Το βρήκα ένα από εκείνα τα απογεύματα που δεν έχουν τίποτα το αξιοσημείωτο, κι όμως καταλήγουν να χαράζονται στη μνήμη με τρόπο σχεδόν πεισματικό. Είχα επιστρέψει στο σπίτι της Αγόριανης νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως, με εκείνη τη νωχελική κούραση που αφήνει πίσω της η περιπλάνηση σε έναν τόπο που ακόμη δεν έχεις μάθει να διαβάζεις πλήρως. Το φως έμπαινε λοξά από τα μικρά παράθυρα του πάνω ορόφου, σπάζοντας πάνω στις σκόνες που αιωρούνταν στον αέρα σαν να ανήκαν περισσότερο στον χώρο παρά στην κίνηση του φωτός. Το σπίτι έμοιαζε ήσυχο, αλλά εδώ η ησυχία έχει πάντα μια ανεπαίσθητη δόνηση, σαν κάτι να υπενθυμίζει την παρουσία του ταράζοντάς την.
Πέρασα από τη βιβλιοθήκη αδιάφορα, χωρίς πρόθεση αναζήτησης. Όμως, απρόσμενα, κάτι στο πάνω ράφι τράβηξε το βλέμμα μου. Ανάμεσα σε δύο παλιούς, σκονισμένους τόμους, υπήρχε ένα βιβλίο που δεν θυμόμουν να έχω προσέξει ποτέ ως τώρα. Η ράχη του είχε αυτό το ξεθωριασμένο καφέ που παίρνουν τα βιβλία όταν έχουν μείνει για χρόνια εκτεθειμένα σε φως που δεν είναι ποτέ αρκετό για να τα διαβάσεις καθαρά, αλλά αρκετό για να τα φθείρει αργά.
Το τράβηξα έξω μονομιάς. Στο εξώφυλλο, με γράμματα που είχαν ξεθωριάσει λίγο, διαβαζόταν ο τίτλος: «Η Αγόριανη του θρύλου και της παράδοσης» του Σταύρου Ν. Χριστοδουλάκη. Τα δάχτυλά μου χάιδεψαν τις κιτρινισμένες σελίδες και χωρίς να το πολυσκεφτώ, κάθισα να το διαβάσω.
Από τις πρώτες κιόλας παραγράφους είχα την παράξενη αίσθηση ότι επιβεβαίωνα κάτι που ήδη είχε αρχίσει να σχηματίζεται μέσα στις προηγούμενες μέρες της παραμονής μου εδώ. Στις σελίδες του Χριστοδουλάκη, η Αγόριανη δεν παρουσιαζόταν ως απλό γεωγραφικό σημείο ή ως αντικείμενο λαογραφικής μελέτης, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός αφήγησης, όπου οι θρύλοι δεν καταγράφονται εκ των υστέρων αλλά μοιάζουν ν’ αναπνέουν ακόμη μέσα στη δομή του τόπου.
Αυτό που λατρεύω στα βιβλία της λαογραφίας είναι ότι δεν σου μεταδίδουν απλώς γνώσεις, αλλά την ίδια την εμπειρία του τι σημαίνει να είσαι κομμάτι ενός πολιτισμού. Οι αφηγήσεις που ξυπνά αυτό το βιβλίο με κάνουν να θέλω να περπατήσω ξανά τα σοκάκια της Αγόριανης, με άλλα μάτια όμως τώρα.
Καθώς χάζευα τα περιεχόμενα, ο τίτλος ενός κεφαλαίου έκανε τη ματιά μου να φρενάρει απότομα πάνω του. Γύρισα αμέσως στον αριθμό σελίδας που μου είχε υποδείξει…
« Η Κατάρα του Καλόγερου» είναι από εκείνες αόριστες λαϊκές αφηγήσεις που δεν έχουν σαφές χρονικό πλαίσιο. Δεν υπάρχει μια στιγμή μηδέν, μόνο μια σταδιακή συσσώρευση γεγονότων που κάποια στιγμή αποκτούν βάρος αφήγησης. Στο βιβλίο του Χριστοδουλάκη, όπως και στις προφορικές εκδοχές που αργότερα άκουσα αποσπασματικά από τους ανθρώπους του τόπου, η ιστορία τοποθετείται κάπου στον 18ο αιώνα, στο μοναστήρι της Παναγίας που λειτουργούσε τότε ως πνευματικό και κοινωνικό κέντρο της περιοχής.
