Διεθνή υγειονομικό συναγερμό κήρυξε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για την επιδημία του ιού Έμπολα που έχει ξεσπάσει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθώς δεν υπάρχει ούτε εμβόλιο ούτε θεραπεία για το στέλεχος Bundibugyo που κυκλοφορεί. Ο ιός Έμπολα προκαλεί εξαιρετικά μεταδοτικό αιμορραγικό πυρετό και τα τελευταία 50 χρόνια έχει προκαλέσει περισσότερους από 15.000 θανάτους στην Αφρική.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Υγείας της ΛΔ Κονγκό, έχουν ήδη καταγραφεί 91 θάνατοι και περίπου 350 ύποπτα κρούσματα. Τα περισσότερα περιστατικά αφορούν ανθρώπους ηλικίας 20 έως 39 ετών, ενώ πάνω από το 60% των ασθενών είναι γυναίκες. Μέχρι στιγμής λίγα δείγματα έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά, γεγονός που σημαίνει ότι οι περισσότεροι απολογισμοί βασίζονται ακόμη σε ύποπτα περιστατικά.
Το επίκεντρο της επιδημίας βρίσκεται στην επαρχία Ιτούρι, στα βορειοανατολικά της χώρας, κοντά στα σύνορα με την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν. Πρόκειται για περιοχή με έντονη εξορυκτική δραστηριότητα, κυρίως χρυσού, γεγονός που προκαλεί καθημερινές μετακινήσεις πληθυσμού και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εξάπλωσης του ιού. Παράλληλα, τμήματα της περιοχής μαστίζονται από βία και δράση ένοπλων ομάδων, κάτι που δυσκολεύει την πρόσβαση των υγειονομικών συνεργείων και την εφαρμογή μέτρων προστασίας και ιχνηλάτησης.
Ο ιός έχει ήδη εξαπλωθεί πέρα από το Ιτούρι και τα σύνορα της ΛΔ Κονγκό. Ένα επιβεβαιωμένο κρούσμα καταγράφηκε στη Γκόμα, μεγάλη πόλη του ανατολικού τμήματος της χώρας, ενώ δύο θάνατοι έχουν αναφερθεί στην Ουγκάντα σε ανθρώπους που είχαν ταξιδέψει στη ΛΔ Κονγκό.
Παρότι μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί τοπική εστία μετάδοσης στην Ουγκάντα, τα Africa CDC εκτιμούν ότι ο κίνδυνος εξάπλωσης στις γειτονικές χώρες της ανατολικής Αφρικής είναι αυξημένος.
Το στέλεχος Bundibugyo θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς για αυτό δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο ούτε εξειδικευμένη θεραπεία.
Τα υπάρχοντα εμβόλια κατά του Έμπολα είναι αποτελεσματικά μόνο απέναντι στο στέλεχος Ζαΐρ, το οποίο ευθύνεται για τις μεγαλύτερες επιδημίες που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα. Το συγκεκριμένο στέλεχος έχει εμφανιστεί μόνο δύο φορές στο παρελθόν, στην Ουγκάντα το 2007 και στη ΛΔ Κονγκό το 2012, με ποσοστό θνησιμότητας που κυμαίνεται από 30% έως 50%. Για τον περιορισμό της εξάπλωσης, οι αρχές βασίζονται κυρίως στην ταχεία ανίχνευση κρουσμάτων, την απομόνωση ασθενών, την ιχνηλάτηση επαφών και την αυστηρή τήρηση μέτρων προστασίας.
Οι ειδικοί εκφράζουν έντονη ανησυχία για τη δυναμική της επιδημίας. Ο μικροβιολόγος Ζαν-Ζακ Μουγιέμπα, μέλος της ομάδας που ανακάλυψε τον ιό Έμπολα το 1976, προειδοποίησε ότι η επιδημία μπορεί να εξαπλωθεί πολύ γρήγορα, κυρίως επειδή έχει ξεσπάσει σε πυκνοκατοικημένη περιοχή με έντονες μετακινήσεις πληθυσμού. Αν επιβεβαιωθούν όλα τα ύποπτα κρούσματα, η τρέχουσα κρίση θα αποτελέσει την 7η μεγαλύτερη επιδημία Έμπολα που έχει καταγραφεί ποτέ και τη δεύτερη μεγαλύτερη που συνδέεται με στέλεχος διαφορετικό από εκείνο του Ζαΐρ.
Η ΛΔ Κονγκό διαθέτει μεγάλη εμπειρία στη διαχείριση επιδημιών Έμπολα, καθώς από το 2018 έως το 2020 η χώρα βίωσε μία από τις φονικότερες εξάρσεις του ιού, με σχεδόν 2.300 νεκρούς σε περίπου 3.500 κρούσματα.
Ωστόσο, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η τρέχουσα επιδημία παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που προκαλούν αυξημένη ανησυχία, τόσο λόγω του στελέχους όσο και λόγω των συνθηκών στην περιοχή όπου εκδηλώθηκε.
Παράλληλα, συνεχίζονται οι επιδημιολογικές έρευνες για την προέλευση της επιδημίας. Το πρώτο επιβεβαιωμένο κρούσμα αφορά έναν νοσηλευτή που επισκέφθηκε κέντρο υγείας στην Μπούνια, ενώ η αρχική εστία φαίνεται να εντοπίζεται περίπου 90 χιλιόμετρα μακριά, στην περιοχή Μονγκμπουάλου. Ο ΠΟΥ ενημερώθηκε για την εμφάνιση ασθένειας με υψηλή θνησιμότητα στις 5 Μαΐου, μετά τον θάνατο τεσσάρων υγειονομικών μέσα σε τέσσερις ημέρες.
Οι αρχές της χώρας αναφέρουν επίσης ότι οι τοπικές κοινότητες αρχικά πίστεψαν πως επρόκειτο για «μυστικιστική ασθένεια» ή αποτέλεσμα «μαγείας», με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να στραφούν πρώτα σε κέντρα προσευχής αντί για γιατρούς. Αυτό καθυστέρησε την αναγνώριση και την αντιμετώπιση της επιδημίας, αυξάνοντας τον κίνδυνο εξάπλωσης του ιού σε ακόμη μεγαλύτερο μέρος της περιοχής.




