Η γριά, το στοιχειό στον μύλο κι ο Αράπης

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 23 Απρίλιος 2021 12:08 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η γριά, το στοιχειό στον μύλο κι ο Αράπης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά. Ζούσε σε ένα χωριό. Της άρεσε να ζυμώνει. Έφτιαχνε κουλούρια, σκαλτσούνια, ψωμιά και τα πουλούσε. Μια μέρα ξέμεινε από αλεύρι. Ήθελε να έχει πάντα έστω μια χούφτα αλεύρι σπίτι της. Το θεωρούσε γρουσουζιά να είναι το σακούλι της αδειανό. Η γριά αποφάσισε να πάει στον μύλο να αλέσει το σιτάρι της λίγο πριν βραδιάσει.

Έβαλε το στάρι σε τσουβάλια και τα φόρτωσε στον γάιδαρο της. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε σε ένα μονοπάτι που πήγαινε από το χωριό στον μύλο. Βλέπει ένα παλικάρι να έρχεται προς το μέρος της.

«Που πας, κυρούλα, τέτοια ώρα;» τη ρωτάει. «Στο μύλο, παιδάκι μου», του λέει. «Δεν περίμενες να ξημερώσει η μέρα πρώτα; Ξέρεις ότι στο κεφαλάρι που είναι κοντά στο μονοπάτι βγαίνει ένα στοιχειό τα βράδια; Παρουσιάζεται σαν κόκκινο άλογο. Τρομάζει τις γυναίκες που πάνε στο μύλο για να αλέσουν», λέει το παλικάρι. «Σώπα, παιδάκι μου! Να με σκιάξεις θες;» του λέει η γριά. «Αλήθεια είναι! Στη βρύση παραδίπλα από το μύλο βγαίνει και ένας αράπης, που καπνίζει το τσιμπούκι του», λέει ξανά το παλικάρι.

«Και τι να κάνω;» λέει η γριά. «Εγώ χωρίς αλεύρι δε μένω». Το παλικάρι της λέει: «Σαν δεις το κόκκινο άλογο πέσε χάμω. Κάνε την πεθαμένη. Θα φύγει τότε, χωρίς να σε πειράξει. Πάρε και τούτα δω τα σπίρτα. Σαν δεις τον Αράπη, πήγαινε κοντά κι άναψέ το τσιμπούκι του. Μην πεις λέξη, όσο κι αν σε τσιγκλήσει να μιλήσεις». «Έτσι θα κάνω, λέει η γριά. «Μα θα μου κάνεις κι εσύ, παλικάρι μου, τη χάρη να περάσεις αύριο το πρωί από το φτωχικό μου στην άκρη του χωριού». «Θα έρθω!» της λέει αυτός και φεύγει.

Συνεχίζει η γριά. Πριν φτάσει στο κεφαλάρι βλέπει ένα κόκκινο άλογο. Ερχόταν προς το μέρος της. Τότε η γριά έκανε ότι τάχα σκιάχτηκε. Έπεσε μπρούμυτα χάμω ξερή. Το άλογο πήγε κοντά της. Τη μύρισε στο κορμί, στο κεφάλι, στο λαιμό, στις πατούσες. Η γριά κρατούσε την αναπνοή της. Το άλογο-στοιχειό απομακρύνθηκε, χωρίς να την πειράξει. Σαν άκουσε η γριά ότι έφυγε, σηκώθηκε. Προχώρησε κι έφτασε στον μύλο. Ξεφόρτωσε τα σακιά με το στάρι. Τα ζαλώθηκε για να τα πάει στον μυλωνά. Έξω από το μύλο ήταν μια βρύση. Ξαφνικά παρουσιάζεται πλάι στη βρύση ένας αράπης.

«Που πας γριούλα;» τη ρωτάει. Μιλιά δεν έβγαλε η γριά. «Για δε μου μιλάς;» ρώτησε πάλι ο Αράπης. Η γριά έκανε να μπει στον μύλο. «Αν δε μιλήσεις, θα βγάλω τη σπάθα μου και θα σε κόψω στα δυο», της λέει. Μα η γριά δεν τσίμπησε στα λόγια του. Βγάζει τότε αυτός ένα τσιμπούκι και το βάζει στο στόμα. Ψάχνει να βρει φωτιά να το ανάψει. Πάει κοντά του η γριά και με ένα σπίρτο ανάβει το τσιμπούκι, χωρίς να βγάλει άχνα. Τότε βγάζει κι ο Αράπης και της δίνει ένα χρυσό δαχτυλίδι. Της λέει: «Φόρεσέ το! Αν χρειαστείς κάτι, τρίψε το και θα φανώ».

Η γριά φόρεσε το δαχτυλίδι. Μπήκε στον μύλο. Έδωσε το στάρι στον μυλωνά. Περίμενε μέχρι να το αλέσει. Σαν έγινε το αλεύρι η γριά το πλήρωσε. Έκανε να φύγει. Τότε μπαίνει στον μύλο ένας ληστής. Βγάζει το μαχαίρι του και λέει: «Δώστε μου ό,τι έχετε επάνω σας, λεφτά ή χρυσά». Ο μυλωνάς κι η γριά σάστισαν. «Τι με κοιτάτε; Γρήγορα μη σας βγάλω τα άντερα», είπε ο ληστής.

Μετά γούρλωσε τα μάτια του κι άπλωσε το χέρι να αρπάξει το δαχτυλίδι από το χέρι της γριάς. Αυτή το έτριψε. Παρουσιάστηκε τότε ο Αράπης της βρύσης. Ο ληστής φοβήθηκε. Ο Αράπης του άρπαξε το μαχαίρι, τον έδειρε και τον πέταξε έξω από τον μύλο. Η γριά χάρηκε που γλίτωσαν αυτή κι ο μυλωνάς. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε μετά για το χωριό της. Έφτασε στο σπιτάκι της. Έπεσε και κοιμήθηκε.

Ξύπνησε χαράματα. Στρώθηκε στη δουλειά. Ζύμωσε κι έφτιαξε σκαλτσούνια και κουλουράκια. Τα έψησε. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της. Περίμενε. Φάνηκε τότε στο κατώφλι της το παλικάρι που είχε συναντήσει το προηγούμενο βράδυ. «Ήρθα, κυρούλα, όπως στο έταξα», της είπε. «Σε περίμενα! Να είσαι καλά παλικάρι μου! Χάρη στις ορμήνιες σου βρίσκομαι τώρα εδώ. Κάθισε να σε φιλέψω τα σκαλτσούνια μου», λέει η γριά.

Το παλικάρι δοκίμασε τα κεράσματα της γριάς. Του άρεσαν. Από τότε περνούσε από το σπίτι της και της έκανε παρέα. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland