Οι θεραπείες που υπόσχονται «αναζωογόνηση» και επιβράδυνση της γήρανσης κερδίζουν συνεχώς έδαφος, όμως η επιστημονική τεκμηρίωση δεν συμβαδίζει πάντα με τους εντυπωσιακούς ισχυρισμούς που τις συνοδεύουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πλασμαφαίρεση: μια υπαρκτή και καθιερωμένη ιατρική πράξη, η οποία όμως δεν έχει αποδειχθεί ως θεραπεία κατά της φυσιολογικής γήρανσης.
Όροι όπως «αντιγήρανση», «αναγεννητική ιατρική» και «κυτταρικές θεραπείες» έχουν περάσει πλέον από τα ερευνητικά εργαστήρια στην καθημερινότητα και, συχνά, στη διαφήμιση υπηρεσιών υγείας. Η δυνατότητα να επιβραδυνθεί η βιολογική φθορά του οργανισμού αποτελεί πράγματι ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα πεδία της σύγχρονης βιοϊατρικής. Ωστόσο, άλλο μια πολλά υποσχόμενη επιστημονική υπόθεση και άλλο μια θεραπεία της οποίας η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια έχουν αποδειχθεί.
Αυτό επισημαίνουν και οι καθηγήτριες της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Μαρία Γαζούλη, Καθηγήτρια Βιολογίας – Γενετικής – Νανοϊατρικής και μέλος της Επιτροπής Προηγμένων Θεραπειών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMA), και Μαρία (Μάγια) Ρουμπελάκη, Καθηγήτρια Βιολογίας και Εφαρμογών Αναγεννητικής Ιατρικής.
Το βασικό μήνυμα είναι σαφές: οι χαρακτηρισμοί «καινοτόμος», «αναγεννητική» ή «αντιγηραντική» δεν αποτελούν από μόνοι τους απόδειξη αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας.
Οι προειδοποιήσεις για τις «αναγεννητικές» θεραπείες
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων και οι εθνικές αρμόδιες αρχές έχουν προειδοποιήσει για μη ρυθμιζόμενα προϊόντα προηγμένων θεραπειών, τα λεγόμενα ATMPs, που βασίζονται σε γονίδια, κύτταρα ή ιστούς. Πρόκειται για ένα σημαντικό πεδίο της σύγχρονης Ιατρικής, ωστόσο όταν οι θεραπείες αυτές δεν έχουν περάσει από την απαιτούμενη αξιολόγηση και εποπτεία μπορεί να εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους.
Ο EMA έχει επισημάνει ότι μη ρυθμιζόμενες θεραπείες προωθούνται ακόμη και απευθείας στους πολίτες μέσω ιστοσελίδων και social media, σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς επαρκείς αποδείξεις ότι είναι αποτελεσματικές ή ασφαλείς. Οι κίνδυνοι μπορεί να αφορούν τόσο ανεπιθύμητες ενέργειες όσο και προβλήματα ποιότητας, επιμόλυνσης, σύνθεσης ή αποθήκευσης των προϊόντων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες είναι αμφίβολες. Ορισμένες έχουν εγκριθεί για συγκεκριμένες παθήσεις και χρησιμοποιούνται νόμιμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν μια θεραπεία είναι «εγκεκριμένη», αλλά για ποια ακριβώς ένδειξη έχει εγκριθεί.
Μια παρέμβαση που έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για μια συγκεκριμένη νόσο δεν σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιείται με την ίδια τεκμηρίωση για «αντιγήρανση», ευεξία ή βελτίωση της εμφάνισης. Αντίστοιχα, το γεγονός ότι μια μέθοδος εξετάζεται σε μια κλινική μελέτη δεν σημαίνει ότι αποτελεί ήδη καθιερωμένη θεραπεία.
Οι ειδικοί συνιστούν στους πολίτες, πριν υποβληθούν σε μια τέτοια παρέμβαση, να γνωρίζουν ποια αρχή την έχει εγκρίνει και για ποια χρήση, ποιες κλινικές μελέτες υπάρχουν, ποιες είναι οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες και εάν πρόκειται για καθιερωμένη θεραπεία ή για πειραματική εφαρμογή. Η δεύτερη ιατρική γνώμη θεωρείται επίσης ιδιαίτερα σημαντική.
