Ένα τεκμηριωμένο υπόμνημα στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης (#1646) για τον Ατομικό Επενδυτικό Λογαριασμό Ανηλίκων με την ονομασία «Κουμπαράς της Νέας Γενιάς» κατατέθηκε από τον Σπαρτιάτη μηχανολόγο μηχανικό και ενεργό πολίτη, Χριστόφορο Βεργόπουλο, αναδεικνύοντας τον κίνδυνο δημιουργίας κοινωνικών ανισοτήτων από τον σχεδιασμό του νέου κυβερνητικού μέτρου. Το κείμενο, το οποίο κοινοποιήθηκε στους βουλευτές Λακωνίας και τα συναρμόδια Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών και Κοινωνικής Συνοχής & Οικογένειας, ασκεί κριτική στον ηλικιακό περιορισμό του νομοσχεδίου και προτείνει ένα πιο βιώσιμο και δίκαιο εναλλακτικό μοντέλο.
Αν και ο «Κουμπαράς της Νέας Γενιάς» χαιρετίζεται ως μια θετική πρωτοβουλία που προσφέρει ελπίδα στην ελληνική οικογένεια, το υπόμνημα εστιάζει στο άρθρο 32, το οποίο επιτρέπει το άνοιγμα λογαριασμού αποκλειστικά σε παιδιά κάτω των 2 ετών. Δεδομένου ότι ο νόμος θα τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027, όσα παιδιά γεννήθηκαν έως το 2024 μένουν οριστικά εκτός του μέτρου. Η επιλογή αυτή, όπως τονίζεται, δημιουργεί μια απότομη διαχωριστική γραμμή, καθώς δύο παιδιά με μικρή ηλικιακή διαφορά –ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας– θα φτάσουν στην ενηλικίωση με χαώδη οικονομική απόκλιση, η οποία μπορεί να αγγίξει τα 60.000 ευρώ.
Αυτή η ανισότητα επηρεάζει καθοριστικά τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν σπουδές, να καλύψουν το κόστος στέγασης ή να ξεκινήσουν επαγγελματική δραστηριότητα, δημιουργώντας ταυτόχρονα προστριβές στο εσωτερικό των οικογενειών με παιδιά διαφορετικών ηλικιών. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ηθική οφειλή της Πολιτείας απέναντι στα σημερινά ανήλικα παιδιά, τα οποία γεννήθηκαν σε περιβάλλον οικονομικής κρίσης, πανδημίας και υπογεννητικότητας (όπου οι γεννήσεις μειώθηκαν από 118.000 το 2009 σε κάτω από 66.000 το 2025) χωρίς ουσιαστική κρατική υποστήριξη.
Προς θεραπεία αυτών των στρεβλώσεων, κατατίθεται ένα πλαίσιο τριών βασικών προτάσεων:
Πρώτον, την καθολική ένταξη στο δικαίωμα απόκτησης Α.Ε.Λ.Α. για κάθε παιδί κάτω των 18 ετών, με την κρατική συνεισφορά να καταβάλλεται μόνο για τα υπολειπόμενα έτη έως την ενηλικίωση, χωρίς αναδρομική ισχύ.
Δεύτερον, τη θέσπιση ενός ενιαίου ορίου 600 ευρώ ετησίως για την ανώτατη κρατική συνεισφορά, αντί για 1.200 ευρώ που προβλέπει το σχέδιο. Αυτό, όπως σημειώνεται στο υπόμνημα, θα μειώσει την απαιτούμενη μηνιαία ιδιωτική εισφορά για πλήρη αξιοποίηση του μέτρου από 100 σε 50 ευρώ για κάθε παιδί, καθιστώντας το προσιτό σε περισσότερες οικογένειες και διαμορφώνοντας ένα ενδεικτικό κεφάλαιο 32.500 έως 39.500 ευρώ στα 18 έτη (έναντι 61.500–75.000 ευρώ του νομοσχεδίου).
Τρίτον, την ειδική μέριμνα για τα ορφανά παιδιά, όπου προτείνεται το Δημόσιο να υποκαθιστά την ιδιωτική εισφορά καλύπτοντας έως 300 ευρώ σε περίπτωση απώλειας του ενός γονέα και πλήρη κάλυψη, δηλαδή το ποσό των 600 ευρώ, αν έχουν αποβιώσει και οι δύο.
Η προτεινόμενη λύση εξασφαλίζει την ισότητα και την προσβασιμότητα, διατηρώντας τη δημοσιονομική ισορροπία. Σύμφωνα με τον ενδεικτικό προϋπολογισμό του υπομνήματος, η ένταξη όλων των παιδιών απαιτεί αρχικά μεγαλύτερη δαπάνη το 2027 (περίπου 330 εκατ. ευρώ έναντι 55 εκατ.), ωστόσο το κόστος παραμένει σταθερό. Σε βάθος χρόνου, το 2040, το ετήσιο κόστος της πρότασης υπολογίζεται στα 306 εκατ. ευρώ, σημαντικά χαμηλότερο από τα 500 εκατ. ευρώ που εκτιμά το υφιστάμενο σχέδιο νόμου, επιτυγχάνοντας δικαιότερη κατανομή των πόρων χωρίς μακροπρόθεσμη επιβάρυνση.
Το δίλημμα που τίθεται πλέον ενώπιον των νομοθετών είναι σαφές: Θα επιλέξει η Πολιτεία τον αποκλεισμό της συντριπτικής πλειονότητας των σημερινών παιδιών, ή θα υιοθετήσει ένα δικαιότερο μοντέλο που εγγυάται ισότητα, κοινωνική συνοχή και πραγματικές ευκαιρίες για όλους;
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




