Το σιωπητήριο που απλώνεται στις σχολικές αυλές της Πελοποννήσου, σταθερά και ραγδαία τα τελευταία χρόνια, δεν είναι σαφώς αποτέλεσμα μιας υπηρεσιακής διευθέτησης, αλλά η επίσημη, γραπτή αποτύπωση μιας υπαίθρου που αργοσβήνει. Με την επίσημη εισήγηση του περιφερειακού διευθυντή Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πελοποννήσου, Δημήτρη Οικονομόπουλου, η οποία σφραγίστηκε προ ημερών σε ΦΕΚ, 26 συνολικά σχολικές μονάδες της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Περιφέρειάς μας δεν θα χτυπήσουν το κουδούνι για την επερχόμενη σχολική χρονιά 2026–2027.
Οι λόγοι
Η διοικητική αυτή εισήγηση-απόφαση προς το Υπουργείο Παιδείας αποτυπώνει ανάγλυφα μια αμείλικτη πραγματικότητα. Μηδενικές εγγραφές, έλλειψη μαθητικού δυναμικού και απουσία κατάλληλων διδακτηρίων, όπως περιγράφεται στο ΦΕΚ, οδηγούν σε προσωρινή αναστολή λειτουργίας 19 νηπιαγωγεία και 7 δημοτικά σχολεία στους πέντε νομούς της Περιφέρειας Πελοποννήσου.
Άδειες οι αίθουσες και οι αυλές
σε 6 μονάδες στη Λακωνία
Για τη Λακωνία, τα συνολικά 6 «λουκέτα» αποτυπώνουν το μέγεθος της πληγής που πλήττει την καρδιά μικρών ή μεγαλύτερων, αλλά ιστορικών κοινοτήτων. Φέτος, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, οι σχολικές αυλές θα μείνουν βουβές στο Νηπιαγωγείο Σκούρας, αλλά και στο Δημοτικό Σχολείο Λογκανίκου, εξέλιξη που προκαλεί διάχυτο προβληματισμό στους κατοίκους των περιοχών αυτών.
Παράλληλα, στο ίδιο καθεστώς αναστολής διατηρούνται για ακόμη μία χρονιά το Νηπιαγωγείο Φλομοχωρίου Ανατ. Μάνης και το Νηπιαγωγείο Αγίου Νικολάου Βοιών (από το 2025-2026), το Νηπιαγωγείο Βρονταμά (από το 2024-2025), καθώς και το Δημοτικό Σχολείο Καρυών (από το 2023-2024), καταδεικνύοντας στη συνείδηση του μέσου πολίτη πως η αρνητική αυτή τάση έχει προσλάβει πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά.
Μπορεί ο φετινός αριθμός των σχολικών αναστολών στη Λακωνία να εμφανίζεται αριθμητικά μικρότερος κατά τρεις μονάδες σε σύγκριση με τις δέκα της περσινής χρονιάς, ωστόσο η ουσία είναι η διαρκής αποψίλωση του εκπαιδευτικού ιστού του νομού.
Η γεωγραφία της ερήμωσης:
Από την Κορινθία έως τη Μεσσηνία
Η εικόνα διαγράφεται εξίσου ζοφερή στο σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, όπου η απόφαση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης επικαιροποιεί τη σκληρή πραγματικότητα.
Στην Αργολίδα αναστέλλεται η λειτουργία των Νηπιαγωγείων Ερμιονίδας, Λυγουριού, Λυρκείας, Δήμαινας, Σκοτεινής και Θερμησίας.
Στην Αρκαδία, η σιγή απλώνεται στα Νηπιαγωγεία Βαλτεσινίκου, Καστρίου και Νεοχωρίου, καθώς και στα Δημοτικά Σχολεία Λεωνιδίου, Καρύταινας και Λαγκαδίων.
Στην Κορινθία, κλειστές θα είναι οι αίθουσες στα Νηπιαγωγεία Σπαθοβουνίου, 3ο Νεμέας και Μεγάλου Βάλτου.
Στη Μεσσηνία, δεν θα ηχήσουν παιδικές φωνές στα Νηπιαγωγεία Λογγά, Μαραθόπολης και το Ειδικό Φιλιατρών, όπως και στα Δημοτικά Σχολεία Φοινικούντας και Τρικόρφου.
Το σχολικό «μαράζωμα»
τα τελευταία χρόνια στη Λακωνία
Η φετινή εξέλιξη στη Λακωνία αποτελεί τη φυσική συνέχεια μιας πορείας που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια, καθώς η έλλειψη μαθητών επιφέρει συνεχείς ανακατατάξεις στον εκπαιδευτικό χάρτη του νομού.
Μόλις κατά την περασμένη σχολική χρονιά (2025-26), συνολικά 10 σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης παρέμειναν κλειστές, κατανεμημένες σε τέσσερις δήμους. Συγκεκριμένα, τέσσερις μονάδες στον Δήμο Ανατολικής Μάνης, τρεις στον Δήμο Μονεμβασίας, δύο στον Δήμο Ευρώτα και μία στον Δήμο Σπάρτης.
Στα Νηπιαγωγεία, εκτός λειτουργίας βρέθηκαν το Νηπιαγωγείο Αγίου Νικολάου Βοιών και το Νηπιαγωγείο Μεταμόρφωσης στον Δήμο Μονεμβασίας, το Νηπιαγωγείο Βρονταμά στον Δήμο Ευρώτα, καθώς και τα Νηπιαγωγεία Πετρίνας και Φλομοχωρίου στον Δήμο Ανατολικής Μάνης. Στα Δημοτικά Σχολεία, την περσινή σεζόν δεν χτύπησε το κουδούνι στο Δημοτικό Σχολείο Αλίκων και στο Δημοτικό Σχολείο Πετρίνας στον Δήμο Ανατολικής Μάνης, στο Δημοτικό Σχολείο Καρυών στον Δήμο Σπάρτης, στο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας (Ζαραφώνα) στον Δήμο Ευρώτα, καθώς και στο Δημοτικό Σχολείο Ασωπού - Φοινικίου στον Δήμο Μονεμβασίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και την προπέρσινη περίοδο (2024-25) ο αριθμός των σχολικών μονάδων στη Λακωνία που βυθίστηκαν στην σιωπή ανερχόταν ακριβώς στον ίδιο αριθμό (10).
Η οδυνηρή αλήθεια πίσω από τα ΦΕΚ:
Ένας αργός «θάνατος» της υπαίθρου
Αν και ο συνολικός αριθμός των 26 σχολικών μονάδων για ολόκληρη την Πελοπόννησο εμφανίζεται μειωμένος σε σύγκριση με την περσινή περίοδο, όταν είχαν τεθεί σε αναστολή 37 σχολεία -εκ των οποίων 22 νηπιαγωγεία και 15 δημοτικά-, ο πυρήνας παραμένει ανέπαφος. Κάποια από τα σχολεία παραμένουν ανενεργά επί σειρά ετών και η διοικητική διαδικασία απλώς επικαιροποιεί κατ’ έτος τα καταγεγραμμένα δεδομένα, πιστοποιώντας τη σταδιακή συρρίκνωση του εκπαιδευτικού ιστού της περιφέρειας.
Σε θεσμικό επίπεδο, η απόφαση αφορά την προσωρινή αναστολή λειτουργίας και όχι την οριστική κατάργηση των οργανικών μονάδων. Η διάκριση αυτή διατηρεί μια χαραμάδα ελπίδας, καθώς επιτρέπει την επαναλειτουργία ενός σχολείου στο μέλλον, εφόσον μεταβληθούν οι δημογραφικοί συσχετισμοί και υπάρξει ο απαιτούμενος αριθμός μαθητών.
Όμως η αλήθεια που βιώνει η επαρχία είναι πολύ πιο ωμή. Το «λουκέτο» στο σχολείο δεν είναι η αιτία της ερήμωσης, είναι το τελικό σύμπτωμα. Η φυγή έχει ήδη συντελεστεί. Τα χωριά ξέμειναν πρώτα από νέους ανθρώπους και γι’ αυτό «έσβησαν» τα σχολεία. Οι οικογένειες πήραν τον δρόμο της μετακόμισης προς τα αστικά κέντρα πολύ πριν μπει το κλειδί στην εξώπορτα του διδακτηρίου. Η φυγή τροφοδοτείται από μια διπλή απαίτηση της εποχής. Από τη μία, η σκληρή μάχη για το μεροκάματο σε μια περιφέρεια που στερεύει από επαγγελματικές προοπτικές, αν και ο Πρωτογενής Τομέας χρειάζεται «χέρια». Από την άλλη, η αναζήτηση μιας πληρέστερης καθημερινότητας που η απομονωμένη ύπαιθρος αδυνατεί πλέον να προσφέρει. Οι γονείς αναζητούν για τα παιδιά τους τις εκπαιδευτικές δομές της πόλης -τα φροντιστήρια, τους συλλόγους, τα χόμπι- αλλά και για τους ίδιους τις διεξόδους, τη διασκέδαση και την κοινωνικότητα του αστικού ιστού.
Έτσι, το ΦΕΚ της αναστολής δεν ανοίγει τον κύκλο της αποψίλωσης, απλώς βάζει την υπηρεσιακή βούλα στο τέλος του. Η Πολιτεία έρχεται απλώς να καταγράψει στα χαρτιά μια πραγματικότητα που έχει συντελεστεί προ πολλού στο πεδίο. Πίσω στα χωριά απομένουν οι ηλικιωμένοι να αναπολούν τα χρόνια που οι αυλές πλημμύριζαν από φωνές, την ώρα που το μέλλον χτίζεται πια οριστικά στις γειτονιές και στα τσιμέντα των πόλεων. Έτσι, μένουν πίσω άδειες αυλές και μια ύπαιθρος που βλέπει το μέλλον της να λιγοστεύει.




