Ένα κοινό ευρωπαϊκό μέτωπο ενάντια στη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης–Mercosur διαμορφώνεται στον στρατηγικό κλάδο των επιτραπέζιων ελιών, με οργανώσεις από την Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία να προειδοποιούν για σοβαρές ανατροπές στην αγορά, απώλεια ανταγωνιστικότητας και βαθιές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες σε αγροτικές περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αμφιλεγόμενη εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της Λατινικής Αμερικής που συγκροτούν τη Mercosur, αναμένεται να υπογραφεί σήμερα, Σάββατο (17/1).
Η Πανελλήνια Ένωση Μεταποιητών - Τυποποιητών - Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ), η ASSOM (Ιταλία) και η SEMESA (Ισπανία), σε κοινή παρέμβασή τους, εκφράζουν έντονη ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώθηκε ο κλάδος στη συμφωνία, η οποία εγκρίθηκε στις 9 Ιανουαρίου από το Συμβούλιο των Μόνιμων Αντιπροσώπων της ΕΕ και οδηγείται πλέον στο στάδιο της υπογραφής, έπειτα από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν περισσότερα από 25 χρόνια.
Σταδιακή άρση δασμών,
άμεση πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της, η Πανελλήνια Ένωση Μεταποιητών - Τυποποιητών - Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα της συμφωνίας, οι εισαγωγικοί δασμοί στις επιτραπέζιες ελιές προέλευσης Mercosur, που σήμερα ανέρχονται στο 12,8%, θα καταργηθούν σταδιακά μέσα σε χρονικό ορίζοντα επτά ετών. Η εξέλιξη αυτή, όπως επισημαίνουν οι ευρωπαϊκές οργανώσεις, διευκολύνει την είσοδο προϊόντων από τρίτες χώρες στην ενιαία αγορά, με όρους σημαντικά ευνοϊκότερους από εκείνους που ισχύουν για την ευρωπαϊκή παραγωγή.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές επιτραπέζιες ελιές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δασμολογικά εμπόδια ύψους περίπου 12,6% στις αγορές της Mercosur, γεγονός που, σύμφωνα με τους φορείς του κλάδου, ακυρώνει κάθε έννοια ισότιμης εμπορικής μεταχείρισης.
Ασύμμετρη συμφωνία και χαμένες αγορές
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περίπτωση της Βραζιλίας, μίας από τις μεγαλύτερες αγορές κατανάλωσης επιτραπέζιων ελιών παγκοσμίως. Παρά τη δυναμική ζήτηση, τα ευρωπαϊκά προϊόντα παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένα, ενώ ανταγωνιστές από άλλες περιοχές του κόσμου απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση μέσω διμερών συμφωνιών.
Όπως τονίζουν οι οργανώσεις, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δημιουργεί ένα διπλό πλήγμα για τον ευρωπαϊκό τομέα: Αφενός περιορίζει τις εξαγωγικές προοπτικές σε κρίσιμες αγορές εκτός Ευρώπης, αφετέρου εντείνει τον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ, με προϊόντα που δεν υπόκεινται στα ίδια αυστηρά κοινωνικά, περιβαλλοντικά και ποιοτικά πρότυπα.
Κίνδυνος για μεταποίηση,
θέσεις εργασίας και αγροτικές περιοχές
Οι φορείς του κλάδου κρούουν τον «κώδωνα» του κινδύνου για τη βιωσιμότητα της μεταποιητικής βιομηχανίας, τη διατήρηση χιλιάδων θέσεων εργασίας και τη συνοχή ολόκληρων αγροτικών περιοχών, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο. Πρόκειται για έναν τομέα με έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, υψηλή προστιθέμενη αξία και μακρά παράδοση συμμόρφωσης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων, εργασιακών σχέσεων και περιβαλλοντικής προστασίας.
Όπως επισημαίνεται, η άνιση αυτή μεταχείριση υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, σε μια περίοδο που το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό και οι πιέσεις στις αγροτικές οικονομίες εντείνονται.
Νέα Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία στο προσκήνιο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι τρεις οργανώσεις ανακοίνωσαν ότι βρίσκονται στο τελικό στάδιο σύστασης νέας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Επιτραπέζιων Ελιών, με στόχο την ενιαία εκπροσώπηση του κλάδου και την ενίσχυση της θεσμικής παρουσίας του στις Βρυξέλλες.
Η πρωτοβουλία αυτή φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως συντονισμένο αντίβαρο στις εμπορικές πολιτικές της ΕΕ, διεκδικώντας ουσιαστικές διορθώσεις και δικλείδες προστασίας για έναν κλάδο που θεωρείται εμβληματικός για την ευρωπαϊκή αγροδιατροφή.
Μια συμφωνία με βαρύ ιστορικό
Η έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΕΕ–Mercosur που ξεκίνησε το 1999, αφορά τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της αποκαλούμενης «Νότιας Κοινής Αγοράς», δηλαδή την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, με τη Βολιβία να έχει ενταχθεί πρόσφατα ως πλήρες μέλος. Παρά τη μακρά της διαδρομή, εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε ευαίσθητους αγροτικούς τομείς της Ευρώπης.
Για τον κλάδο των επιτραπέζιων ελιών, η συμφωνία δεν αποτελεί απλώς ένα εμπορικό κείμενο, αλλά μια δομική απειλή, που -όπως υποστηρίζουν οι επαγγελματίες του χώρου- κινδυνεύει να αναδιαμορφώσει τον χάρτη της αγοράς εις βάρος της ευρωπαϊκής κι εντός αυτής, της ελληνικής παραγωγής.




