Με το θάρρος της γνώμης
από τον Βασίλη Λαδά
Κατά καιρούς ανοίγουν συζητήσεις για την εικόνα της πόλης. Άλλοι μιλούν για φοίνικες, άλλοι για πλατάνια, άλλοι για το τι ταιριάζει περισσότερο στους δρόμους και στις πλατείες της Σπάρτης. Είναι μια συζήτηση που έχει τη σημασία της, γιατί τα δέντρα δίνουν σκιά, ομορφιά και ποιότητα ζωής. Όμως, όταν φτάνουμε να λέμε ότι τα δέντρα είναι το τοπόσημο της Σπάρτης, τότε χάνουμε την ουσία.
Το αληθινό τοπόσημο της Σπάρτης δεν είναι ούτε οι φοίνικες ούτε τα πλατάνια. Είναι η ιστορία της. Είναι ο Λεωνίδας, οι 300, η ανδρεία, η πειθαρχία, η λιτότητα και ένα όνομα που ταξιδεύει αιώνες σε όλο τον κόσμο. Ο επισκέπτης δεν έρχεται στη Σπάρτη για να δει ένα είδος δέντρου. Έρχεται γιατί έχει ακούσει το όνομα Σπάρτη και περιμένει να δει μια πόλη που να θυμίζει, να προβάλλει και να τιμά την ιστορία της.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα έχουμε φοίνικες ή πλατάνια. Είναι τι είδους πόλη θέλουμε. Θέλουμε δρόμους πνιγμένους από αυτοκίνητα, βιασύνη, παρκαρίσματα και αδιαφορία, ή δρόμους που να αποδίδονται περισσότερο στον άνθρωπο; Θέλουμε ένα κέντρο ασφυξίας, ή ένα κέντρο όπου ο πολίτης και ο επισκέπτης θα μπορούν να περπατήσουν, να σταθούν, να θαυμάσουν και να νιώσουν ότι βρίσκονται σε μια πόλη με χαρακτήρα;
Η Σπάρτη δεν χρειάζεται να επινοήσει ιστορία. Την έχει. Αυτό που χρειάζεται είναι να την εμφανίσει στους δρόμους της. Να δημιουργήσει πεζοδρόμους, διαδρομές, πλατείες και σημεία αναφοράς με μνημεία, αγάλματα, ψηφιδωτά, μαρμάρινες στήλες, επιγραφές και σύμβολα που να μιλούν για την ταυτότητά της. Τότε ο επισκέπτης δεν θα περνά απλώς. Θα στέκεται, θα φωτογραφίζει, θα θυμάται. Και τότε η πόλη θα πάψει να είναι τόπος διέλευσης και θα γίνει τόπος εμπειρίας.
Οι εικόνες που παρουσιάζονται με πεζοδρόμους, πλατάνια, φωτισμούς, αγάλματα, μαρμάρινες στήλες και Σπαρτιατικά σύμβολα δεν είναι απλώς ωραίες φωτογραφίες. Είναι μια πρόταση για το πώς θα μπορούσε να μεταμορφωθεί η πόλη. Αν η Σπάρτη αποκτήσει τέτοιους δρόμους, αν το κέντρο της γίνει ένας ζωντανός δρόμος ιστορίας και πολιτισμού, τότε οι επισκέπτες δεν θα θυμούνται αν είδαν φοίνικες ή πλατάνια. Θα θυμούνται ότι περπάτησαν σε μια πόλη που τους μίλησε για τη Σπάρτη.
Αυτό κάνουν σήμερα πολλές πόλεις στην Ελλάδα και στον κόσμο. Ενισχύουν τα κέντρα τους με πεζοδρομήσεις, με αισθητική αναβάθμιση, με ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία, γιατί ξέρουν ότι ο σύγχρονος επισκέπτης θέλει να περπατήσει μια πόλη, όχι να τη δει πίσω από παρμπρίζ και παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Βέβαια, πάντα θα υπάρχουν αντιδράσεις. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν μόνο το σήμερα, μόνο τη συνήθεια, μόνο τη μικρή τους ευκολία. Καμιά φορά πίσω από αυτές τις αντιδράσεις κρύβονται στενές αντιλήψεις, φόβος για την αλλαγή ή και οικονομικά συμφέροντα που δεν αφήνουν την πόλη να προχωρήσει. Όμως μια πόλη δεν μπορεί να σχεδιάζει το μέλλον της με βάση τη μιζέρια, τη στασιμότητα και την άρνηση κάθε προόδου.
Η αναβάθμιση του κέντρου, οι πεζόδρομοι και η ιστορική ταυτότητα δεν αφαιρούν ζωή από την πόλη. Της δίνουν ζωή. Δεν σημαίνει ότι τα δέντρα δεν έχουν αξία. Φυσικά και έχουν. Η πόλη χρειάζεται πράσινο, σκιά και ομορφιά. Αλλά όλα αυτά είναι το πλαίσιο. Δεν είναι η ψυχή της. Είτε με φοίνικες είτε με πλατάνια, η Σπάρτη θα αποκτήσει πραγματική δύναμη μόνο όταν οι δρόμοι, οι πλατείες και οι διαδρομές της αρχίσουν να μιλούν για αυτό που πραγματικά είναι.
