Δεν υπάρχει ξυπνητήρι πιο αμείλικτο από την πένθιμη καμπάνα του χωριού. Χτύπος αργός, ώστε να προλαβαίνει να ταξιδέψει στις πλαγιές του Ταϋγέτου, να γλιστρήσει ανάμεσα στις καρυδιές και τις καστανιές, να ακουμπήσει τις πέτρινες αυλές και να φτάσει, σχεδόν ατόφιος, σε κάθε σπίτι της Αγόριανης. Ένας ήχος που φέρει το βάρος μιας απώλειας. Δεν ρωτάς τι συνέβη, μαθαίνεις όμως σύντομα ποιος έφυγε.
Αυτός ο ήχος με ξύπνησε εκείνο το πρωί. Το δωμάτιο ήταν ακόμη μισοσκότεινο και ο αέρας που κατέβαινε από το βουνό κρατούσε εκείνη τη δροσιά που μόνο τα ορεινά χωριά έχουν την ευλογία να νιώθουν ακόμη και στην καρδιά του καλοκαιριού. Για λίγες στιγμές έμεινα ακίνητη, ακούγοντας την καμπάνα να συνεχίζει τον αργό της ρυθμό, σαν να μετρούσε τα βήματα του νεκρού που απομακρυνόταν. Έπειτα σηκώθηκα, πέρασα ένα ζακετάκι στους ώμους και βγήκα στην αυλή.
Η γειτόνισσά μου είχε ήδη ανοίξει την ξύλινη εξώπορτά της. Έδενε ένα μαύρο μαντίλι στο κεφάλι και ετοιμαζόταν να κατηφορίσει προς την πλατεία. Μόλις με είδε, χαμήλωσε το βλέμμα.
«Έφυγε ο κυρ-Θανάσης», μου είπε ήρεμα. «Τον βρήκαν τα ξημερώματα. Η καρδιά του τον πρόδωσε στον ύπνο του. Ενενήντα δύο χρονών άνθρωπος... είχε κουραστεί πια».
Έμεινα για λίγο άφωνη. Τον είχα δει δύο μόλις μέρες πριν, καθισμένο κάτω από τον πλάτανο του χωριού, να παρακολουθεί όσους περνούσαν και να απολαμβάνει το παγωμένο τσιπουράκι του. «Απόψε θα τον ξενυχτήσουν στο σπίτι», συνέχισε. «Αύριο το πρωί θα γίνει η κηδεία. Πάω να βοηθήσω τις γυναίκες».
Κίνησα μαζί της προς το καλντερίμι. Το χωριό έμοιαζε να κινείται πιο αργά από κάθε άλλη μέρα. Τα παράθυρα άνοιγαν σιωπηλά, οι αυλόπορτες έτριζαν, άνθρωποι ντυμένοι στα σκούρα κατευθύνονταν προς την ίδια κατεύθυνση χωρίς πολλές κουβέντες. Στα χωριά ο θάνατος δεν είναι ποτέ ιδιωτική υπόθεση, είναι πλήγμα όλης της κοινότητας.
Λίγο πριν στρίψουμε στο στενό που οδηγούσε στο σπίτι του νεκρού, μια μεγαλόσωμη γκρίζα γάτα πετάχτηκε από μια μάντρα και πήρε τον δρόμο προς την αυλή. Η γυναίκα δίπλα μου σταμάτησε απότομα. Έσκυψε, σήκωσε μια μικρή πέτρα και την πέταξε με δύναμη προς το μέρος της. Η γάτα τινάχτηκε τρομαγμένη και χάθηκε ανάμεσα στις ξερολιθιές. Την κοίταξα ξαφνιασμένη.
«Γιατί το έκανες αυτό;»
Με κοίταξε σαν να μην πίστευε την ερώτηση. «Δεν κάνει να περάσει γάτα κοντά από τον πεθαμένο όσο τον ξενυχτάνε».
«Γιατί;»
Κοντοστάθηκε. «Γιατί άμα περάσει... μπορεί να βρικολακιάσει.»
