Είναι κατάμεστη σοφίας. Πώς από είκοσι (20) κιλά σταφύλια βγάζεις δυο-τρεις πρώτες σταγόνες ρακί; Κάπως έτσι ένα πράμα. Λες και όλο το διάστημα που δεν μιλούσαν σκέφτοντανκαι ξάφνου άνοιξε ένα παραθυράκι του μυαλού και της ψυχής τους. Τα βλέπουν καθαρά τα πράγματα οι άνθρωποι στη μεγάλη ηλικία. Δεν έχουν περιθώρια να θεατρινίσουν.
Επίσης ο άνθρωπος γενικά δεν έχει περιθώρια να αστειεύεται και να θεατρινίζει όταν αντικρίζει κατάματα τις μεγάλες πραγματικότητες. Θυμάμαι όταν ξεθάψαμε τα κόκκαλα του παππούλη μου. Ήταν η πρώτη φορά που παιδί έτυχα σε εκταφή. Εκεί πια η πραγματικότητα σε χτυπάει με το βέλος κατάστηθα, κατάκαρδα. Ειδικά όταν βλέπεις το κρανίο. Και σκέφτεσαι ότι ο εγκέφαλος, που δεν υπάρχει πια, έγινε χώμα. Που κάποτε έδινε εντολή για όλα (κίνηση, συναισθήματα, σκέψεις, χαρές, λύπες, συλλογισμούς, κρίσεις κι άλλα κι άλλα) που σχηματίστηκε σιγά σιγά με τις αισθήσεις και κατεγράφη πάνω του ένα ολόκληρο σύμπαν, που έπραξε, δημιούργησε, ερωτεύτηκε κι αυτή ήταν η κινητήρια δύναμη, είναι τώρα ένα τίποτα. Το «μεγάλο τίποτα» η ζωή που λέει ο Ποιητής. Και στη βόλτα που κάνω, όπου ιδώ νεκροταφείο κάτι σα να με τραβάει, μπαίνω μέσα και μιλώ με τα μνήματα. (Λακ. Τύπος 29.9.18). Σε ένα μια μέρα είδα στη γωνία το οστεοφυλάκειο. Ήταν ανοιχτό και στη μια πλευρά του σωρωμένα μόνο κρανία, ίσως από παλαιότερες εκταφές ή μεταφερθέντα εκεί από κάποιο παλιό νεκροταφείο. Τα παρατηρούσα και ήσαν όλα μια κοψιά. Αν ήταν άντρας ή γυναίκα, όμορφος ή άσχημος, ψηλός ή κοντός, πλούσιος ή φτωχός, έξυπνος ή χαζός, νέος ή γέρος… όλα μα όλα ίδια. Μάλιστα μέσα από δυο τρία βγήκαν και δύο σαύρες. Και κανείς ποτέ απ’ αυτούς που πέθαναν δεν άφησε μια χαραμάδα, μια απλή ένδειξη έστω ότι μετά το θάνατο κάτι υπάρχει. Και όλοι κολυμπάμε στον ωκεανό του αγνώστου. Και κάθεται ο άλλος και προσπαθεί να σου ειπεί τι είναι η ζωή. Κι όταν τίθεται το ερώτημα «τί είναι η ζωή; Ποιος ο σκοπός της; Καμμία βολή απάντησης» λέει ο μεγάλος στοχαστής Φ. Βαρέλης.
Σε κάτι τέτοια, στην εκταφή των οστών όπως είπαμε, βλέπω τόσο καθαρά τη φράση του στοχαστή για τη ζωή. Καμμιά βολή απάντησης. Γιατί, για προσπάθησε μάγκα μου εσύ σοφέ, όποιος και νάσαι, να μου περιγράψεις τί είναι η ζωή; Να μου δώσεις την έννοιά της και να μπορέσω να καταλάβω. Να τη βάλεις σε κορνίζα τη ζωή. Να την περιορίσεις. Να την πιάσεις και να δώσεις και σε μένα να καταλάβω τι είναι αυτό το φαινόμενο, να το νιώσω να ησυχάσω. (Κι εμένα αν με ρωτήσουν θα ειπώ ίσια: Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ ν’ απαντήσω.) Αυτομάτως τότε διαπιστώνεις ότι δεν ορίζεται η ζωή. δεν αντιλαμβάνεσαι τι είναι. Εκεί που νομίζεις πως ξέρεις κι ότι αυτά είναι αυτονόητα. Και πρώτα η δική σου ζωή. Ξεκινάς από κάπου που δεν το ξέρεις αυτό το κάπου και πας κάπου που επίσης δεν ξέρεις. Πιάστηκες από το σπέρμα του πατέρα σου που έχει μέσα και το σπέρμα του δικού του πατέρα, του παππούλη σου και του προπαππούλη σου, που κάποια στιγμή ενώθηκε με ‘κείνοτης μάνας σου, που κι εκείνο έχει… που…, που… Και λοιπόν; Πώς ενώθηκαν; Ζωή πώς προέκυψε; Πώς αυτά πιάνονται και γίνονται ζωή; Και υπάρχω τι σημαίνει; Μήπως υπάρχω σημαίνει αρχή και τέλος; Μήπως ζωή σημαίνει αρχή και τέλος; Και αφού σημαίνει «και τέλος» (ζωή δίχως τέλος δεν νοείται) τότε γιατί να υπάρχει; (Υπάρχει ζωή επειδή υπάρχει θάνατος. Και τί θα πει υπάρχει;) Ύστερα τί ζωή είναι αφού υπάρχει θάνατος; Αφού περιβάλλεται από το θάνατο δηλ. την ανυπαρξία, το «μεγάλο τίποτα» που λέει ο Καβάφης;
«Καμμιά βολή απάντησης» λοιπόν για τηζωή και το σκοπό της. Και ο στοχαστής λέει γιατί καμμία βολή. Δίδει απάντηση. Γιατί, λέει, τη ζωή δεν τη φτιάξαμε εμείς για να ξέρουμε το σκοπό της. Ξέρουμε πχ το σκοπό του τραπεζιού, του χαρτιού, του τηλεφώνου, του αεροπλάνου, του σπιτιού κτλ, γιατί αυτά τα φτιάξαμε εμείς. Τη ζωή όμως; Ποτέ λοιπόν δεν θα μάθουμε το σκοπό της. Κι εκείνος που θα ειπεί εγώ ξέρω τι είναι ζωή και το σκοπό της, αν συναντήσεις τέτοιον άνθρωπο, καλοχαιρέτα τον όπως γράφει ο Λιαντίνης, δώσ’ του αν κρατάς είκοσι (20) λεφτά ελεημοσύνη και φρόντισε να μην ξανασυναντηθούν οι δρόμοι σας. Το δίποδο αυτό έχει μυαλό χελώνας, γουστέρας.
Καμμιά βολή απάντησης λοιπόν. Κι εδώ εντυπωσιάζει η λέξη «βολή»που πήγε και βρήκε. Όποια άλλη μου φαίνεται δεν θα απέδιδε. Πυροβόλησε, λες με τη λέξη «βολή» κι χτύπησε το στόχο κατάκεντρα. Στην καρδιά. Αυτό από τη μία μεριά σαν πυροβολισμός.
Κι από την άλλη, η λέξη «βολή» με την έννοια της απάντησης που να βολεύει (να βολεί), να αποδίδει, να ικανοποιεί. Να λες: Ναι αυτό είναι. Να αρκείσαι σ’ αυτό. Έδωσε να λες μία απάντηση.
Και τελικά αυτή να είναι και η απάντηση. Καμμιά βολή απάντησης. Και εδώ παρουσιάζεται ανάγλυφα μπροστά μας η τραγικότητα της ζωής. Και τα έντονα φαινόμενα δεν έχουν απαντήσεις. Σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν υπάρχουν απαντήσεις. Υπάρχει μόνο τραγικότητα και σπαραγμός. Κι ας τα θεωρούμε αυτονόητα και τα προσπερνάμε.
Να χθες ήταν που πήγα να φύγω το βράδυ και με χτύπησε ένα λουλούδι, ένας ιβίσκος κλειστός. Γύρισα, τον είδα και :»καλέ, εσύ πώς έκλεισες; Πότε έκλεισες τώρα που έπεσε η νύχτα; Όλη μέρα ήσουν ανοιχτός και με κύτταζες στα μάτια. Τώρα ποιός σε διέταξε να κλείσεις κι εσύ υπάκουσες; (Κι αυτό το κάνουν πολλά λουλούδια). Γιατί αντέδρασες έτσι; Αισθάνεσαι; Και μόλις αρχίσει να φωτάει ανοίγεις πάλι. Άρα αντιλαμβάνεσαι το φως, τη μέρα, το σκοτάδι, τη ζέστη, το κρύο. Κι εκεί τρελάθηκα. Και εμείς ψάχνουμε να βρούμε, τί να βρούμε;
Πιάσε λοιπόν εσύ σοφέ μου τώρα κι εξήγησέ μου γιατί και πώς έκλεισε ο ιβίσκος. Όλα λοιπόν τα σπουδαία δεν έχουν απαντήσεις. Για να μην πούμε ότι δεν επιδέχονται ερωτήσεων. Αφού όπου δεν υπάρχουν απαντήσεις δεν πρέπει να υπάρχουν ερωτήσεις. Μόνο να ευχηθούμε νάμαστε καλά να μπορούμε να ξεδιπλώνουμε άφοβα, χωρίς ντροπή, τους προβληματισμούς μας στην πάλη που κάνουμε. Να τοποθετούμεθα ήρεμα και γαλήνια μέσα σ’ αυτό το εχθρικό περιβάλλον που ζούμε. Μέσα σ’ αυτό το χάος που βρισκόμαστε εμείς οι απειροελάχιστοι. Τρισχιλιομμυριοστοί όπως λέει ο Νικηφ. Βρεττάκος, που εύχεται "φῶς ἐς ἀεί, λόγον ἐς ἀεί." Γιατί, κακά τα ψέματα, αυτά και άλλα δύσκολα, ανεξήγητα και τυραννικά δεν υπάρχουν, σήμερα ειδικά, και πολλοί άνθρωποι να τα κουβεντιάσεις. Όσο για μένα ευχαριστώ την τύχη μου που βρήκα ένα βήμα να εκφράζομαι κάπου κάπου όπως θέλω. Το θεωρώ κατάκτηση και μεγάλη συγκυρία. Δεν έχει μεγαλύτερη μοναξιά από την εγκεφαλική. Μπορεί να βρίσκουμε παρέα να φάμε, να πιούμε, αλλά να κουβεντιάζεις ελεύθερα και να λες εκείνα τ’ άλλα που εσύ θες, δύσκολο να βρεις. Τα ξεφορτώνω λοιπόν εδώ στο χαρτί της εφημερίδας. Και παρακαλώ -ζητώ πολλά το ξέρω- αν γίνεται να αφανιστώ μέσα στο φως. («Ἐν φάει καὶ ὄλεσσον»). Είναι νομίζω η συγκλονιστικώτερη ικεσία προς το Θεό που ακούστηκε ποτέ.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα