Φρένο στο «σφυρί» για την πρώτη κατοικία

Το ΣτΕ θέτει περιορισμούς στις κατασχέσεις για χρέη στο Δημόσιο - Ο έλεγχος λοιπής περιουσίας για κάλυψη οφειλών και η «άμυνα» σε κάθε στάδιο - Η νομική «ακτινογραφία» του Χρ. Τσίχλη στον «ΛΤ»

Τρίτη, 20 Οκτώβριος 2026 10:22 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Φρένο στο «σφυρί» για την πρώτη κατοικία

Μια απόφαση-σταθμός του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) έρχεται να ανατρέψει τα θεμέλια της αναγκαστικής εκτέλεσης, υψώνοντας νομικό φραγμό στην άκριτη κατάσχεση της πρώτης κατοικίας για ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το ευρύτερο Δημόσιο. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 1404/2026 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος, καθιστά απολύτως σαφές ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν, πριν από οποιαδήποτε κίνηση, να έχουν ελέγξει και να έχουν αποκλείσει με αυστηρή τεκμηρίωση την ύπαρξη άλλης περιουσίας για την ικανοποίηση της απαίτησης. Οι αρχές υποχρεούνται πλέον να αποδεικνύουν έμπρακτα ότι έχουν εξαντλήσει κάθε ηπιότερο μέσο, καθώς η οικογενειακή στέγη συνδέεται αναπόσπαστα με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα.

Παράλληλα, μέσω της απόφασης δίνεται και η δυνατότητα ακόμη και της πλήρους ακύρωσης του πλειστηριασμού επί του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, διασφαλίζοντας ότι η κύρια εστία της οικογένειας δεν θα αποτελεί την πρώτη και ευκολότερη λύση στα ταμεία του κράτους.

Το νέο τοπίο προστασίας 
και το εύρος της εφαρμογής
Η νομολογιακή αυτή στροφή δεν περιορίζεται σε στενά πλαίσια, αλλά καταλαμβάνει το σύνολο των οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Ουσιαστικά, αφορά κάθε οικονομική απαίτηση που εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Το ΣτΕ αποσαφηνίζει ότι η κατάσχεση ακινήτου το οποίο αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του είναι νόμιμη αποκλειστικά και μόνο όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και αποκλειστεί τεκμηριωμένα η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων, ικανών να ικανοποιήσουν τη συγκεκριμένη απαίτηση.

Στον πυρήνα του σκεπτικού του Δικαστηρίου βρίσκεται η άμεση πρόσδεση της αναγκαστικής εκτέλεσης με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου. Οι ανώτατοι δικαστές υπενθυμίζουν ότι η κατοικία αποτελεί στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής, τελώντας υπό την ιδιαίτερη κρατική μέριμνα του άρθρου 21 παρ. 4 του Συντάγματος. Όταν η επιδίωξη ενός δημόσιου σκοπού οδηγεί στη στέρηση της στέγης ενός προσώπου, απαιτείται αποδεδειγμένα η ύπαρξη απόλυτης αναγκαιότητας, αποκλείοντας πρακτικές που μετατρέπουν την απώλεια του σπιτιού σε πάγια διοικητική συνήθεια.

Η δραστική διεύρυνση 
των δικονομικών εγγυήσεων
Πέραν των ουσιαστικών προϋποθέσεων, η απόφαση επιφέρει μια κομβική ανατροπή στον τομέα της δικονομίας, παρέχοντας ισχυρότερα όπλα στους οφειλέτες. Μέχρι πρότινος, η δυνατότητα άσκησης ανακοπής κατά των πράξεων εκτέλεσης περιοριζόταν αυστηρά στο αρχικό στάδιο της κοινοποίησης της κατασχετήριας έκθεσης. Πλέον, το ΣτΕ κρίνει ότι η παρανομία που συντελείται λόγω της παράλειψης προηγούμενου ελέγχου άλλων περιουσιακών στοιχείων δεν εξαντλείται στην κατασχετήρια έκθεση, αλλά επεκτείνεται και διαποτίζει όλες τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, ο πολίτης αποκτά το δικαίωμα να προβάλει τις αντιρρήσεις του και να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο, φτάνοντας έως και το τελικό στάδιο της έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού. Αυτή η επέκταση αποτελεί ουσιαστική θωράκιση, καθώς δίνει τη δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησης ακόμα και όταν η διαδικασία έχει προχωρήσει σημαντικά.