Τα πλατάνια αυτά δεν είναι ένα τυχαίο στοιχείο. Έχουν πιάσει ρίζες, έχουν προσαρμοστεί, μεγαλώνουν και όσο θα περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο θα απλώνουν τα κλαδιά τους, θα σκιάζουν και θα ομορφαίνουν την Παλαιολόγου. Κάποτε μπορούν να δημιουργήσουν μια φυσική καμάρα πρασίνου πάνω από τον δρόμο, δίνοντας δροσιά, ομορφιά και χαρακτήρα στον πιο κεντρικό άξονα της πόλης. Είναι λοιπόν κρίμα και μεγάλο λάθος, ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ, να κοπούν τώρα, τη στιγμή ακριβώς που αρχίζουν να δείχνουν την αξία τους.
Υπάρχει και μια μεγάλη αντίφαση. Οι φοίνικες υπήρχαν παλαιότερα και χάθηκαν, γιατί καταστράφηκαν από το σκαθάρι. Στη θέση τους μπήκαν τα πλατάνια. Και τώρα συζητιέται να βγουν τα πλατάνια, για να ξαναμπούν φοίνικες. Αυτό δεν μοιάζει με σχέδιο. Μοιάζει με σύγχυση. Αν μία επόμενη διοίκηση έχει διαφορετική άποψη τι γίνεται τότε τα αλλάζουμε πάλι; Μια πόλη δεν μπορεί να αλλάζει κατεύθυνση κάθε λίγα χρόνια, ξεριζώνοντας ό,τι η ίδια φύτεψε. Η αναβάθμιση θέλει συνέχεια, λογική, σεβασμό και όραμα.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι η ιδέα της πεζοδρόμησης και της ενοποίησης σημαντικών σημείων της πόλης δεν είναι κάτι σημερινό. Πριν από μερικές δεκαετίες, ο αείμνηστος ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΙΩΤΗΣ, ως άνθρωπος που ασχολήθηκε με τα κοινά της Σπάρτης, και ως υποψήφιος Δήμαρχος Σπάρτης, είχε παρουσιάσει φωτογραφίες και προτάσεις για την πεζοδρόμηση της οδού Λυκούργου, από την Παλαιολόγου έως την οδό Οσίου Νίκωνος, με σκοπό να ενωθεί το πάρκο του ΟΤΕ με το πάρκο του Μουσείου και να δημιουργηθεί ένας ενιαίος χώρος πρασίνου, περιπάτου και πολιτισμού. Εκείνη η σκέψη, που τότε μπορεί να έμοιαζε τολμηρή, σήμερα θα μπορούσε να ξαναδιαβαστεί με πιο ώριμο τρόπο. Μέσα σε έναν συνολικό σχεδιασμό για την Παλαιολόγου, τη Λυκούργου και το κέντρο της Σπάρτης, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας μεγάλος ενιαίος χώρος μνήμης, πρασίνου και ιστορίας, που θα αναβάθμιζε την εικόνα της πόλης και θα έδινε στους πολίτες και στους επισκέπτες έναν πραγματικό πυρήνα ζωής, πολιτισμού και ανάσας.
Και αν από όλα αυτά δεν γίνει τίποτα, αν η πόλη μείνει πάλι στην ίδια εικόνα, στην ίδια ακινησία και μιζέρια, τότε τουλάχιστον ας κρατήσουμε το δικαίωμα να ονειρευόμαστε. Δεν είναι κακό να ονειρεύεται κανείς μια καλύτερη Σπάρτη. Δεν είναι κακό να φαντάζεται δρόμους χωρίς ασφυξία από αυτοκίνητα, πεζοδρόμους γεμάτους ζωή, μνημεία, αγάλματα, φως, ιστορία και ανθρώπους που περπατούν περήφανα μέσα στην ίδια τους την πόλη.
Η Σπάρτη δεν πνίγεται από τα δέντρα. Πνίγεται από την έλλειψη οράματος. Το κακό δεν είναι το όνειρο. Το κακό είναι να υπάρχει ένας τόπος με τέτοιο όνομα και τέτοια αξία, και να μη βρίσκονται οι άνθρωποι, η ηγεσία, η τόλμη και η ικανότητα να τον σηκώσουν εκεί που του πρέπει. Αν δεν μπορέσουμε να τη φτιάξουμε όπως της αξίζει, τουλάχιστον ας την οραματιστούμε. Για να θυμόμαστε πως η Σπάρτη δεν γεννήθηκε για την μιζέρια και την παρακμή, αλλά για κάτι πολύ μεγαλύτερο.