Πλασμαφαίρεση: Ιατρική θεραπεία, όχι αποδεδειγμένη «πηγή νεότητας»
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχυσης που μπορεί να δημιουργηθεί είναι η θεραπευτική πλασμαφαίρεση ή ανταλλαγή πλάσματος. Πρόκειται για καθιερωμένη ιατρική διαδικασία και όχι για πειραματική τεχνική.
Κατά τη διαδικασία, το αίμα περνά από ειδικό μηχάνημα που διαχωρίζει το πλάσμα από τα κύτταρα του αίματος. Το πλάσμα αφαιρείται, ενώ τα κυτταρικά στοιχεία επιστρέφουν στον οργανισμό και το αφαιρούμενο πλάσμα αντικαθίσταται με κατάλληλο υγρό.
Στόχος είναι η απομάκρυνση ουσιών που συμμετέχουν στον μηχανισμό συγκεκριμένων ασθενειών, όπως αυτοαντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα και παθολογικές πρωτεΐνες. Η μέθοδος χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, στη θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα, στη μυασθένεια gravis, στο σύνδρομο Guillain-Barré, καθώς και σε επιλεγμένες νεφρολογικές, αιματολογικές και μεταμοσχευτικές καταστάσεις.
Δεν πρόκειται, πάντως, για μια απλή διαδικασία «ευεξίας». Η πλασμαφαίρεση μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης, κόπωση, διαταραχές ηλεκτρολυτών και προβλήματα που σχετίζονται με τη φλεβική πρόσβαση, ενώ σπανιότερα μπορεί να εμφανιστούν σοβαρότερες αντιδράσεις. Γι' αυτό πραγματοποιείται σε οργανωμένο ιατρικό περιβάλλον και υπό κατάλληλη παρακολούθηση.
Τα τελευταία χρόνια η επιστήμη εξετάζει εάν η τροποποίηση του πλάσματος θα μπορούσε να επηρεάζει και μηχανισμούς που σχετίζονται με τη γήρανση. Τα μέχρι σήμερα δεδομένα, όμως, δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα.
Μελέτη του 2025 σε υγιείς ενήλικες δεν κατέγραψε την αναμενόμενη επιγενετική «αναζωογόνηση», ενώ άλλη μικρή τυχαιοποιημένη μελέτη σε 42 άτομα άνω των 50 ετών κατέγραψε βελτίωση σε ορισμένους δείκτες «βιολογικής ηλικίας». Τα ευρήματα έχουν ερευνητικό ενδιαφέρον, αλλά δεν αποδεικνύουν ότι η πλασμαφαίρεση επιβραδύνει τη γήρανση, παρατείνει τη ζωή ή μειώνει τον κίνδυνο ασθενειών που συνδέονται με την ηλικία.
Άλλωστε, η μεταβολή ενός εργαστηριακού δείκτη «βιολογικής ηλικίας» δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με πραγματικό κλινικό όφελος.
Αντίστοιχη προσοχή απαιτείται και στους ισχυρισμούς περί «νεανικού πλάσματος». Ο αμερικανικός FDA έχει προειδοποιήσει για την εμπορική χορήγηση πλάσματος από νεότερους δότες ως μέθοδο αντιμετώπισης της φυσιολογικής γήρανσης, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τέτοιο κλινικό όφελος.
Η αναγεννητική ιατρική και οι κυτταρικές ή γονιδιακές θεραπείες αποτελούν ένα δυναμικό και πολλά υποσχόμενο πεδίο της επιστήμης. Το ίδιο και η έρευνα γύρω από τους μηχανισμούς της γήρανσης. Η επιστημονική πρόοδος, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με το μάρκετινγκ.
Μέχρι να υπάρξουν επαρκή δεδομένα για πραγματικό και μακροχρόνιο κλινικό όφελος, η πλασμαφαίρεση παραμένει μια σημαντική θεραπευτική μέθοδος για συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις – όχι μια αποδεδειγμένη θεραπεία αντιγήρανσης.
Και απέναντι σε κάθε υπόσχεση «αναζωογόνησης», το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι «πόσο νεότερος θα γίνω;», αλλά «τι ακριβώς έχει αποδειχθεί ότι κάνει αυτή η θεραπεία και για ποιον;»