Η υπόθεση του Μοσχάτου
Η κρίσιμη αυτή νομολογία γεννήθηκε μέσα από μια μακρά δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε από τα τοπικά δικαστήρια και έφτασε μέχρι το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η υπόθεση αφορούσε ληξιπρόθεσμες οφειλές ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας προς το Δημόσιο, ύψους 142.917 ευρώ. Στο πλαίσιο των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά ενέταξε στο πρόγραμμα πλειστηριασμού το 50% εξ αδιαιρέτου μιας μεζονέτας 162 τετραγωνικών μέτρων στο Μοσχάτο Αττικής. Το εν λόγω ακίνητο ανήκε κατά το ήμισυ στον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας και κατά το άλλο ήμισυ στη σύζυγό του, αποτελώντας την κύρια οικογενειακή τους στέγη. Ο διευθύνων σύμβουλος αντέδρασε άμεσα, ασκώντας ανακοπή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Υποστήριξε ότι η δέσμευση του μισού ακινήτου παραβιάζει κατάφωρα την αρχή της αναλογικότητας και τις συνταγματικές επιταγές προστασίας της οικογένειας, καθώς ο ίδιος διέθετε και άλλη ακίνητη περιουσία σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας. Το Πρωτοδικείο δικαίωσε τον οφειλέτη, ακυρώνοντας το πρόγραμμα πλειστηριασμού με το σκεπτικό ότι η πράξη αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης. Η κρίση αυτή επιβεβαιώθηκε ακολούθως από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του Δημοσίου. Το Δημόσιο, επιμένοντας στην άποψη ότι η φορολογική αρχή διέθετε τη σχετική διακριτική ευχέρεια επιλογής των μέτρων βάσει του ΚΕΔΕ, προσέφυγε στο ΣτΕ, το οποίο ΄όμως απέρριψε οριστικά τις αιτιάσεις του, δικαιώνοντας πλήρως την προστασία του κοινωνικού αγαθού της στέγης. 

Η νομική ανάλυση 
του Χρ. Τσίχλη στον «ΛΤ»
Τις βαθύτερες προεκτάσεις αυτής της «ιστορικής» -όπως τη χαρακτηρίζει- απόφασης, την ουσιαστική τομή που επιφέρει στο δημόσιο δίκαιο, αλλά και το ευρύτερο πλέγμα της συνταγματικής προστασίας αναλύει με εκτενή και εμπεριστατωμένη παρέμβασή του στον «ΛΤ» ο δικηγόρος Αθηνών, Συνταγματολόγος και Διδάκτωρ Εκκλησιαστικού Δικαίου, Χρήστος Ηλ. Τσίχλης, με καταγωγή από το Γεωργίτσι Λακωνίας.

ctsichlis 432newΟ έμπειρος νομικός φωτίζει το συνολικό εύρος της δικαστικής προστασίας, τονίζοντας χαρακτηριστικά πως «η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας καταλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις ΔΟΥ, τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κ.λπ. Δηλαδή, καταλαμβάνει όλες εκείνες τις οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Απαγορεύει την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας, για χρέη στο δημόσιο και η ανακοπή μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε. Με την απόφαση 1404/2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας θέτει όρια στην αναγκαστική εκτέλεση, ενώ δέχεται ότι η παρανομία μπορεί να προβληθεί ακόμη και με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού». Εμβαθύνοντας στη δικονομική επανάσταση που φέρνει η νομολογία, ο κ. Τσίχλης επισημαίνει ότι «το ΣΤ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάνθηκε ότι  ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού, δηλαδή ακόμα και στο τελικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης και όχι μόνο στο αρχικό, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα.  Ειδικότερα, η ανακοπή μπορεί να υποβληθεί από τη στιγμή που κοινοποιείται η κατασχετήρια έκθεση για το ακίνητο μέχρι και την έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε σχέση με όσα ίσχυαν προηγουμένως, καθώς μέχρι σήμερα είχε γίνει δεκτό ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα περιοριζόταν στο αρχικό στάδιο, δηλαδή κατά της κατασχετήριας έκθεσης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφασή του απαγορεύει την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας, για χρέη στο δημόσιο, όταν αυτή αποτελεί οικογενειακή στέγη, όταν υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, που μπορούν να κατασχεθούν και να συμπληρώσουν το ύψος του χρέους».