Ο εφημέριος της Αγόριανης, ο πατήρ Δημήτριος, κατέγραψε κάποτε αυτήν ακριβώς τη δοξασία στη λαογραφική του έρευνα για το χωριό. Οι παλαιότεροι πίστευαν πως ένας νεκρός μπορούσε να γίνει βρικόλακας αν, κατά τη διάρκεια του ολονύχτιου μοιρολογιού, περνούσε από κοντά του γάτα ή ακόμη και ποντίκι. Γι' αυτό οι πόρτες έμεναν κλειστές, οι γάτες διώχνονταν από τις αυλές και τα παιδιά είχαν εντολή να προσέχουν ακόμη και τις πιο μικρές κινήσεις μέσα στο σπίτι. Η πιθανότητα ο νεκρός να μη δεχτεί ποτέ την ανάπαυσή του τους τρόμαζε περισσότερο και από τον θάνατο.
«Κι άμα βρικολάκιαζε;» τη ρώτησα.
Η γυναίκα αναστέναξε. «Δεν τον έβλεπες. Αυτό είναι το κακό. Δεν ερχόταν σαν άνθρωπος, ούτε σαν τέρας. Μονάχα τον άκουγες». Συνέχισε να περπατά αργά, ενώ η φωνή της χαμήλωνε, λες και ακόμη και τώρα δεν ήθελε να την ακούσει κάποιος τρίτος.
«Τη νύχτα έσερνε τα πόδια του μέσα στο σπίτι. Έκανε μικρά χτυπήματα στους τοίχους. Σαν να δοκίμαζε τις πόρτες. Άκουγες το σακί με το αλεύρι να τρίζει, το πιθάρι με το λάδι να αδειάζει λίγο λίγο. Κι όμως, μόλις άναβες το λιχνάρι... τίποτα. Σαν να μην είχε περάσει ποτέ κανείς από εκεί».
Αυτό ήταν ίσως το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο της παράδοσης. Ο βρικόλακας της Αγόριανης δεν παρουσιαζόταν ως το αποκρουστικό πλάσμα των δυτικών ιστοριών. Δεν είχε κυνόδοντες ούτε αιματοβαμμένο στόμα. Ήταν σχεδόν αόρατος. Μια παρουσία που γινόταν αντιληπτή μόνο από τους ήχους που άφηνε πίσω της. Γι' αυτό ήταν τόσο τρομακτικός. Γιατί απέναντι σε κάτι που τα μάτια δεν μπορούν να δουν, τα μάτια της φαντασίας οργιάζουν.
Έφτασε έξω από το σπίτι του κυρ-Θανάση, μα πριν περάσει το κατώφλι κοντοστάθηκε ξανά.
«Αλλά δεν γίνονταν όλοι βρικόλακες έτσι...» είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Μερικούς τους γύριζε πίσω το άδικο». Και τότε άρχισε να μου μιλά για το Φονικόρεμα...
Το ίδιο το όνομα μοιάζει να έχει γεννηθεί από τον θρύλο. Δεν είναι μια τοπωνυμία που συνηθίζει κανείς και παύει να προσέχει. Κουβαλά τη βεβαιότητα πως κάποτε εκεί συνέβη κάτι τόσο βίαιο, ώστε ο τόπος αναγκάστηκε να το κρατήσει για πάντα στο όνομά του. Σήμερα τα δέντρα έχουν πυκνώσει, οι ξερολιθιές χάνονται στις φτέρες και οι βάτοι σκεπάζουν τα παλιά μονοπάτια. Αν δεν γνωρίζεις την ιστορία, δεν θα δεις παρά μία ακόμη όμορφη γωνιά του Ταϋγέτου. Όμως από τη στιγμή που ακούσεις τον θρύλο, ο τόπος δεν είναι ποτέ ξανά ο ίδιος.
Η γειτόνισσα χαμήλωσε τη φωνή της. «Ήταν νέα. Πολύ όμορφη, λένε. Από εκείνες που τις πρόσεχε όλο το χωριό χωρίς να το θέλει κι η ίδια». Το όνομά της είχε χαθεί. Στους λαϊκούς θρύλους, άλλωστε, τα ονόματα είναι συχνά το πρώτο πράγμα που ξεχνιέται. Μένει μόνο η μοίρα.
Εκείνο το μεσημέρι πήρε μόνη της το μονοπάτι. Δεν την είδε κανείς να φεύγει, ούτε να συναντά τον άνθρωπο που την ακολούθησε. Τη βρήκαν αργότερα, κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Βιασμένη. Δολοφονημένη. Λένε πως την ίδια χρονιά ξεράθηκε και η βελανιδιά, σαν να είχε ποτιστεί κι εκείνη από το κακό.
Οι παλιοί έλεγαν πως από τότε το Φονικόρεμα δεν ησύχασε ποτέ. Κάθε καλοκαίρι, στο μεγάλο λιοπύρι, κάποιοι άκουγαν μια γυναικεία φωνή να ζητά βοήθεια. Δεν ήταν κραυγή. Μάλλον σαν πνιγμένος λυγμός, σαν κάποιος να προσπαθούσε να μιλήσει μέσα από πολλά στρώματα χώματος. Κανείς δεν μπορούσε να συμφωνήσει τι ακριβώς άκουγε, όλοι όμως συμφωνούσαν πως κάτι άκουσαν.
Ένας από τους παλιούς θυμάται τον εαυτό του έντεκα χρονών να ακολουθεί τον πατέρα του στο Φονικόρεμα για να κόψουν ξύλα. Όταν ξέχασαν το παγούρι, τον έστειλε να το φέρει μόνο του. Καθώς έτρεχε μέσα στη ζέστη, το βούισμα του αέρα άρχισε να μεταμορφώνεται σε κάτι διαφορετικό. Του φάνηκε πως μια γυναίκα έκλαιγε. Ύστερα πως τον φώναζε. Άρπαξε το παγούρι και γύρισε τρέχοντας πίσω. Όταν διηγήθηκε όσα είχε ακούσει, περίμενε από τον πατέρα του να γελάσει. Εκείνος όμως είπε μόνο μία φράση: «Τις έχω ακούσει κι εγώ».
Αυτή είναι η δύναμη της λαϊκής παράδοσης. Δεν επιβιώνει επειδή αποδεικνύεται, αλλά επειδή κάποιος ορκίστηκε πως άκουσε κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει και οι υπόλοιποι κράτησαν την ιστορία ζωντανή.
Το Φονικόρεμα εξακολουθεί να κουβαλά στο όνομά του αυτή την ανοιχτή. Σύμφωνα με τους παλιούς, η φωνή της αδικίας ακόμη αντηχεί όταν το μεσημεριάτικο λιοπύρι κάνει τον αέρα να τρέμει πάνω από τις πέτρες.
Όταν τελείωσε την ιστορία της, είχαμε σχεδόν φτάσει. Το σπίτι του κυρ-Θανάση στεκόταν στην άκρη του δρόμου, με την αυλόπορτα ορθάνοιχτη και τον κόσμο να μπαινοβγαίνει αθόρυβα κρατώντας δίσκους με καφέ, κόλλυβα και κεριά. Από μέσα ακουγόταν το χαμηλό μοιρολόι των γυναικών, μια σεμνή θρηνωδία που έμοιαζε να συνομιλεί με το λιγοστό φως των καντηλιών, καθώς η μυρωδιά του λιβανιού απλωνόταν στην αυλή, ανακατεμένη με την υγρασία του πρωινού. Η γειτόνισσα στάθηκε για μια στιγμή στην πόρτα, έκανε τον σταυρό της και γύρισε προς το μέρος μου.
«Τώρα πρόσεχε...» μου είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Μέχρι να ξημερώσει, δεν αφήνουμε τίποτα να περάσει δίπλα του». Έγνεψα χωρίς να απαντήσω.
Είχα κάνει μόλις δυο βήματα, όταν αντιλήφθηκα με την άκρη του ματιού μου κάτι να κινείται. Μια γκρίζα γάτα βγήκε αθόρυβα πίσω από τον πέτρινο φούρνο της αυλής και στάθηκε ακίνητη, με τα μάτια καρφωμένα στην ανοιχτή πόρτα. Γύρισα απότομα προς τη γειτόνισσα για να της τη δείξω, όμως εκείνη είχε ήδη χαθεί μέσα στο σπίτι. Όταν ξανακοίταξα, η γάτα δεν ήταν πια εκεί. Μόνο το λιβάνι συνέχιζε να καπνίζει στην αυλή και, από μέσα, οι φωνές των μοιρολογιστριών όλο και δυνάμωναν…
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




