Ο καπετάν Νικόλας και τα τελώνια

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 16 Οκτώβριος 2020 12:16 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο καπετάν Νικόλας και τα τελώνια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο καπετάν Νικόλας. Ζούσε στον Πειραιά. Ήθελε να ταξιδέψει με το καράβι του στη Μαύρη θάλασσα. Ήξερε ότι ήταν επικίνδυνα τα νερά εκεί, μα αψηφούσε τον κίνδυνο.

Μια μέρα άρπαξε την ευκαιρία να κάνει το ταξίδι που επιθυμούσε. Ένας έμπορας κρασιού ήθελε να κάνει εμπόριο σε εκείνα τα μέρη. Βρήκε τον καπετάν-Νικόλα και του είπε: «Θέλω να πάω στην Οδησσό να πουλήσω κρασί. Έχω βρει τον αγοραστή και το κέρδος είναι μεγάλο. Τι λες; Θα σαλπάρουμε μαζί για τη Μαύρη θάλασσα;» Ο Καπετάνιος είπε: «Να πάμε! Μα είμαστε στην καρδιά του χειμώνα. Πρέπει να σχεδιάσουμε σωστά το ταξίδι, για να φτάσουμε σώοι εκεί». «Όταν είσαι έτοιμος, ξεκινάμε», είπε ο έμπορας κι έφυγε.

Ο καπετάν-Νικόλας πήγε να συμβουλευτεί ένα φίλο του γέρο ναυτικό. Τον βρήκε στην ακρογιαλιά. Του είπε: «Γέρο θαλασσόλυκε σε ψάχνω. Ήρθα να με ορμηνέψεις. Θέλω να κάνω ένα ταξίδι στη Μαύρη θάλασσα». «Δεκέμβρη μήνα διάλεξες, Νικόλα; Θέλει προσοχή. Μεγάλη η ευθύνη σου. Στην Μαύρη θάλασσα υπάρχουν τελώνια. Αν φανούν στο καράβι, θα σας κάνουν άνω κάτω. Έχουν βουλιάξει πολλά  καράβια τα τελώνια, όταν η θάλασσα έχει φουρτούνα».

«Πως φεύγουν τα τελώνια;» ρώτησε ο καπετάνιος. «Βάλε κάμποσα γουρούνια στο καράβι. Διώχνουν με τα σκουξίματά τους τα δαιμόνια, που κρύβουν μέσα τους τα τελώνια. Ίσως υπάρχει κι άλλος τρόπος. Μα εγώ δεν τον ξέρω». «Αυτό θα κάνω!» είπε ο καπετάνιος κι έφυγε.

Σε τρεις μέρες έγιναν οι προετοιμασίες για το ταξίδι. Το καράβι σαλπάρισε για τη θάλασσα του Μαρμαρά. Ταξίδευαν μέρες, μέχρι που έφτασαν. Έριξαν άγκυρα. Βγήκαν στην Πόλη, για να ξεμουδιάσουν. Ο έμπορας είχε δοσοληψίες να κάνει εκεί. Θα συνέχιζαν σε δύο μέρες το ταξίδι για την Οδησσό.

Ο καπετάνιος έπρεπε να αγοράσει γουρούνια. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το παζάρι της Πόλης. Βρήκε ένα χοιροβοσκό. «Θέλω να μου πουλήσεις εφτά γουρούνια. Είναι ακριβά;» τόνε ρωτάει. «Θα τα βρούμε στην πληρωμή! Διάλεξε όποια θες», λέει ο χοιροβοσκός.

Ο καπετάνιος διάλεξε τα γουρούνια. Τον πλήρωσε. Ύστερα είπε στο χοιροβοσκό: «Θα με βοηθήσεις να τα πάμε στο λιμάνι;» «Πάρε τον παραγιό μου μαζί», αποκρίθηκε εκείνος. Ήταν αστείο θέαμα τα γουρούνια να διασχίζουν τους πολυσύχναστους δρόμους της Πόλης για να φτάσουν στο καράβι. Έπρεπε να τα συμμαζεύουν, να μη σκορπίσουν. Οι διαβάτες τα έβλεπαν και γελούσαν. Με τα πολλά έφτασαν στο λιμάνι. Έκλεισαν τα γουρούνια στο αμπάρι του καραβιού.