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του, ο κ. Τσίχλης αναδεικνύει τον στενό σύνδεσμο ανάμεσα στη νομιμότητα και τις συνταγματικές εγγυήσεις, σημειώνοντας πως «το Συμβούλιο της Επικρατείας, συνδέει τη νομιμότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης με τη συνταγματική προστασία της κατοικίας, της οικογενειακής ζωής και την αρχή της αναλογικότητας.   Δεν αρκεί, δηλαδή, η επίκληση της ανάγκης είσπραξης δημοσίων εσόδων, αλλά απαιτείται τεκμηρίωση ότι η επιλογή της κατοικίας ήταν αναγκαία και ότι δεν υπήρχαν ηπιότερα μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού.    

Όπως σημειώνει ο Λάκωνας νομικός, κατά την απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και «σύμφωνα με το Σύνταγμα, “η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας” και ως εκ τούτου πρέπει να προστατεύεται ως ύψιστο έννομο αγαθό. Η πρώτη κατοικία “ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος”».

Όπως χαρακτηριστικά εξηγεί ο κ. Τσίχλης, επικαλούμενος το σκεπτικό του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, «“η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση,  η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη”. Η παρανομία δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση, αλλά και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας των πλειστηριασμών». Υπό αυτό το πρίσμα, υπογραμμίζει ότι «η στέρηση της κατοικίας πρέπει υποχρεωτικά να αποτελεί έσχατο μέσο και όχι την πρώτη επιλογή των αρχών για την είσπραξη δημόσιων οφειλών», ενώ προσθέτει ότι «ταυτόχρονα, διαρκείς είναι οι πολιτικές προτάσεις από κόμματα για νομοθετική αυτοτελή προστασία της κύριας κατοικίας με συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, καθώς και κινητοποιήσεις για το στεγαστικό ζήτημα».

Περαιτέρω, στην εμπεριστατωμένη παρέμβασή του, ο Χρ. Τσίχλης συνδέει το ζήτημα με τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους δικαίου και τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, επισημαίνοντας καταληκτικά: «Το άρθρο 21 παρ. 4 του Συντάγματος προβλέπει την προστασία της πρώτης κατοικίας ως κοινωνικού δικαιώματος. Η κατοικία, όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αποτελεί προϋπόθεση για την απόλαυση σωρείας ατομικών δικαιωμάτων, όπως του δικαιώματος στην προσωπική ανάπτυξη και την ιδιωτική ζωή (άρθρα 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 Σ αντίστοιχα), καθώς δύσκολα αυτά πραγματώνονται αληθινά και ουσιαστικά όταν ο άνθρωπος στερείται ένα καταφύγιο, ασφάλεια και στοιχειώδη υγιεινή. Καθίσταται, λοιπόν, εμφανής η σύνδεση της κατοικίας με την αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου. Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ή μάλλον ορθότερα η αξία του ανθρώπου αποτελεί θεμελιώδη για την ελληνική έννομη τάξη γενική αρχή, όπως καταστρώνεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Αυτή είναι που επιτάσσει την προστασία της πρώτης κατοικίας. Η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελεί θεμέλιο του πολιτεύματος και πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, κάτι που προκύπτει ρητά από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος αλλά και από τη συστηματική ερμηνεία του, καθώς τοποθετείται αμέσως μετά το άρθρο 1 που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος και κατοχυρώνει τη λαϊκή κυριαρχία. Η εν λόγω αρχή έχει πλήρη κανονιστική ισχύ και επιτάσσει στην Πολιτεία τόσο την αποχή από πράξεις που εργαλειοποιούν τον άνθρωπο, όσο και την προάσπιση της αξίας του με τη λήψη θετικών μέτρων». Καταλήγοντας, μεταξύ άλλων, ο Χρ. Τσίχλης εξηγεί πως: «Νομολογιακά δε, το άρθρο 2 παρ. 1 Συντάγματος έχει υπάρξει πυλώνας του νομικού συλλογισμού για την προστασία της αξιοπρεπούς διαβίωσης καθώς και των αγαθών ή υπηρεσιών ζωτικής σημασίας.  Πέραν από τη θέση της νομολογίας και τις ενστάσεις για την αγωγιμότητα των κοινωνικών δικαιωμάτων, μέσα από την ερμηνεία του, το Σύνταγμα του 1975 ως ο ανώτατος νόμος της Πολιτείας κατοχυρώνει την προστασία της πρώτης κατοικίας στο αρ. 2 παρ. 1 σε συνδυασμό με το αρ. 21 παρ. 4 του Συντάγματος…».

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα