Ένα καλοκαιρινό πρωινό του 1976 περιμέναμε με τη συμβία μου, Νανά, στον σταθμό των Αθηνών να ταξιδέψουμε προς Σπάρτη. Βλέπουμε έναν κύριο σοβαρό να έρχεται, κρατώντας μια τσάντα. «Γνωστός», της λέω, «είναι ο κύριος». «Είναι ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος», μου λέει με δισταγμό. «Θα πάω να τον χαιρετήσω». Σηκώνομαι από το παγκάκι. «Πώς είστε ποιητή μας, Νικηφόρε;» Μου χαμογέλασε ο ποιητής. Στο λεωφορείο καθίσαμε πολύ κοντά. Η διαδρομή ήταν πολύωρη τότε. Όταν η Νανά έκοψε λίγο μήλο, έδωσε και στον ποιητή. Στο Άργος πήραμε καφέ μαζί του. Τον είχαμε αποκλειστικά δικό μας. Δεν ήταν ακόμη πολύ γνωστός στο ευρύ κοινό.
Εκεί μας εξομολογήθηκε ότι ήθελε να μείνει για λίγο στην περιοχή της Σπάρτης, κατά προτίμηση στα Πικουλιάνικα ή στον Σταυρό της Τρύπης. «Αύριο το πρωί θα περάσω να σας πάρω από το ξενοδοχείο, να πάμε να δούμε», του λέω. Είχα τότε ένα αυτοκινητάκι, χιλιάρι. Πέρασα και τον πήρα, πρόσεχα στον δρόμο να τον πάω τον ποιητή μας σώο και αβλαβή, γιατί ήμουν και νέος οδηγός. Περάσαμε τον Μυστρά, ανεβήκαμε στα Πικουλιάνικα. Σταματήσαμε κάτω από την εκκλησία, μόλις είχε τελειώσει η Θεία Λειτουργία της Κυριακής. Ρωτήσαμε αν υπήρχε κάτι να στεγαστεί ο ποιητής, τίποτε. Κάναμε στάση στον Σταυρό. Του άρεσε η περιοχή, του θύμιζε την πατρίδα του, την Πλούμιτσα. Έριξε μια ματιά κάτω στη ρεματιά με τα κυπαρίσσια, μετά στο βάθος προς το Κάστρο του Μυστρά, στη Σπάρτη και στον Πάρνωνα και δεξιά προς τον Ταΰγετο. Τα περισσότερα σπίτια κλειστά, οι κάτοχοί τους στην ξενιτιά.
«Θέλετε, κύριε Βρεττάκο, να προχωρήσουμε προς Τρύπη; Εκεί ευρίσκονται ο πατέρας μου και ο αδελφός μου. Συνηθίζω τις Κυριακές να τους επισκέπτομαι, αν βέβαια έχετε λίγο χρόνο στη διάθεσή σας. Θα χαρούν πολύ να σας δουν. Γνωρίζουν αμφότεροι την παρουσία σας στα ελληνικά γράμματα». «Αν είναι εύκολο και δεν δημιουργούμε κανένα πρόβλημα», απάντησε εκείνος. Φθάσαμε στην Κάτω Χώρα της Τρύπης, με προσεκτική οδήγηση, γιατί ο δρόμος ήταν τότε γεμάτος λακκούβες και ο επιβάτης μου σημαντικό πρόσωπο. Γελούσε ο ποιητής όταν του το έλεγα αυτό καθ' οδόν. Τους δικούς μου τους βρήκαμε καθήμενους στο τουράκι της εξώπορτας. Το συνήθιζαν αυτό, γιατί εκεί έπιαναν κουβέντα με τους περαστικούς. Καμιά φορά περίμεναν εμένα να τους πάω εφημερίδα, περιοδικό ή γλυκά που είχε φτιάξει η Νανά. Εκείνη την Κυριακή, τους πήγα τον ποιητή μόνο. Κάθονταν και με μάλωναν που δεν πήρα ένα τηλέφωνο, ώστε να τον υποδεχθούν όπως έπρεπε. Ανεβήκαμε στη βεράντα του σπιτιού. Πανοραμική θέα σε όλο το χωριό. Ψηλά ο Ταΰγετος. Μπήκα στην κουζίνα να φτιάξω τους καφέδες. Όταν επέστρεψα, μου λέει ο πατέρας: «Τα μιλήσαμε, θα έλθει ο ποιητής να μείνει στο σπίτι μας, εμείς θα μαγειρεύουμε, θα φέρνεις εσύ ό,τι λείπει από τη Σπάρτη και ο ποιητής θα γράφει μέσα στη σάλα, όπου και θα μένει». Κατεβήκαμε στη Σπάρτη και άφησα τον ποιητή στο ξενοδοχείο να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του προτού μετακομίσει στην Τρύπη.
Εκείνο που διαπίστωνα κάθε φορά που πήγαινα στην Τρύπη ήταν ότι ο πατέρας μου μου έσφιγγε το χέρι παραδόξως εγκάρδια, ενώ από τότε που διορίστηκα και έφυγα από το χωριό παρά τη θέλησή του (έμενα στη Σπάρτη, όπου δούλευα σε τράπεζα), εξεδήλωσε μια πικρία απέναντί μου, γιατί με προόριζε αντικαταστάτη στην περιουσία του. Ο ποιητής και ο πατέρας κάθονταν το πρωί στη βεράντα, διηγούμενοι περιστατικά της πολυετούς ζωής τους. Σύντομα έφευγε ο ποιητής, κλείνονταν με τις ώρες στο δωμάτιό του και έγραφε. Σε ένα από τα άρθρα του στον ημερήσιο Τύπο αναφέρθηκε και στον πατέρα μου, τον «μπαρμπα-Γιώργη», συνταξιούχο του ΟΓΑ από την Τρύπη. Πέρασαν οι ημέρες, ολοκλήρωσαν κάποιες εργασίες στο πατρικό του στην Πλούμιτσα, έφυγε. Πέθανε ο πατέρας, είδαμε και τον ποιητή μέσα στον κόσμο, την ημέρα της κηδείας του στην Τρύπη.