Σε δύο μέρες σαλπάρισαν για τη Μαύρη θάλασσα. Βοριάδες φυσούσαν ολοένα. Φουρτουνιασμένα τα νερά. Το καράβι είχε πορεία προς το βορρά. Σαν κόπασε η φουρτούνα, έπεσε ομίχλη. Ο καπετάνιος δεν έβλεπε καλά. Πρόσεχε πώς θα πορευτεί. Έπλεαν αργά. Ξαφνικά κάτι φωνές ακούστηκαν. Κάτι παράξενα πλάσματα πήδηξαν στο κατάστρωμα του καραβιού. Ένας ναύτης φώναξε: «Τελώνια στο καράβι! Βγάλτε τα γουρούνια από το αμπάρι».

Οι άλλοι ναύτες σάστισαν. Μα υπάκουσαν στη διαταγή. Τα τελώνια ήταν μικρά κακομούτσουνα πλάσματα, σαν παγανά. Ανέβαιναν στα πανιά του καραβιού. Τραβούσαν τα σχοινιά. Πήδαγαν στο κατάστρωμα, έσκουζαν, έχυναν νερά στην κουβέρτα του καραβιού. Ο καπετάνιος ρώτησε έναν παλιό ναύτη: «Τι θα κάνουμε, αν δε φύγουν τα τελώνια με τα γουρούνια;» «Καπετάνιε, κάποιοι λένε ότι φεύγουν με το λιβάνι και την εικόνα του Αϊ-Νικόλα. Να κάψουμε λιβάνι σε ένα σιδερένιο κουβά. Μα έχει κανείς λιβάνι;» «Ρώτα όλους τους ναύτες, μήπως αγόρασε κανείς λιβάνι στην Πόλη», του είπε ο καπετάνιος.

Ο ναύτης έτρεξε να ρωτήσει. Στο μεταξύ τρεις ναύτες ανέβασαν τα γουρούνια στο κατάστρωμα. Τα γύριζαν γύρω-γύρω. Αυτά έσκουζαν. Τα τελώνια ανέβηκαν ψηλά στο κατάρτι, για να μην ακούν τα σκουξίματα. Ένας ναύτης έφερε έναν κουβά με καρβουνάκια και λιβάνι. Ένας άλλος την εικόνα του Αγίου Νικολάου. Άναψαν τα καρβουνάκια. Το λιβάνι έβγαλε ωραία ευωδιά. Απλώθηκε σε όλο το καράβι. Τα τελώνια άρχισαν να ουρλιάζουν, να πηδάνε στη θάλασσα για να γλιτώσουν. Η μυρωδιά του λιβανιού τα έπνιγε.

Σαν έφυγαν τα τελώνια, ο καπετάνιος ρώτησε: «Ποιος αγόρασε το λιβάνι;» Βγήκε μπροστά του ένα ναύτης και είπε: «Το αγόρασα για τη μάνα μου, από ένα μοναστήρι της Πόλης. Της το είχα υποσχεθεί. Αυτό το λιβάνι μόνο εκεί το βρίσκει κανείς». «Χρωστάμε στον Αϊ-Νικόλα τη σωτηρία μας. Θυμήσου, στο γυρισμό μας εδώ, να πάρω στη μάνα σου το τριπλάσιο λιβάνι».

Συνέχισαν την πορεία τους. Τα μεσάνυχτα η θάλασσα γαλήνεψε. Μα ένα τελώνιο που είχε γαντζωθεί στην αλυσίδα της άγκυρας πήδηξε στην κουβέρτα, μετά στο σβέρκο του καπετάνιου. Του έσφιγγε το λαιμό. Ήθελε να τον πνίξει. Ο καπετάνιος προσπαθούσε να το διώξει από πάνω του. Εκείνο δεν έφευγε. Ένας ναύτης το κοπάνησε τότε με ένα κουπί στο κεφάλι. Το άφησε ξερό. «Πέτα το στη θάλασσα», είπε ο καπετάνιος. Ο ναύτης το πέταξε στο νερό.

Έφτασαν στην Οδησσό ύστερα από δύο μέρες. Ο έμπορας πούλησε τα κρασιά του. Πλήρωσε τον καπετάνιο και το πλήρωμα. Μετά πήραν το δρόμο του γυρισμού. Έριξαν άγκυρα πάλι στην Πόλη και μετά στον Πειραιά. Ο καπετάνιος πήρε το λιβάνι, που υποσχέθηκε, για τη μάνα του ναύτη. Ήταν ολόχαρος αυτός κι οι ναύτες του, που τους αξίωσε ο Θεός να ταξιδέψουν στη Μαύρη θάλασσα και να γυρίσουν πίσω σώοι. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Σπανός Γεώργιος