Ο ηγούμενος του μοναστηριού, μορφή με κύρος αλλά και με εκείνη την αμφίσημη εξουσία που πάντα συνοδεύει τις θρησκευτικές ιεραρχίες σε μικρές κοινότητες, βρίσκεται μάτι του κυκλώνα ενός σκανδάλου. Τον βαραίνει μια κατηγορία τόσο απροκάλυπτα αισχρής που, ακόμα και χωρίς τεκμηρίωση, στρέφει την κοινωνία της εποχής με μανία εναντίον του. Μια νεαρή γυναίκα του χωριού, ευάλωτη νοητικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένη, βρίσκεται έγκυος, και η κοινότητα, αντί ν’ αναζητήσει απαντήσεις, επιλέγει σχεδόν αυτόματα την κατεύθυνση της υποψίας. Το όνομα του ηγουμένου γίνεται το σημείο όπου συγκλίνουν οι φόβοι, οι ηθικές εντάσεις και οι ανομολόγητες κοινωνικές αντιφάσεις.
Η αφήγηση δεν ενδιαφέρεται τόσο για το αν η κατηγορία είναι αληθινή όσο για το πώς λειτουργεί μέσα στο συλλογικό σώμα του χωριού. Γιατί εκεί, σε μικρές κοινωνίες όπως αυτή, η αλήθεια δεν έχει πάντα τον πρώτο λόγο. Προτεραιότητα έχει το όποιο αφήγημα θα επιτρέψει στην τοπική κοινότητα να συνεχίσει να λειτουργεί, δίχως να μολυνθεί η ίδια με το στίγμα του θύτη. Όταν, λοιπόν, ο ηγούμενος αντιλαμβάνεται πως οι άνθρωποι του χωριού έχουν ήδη αποφασίσει την ενοχή του, όσο κι αν εκείνος επιμένει στην αθωότητά του, εγκαταλείπει το μοναστήρι πληγωμένος από την αδικία. Σύμφωνα με την παράδοση, πριν απομακρυνθεί από την Αγόριανη, στράφηκε προς το χωριό και πρόφερε λόγια που έμελλε να πλήξουν το χωριό περισσότερο και από το ίδιο το περιστατικό. «Όπως εσείς με διώξατε άδικα, έτσι κι εγώ σας καταριέμαι. Οι δεκαοκτώ οικογένειες του χωριού να μη χαρούν προκοπή και το γένος τους να μη ριζώσει ποτέ». Από εκείνη τη στιγμή, ο θρύλος παύει ν’ αφορά έναν αδικημένο καλόγερο και μετατρέπεται σε ιστορία για τη δύναμη του λόγου όταν αυτός εκστομίζεται μέσα στην οδύνη και αποκτά, στη συνείδηση μιας ολόκληρης κοινότητας, σχεδόν μοιραία υπόσταση.
Η κατάρα, όπως διασώζεται στη λαογραφική παράδοση, δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως μια απλή έκρηξη θυμού. Με το πέρασμα των χρόνων συνδέθηκε με τις περίφημες δεκαοκτώ οικογένειες του χωριού, τους λεγόμενους «Δεκαοχτούρηδες», οι οποίοι έγιναν το ζωντανό σημείο αναφοράς ενός θρύλου που εξακολουθούσε να ερμηνεύει κάθε πρόωρο θάνατο, κάθε οικογένεια που χάθηκε, κάθε γενιά που δεν συνέχισε το όνομά της. Είτε ως μεταφυσική τιμωρία είτε ως τρόπος να εξηγηθούν οι αλλεπάλληλες ανατροπές της ιστορίας, η κατάρα λειτούργησε ως ένας από τους ισχυρότερους μηχανισμούς συλλογικής μνήμης της Αγόριανης. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως, όπως και αν ειπώθηκε, ακόμα και αν τα αληθινά λόγια δεν ήταν έτσι ακριβώς, οι κάτοικοι ένιωσαν την ανάγκη να πιστέψουν πως λόγος μπολιασμένος με πίκρα και αδικία μπορούσε ν’ αλλάξει τη μοίρα ενός ολόκληρου τόπου. Καθώς συνεχίζω την παραμονή μου στην Αγόριανη, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω πόσο εύκολα τέτοιες αφηγήσεις ενσωματώνονται στον καθημερινό λόγο. Δεν παρουσιάζονται ως «παράδοση» με την αποστασιοποιημένη έννοια του όρου, αλλά ως κάτι που εξακολουθεί να έχει ηθικό και σχεδόν πρακτικό βάρος. Η κατάρα δεν αντιμετωπίζεται ως υπερφυσικό γεγονός, αλλά ως ένας τρόπος να ειπωθεί η ευθραυστότητα της κοινωνικής συνοχής, η δυνατότητα μιας κοινότητας να στραφεί εναντίον του ίδιου της του εαυτού και να το καταγράψει αυτό ως ανάμνηση. Και όσο περισσότερο παραμένω σ’ αυτή τη λεπτομέρεια, τόσο πιο καθαρά συνειδητοποιώ ότι τίποτα εδώ δεν λειτουργεί ποτέ αποκομμένα: κάθε αφήγηση μοιάζει ν’ ακουμπά την επόμενη, λες και οι ιστορίες δεν τελειώνουν αλλά μετατοπίζονται αθόρυβα από τη μία μορφή στην άλλη, κρατώντας πάντα κάτι από την προηγούμενη μέσα τους. Είναι σχεδόν σαν ο τόπος να έχει έναν δικό του εσωτερικό ρυθμό μνήμης, όπου οι λέξεις που ειπώθηκαν για μια κατάρα δεν εξαφανίζονται όταν πάψουν να λέγονται, αλλά μένουν αιωρούμενες, έτοιμες να ξαναπάρουν σχήμα αλλού, σε άλλη ιστορία, με πιο σκοτεινό ή πιο επίμονο περίγραμμα.
Υπάρχει κάτι βαθιά αποκαλυπτικό στον τρόπο που τέτοιες ιστορίες επιβιώνουν. Δεν διατηρούνται επειδή κάποιος τις κατέγραψε, αλλά επειδή συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ως γλώσσα. Κάθε νέα αφήγηση δεν είναι μια αθώα επανάληψη, αλλά ανανέωση της σημασίας τους. Κι έτσι, η «Κατάρα του Καλόγερου» ξεφεύγει από το αφηγηματικό πλαίσιο μιας ιστορίας που ανήκει στον 18ο αιώνα και γίνεται ένα ακόμα πολιτισμικό στοιχείο της Αγόριανης που δίνει μια ιδιαίτερη χρωματική πινελιά στην ταυτότητά της.
Έκλεισα το βιβλίο κάποια στιγμή αργά το απόγευμα και σκεφτόμουν πως οι θρύλοι, όταν γίνονται ανάγνωσμα, μετακινούνται από το χαρτί στον χώρο και από τον χώρο ξανά στη μνήμη. Και εγώ, κάπου ανάμεσα σε αυτές τις μετατοπίσεις, συνεχίζω να καταγράφω όχι μια ιστορία του τόπου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ο τόπος επιμένει να παράγει ιστορίες. Κι όσο περισσότερο αφήνω αυτή την ιστορία να καθίσει μέσα μου, τόσο πιο καθαρά αρχίζει να σχηματίζεται η αίσθηση ότι η «Κατάρα του Καλόγερου» δεν λειτουργεί αυτόνομα μέσα στην τοπική λαογραφία, αλλά μοιάζει σαν πρώτο ρήγμα σε μια αλυσίδα αφηγήσεων που έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τον θάνατο. Στο ίδιο βιβλίο του Χριστοδουλάκη, ανάμεσα στις σελίδες που καταγράφουν τις παραδόσεις του τόπου, υπάρχουν διακριτικές αναφορές σε άλλα, πιο σκοτεινά μοτίβα της παράδοσης. Μοτίβα όπου οι νεκροί δεν παραμένουν πάντα νεκροί και οι ιστορίες τους δεν ολοκληρώνονται με την ταφή. Και είναι ακριβώς αυτή η υπόγεια συνέχεια που αρχίζει να βαραίνει την ατμόσφαιρα του χωριού όσο η μέρα πέφτει: η αίσθηση ότι από την ίδια ρωγμή που άφησε πίσω της η κατάρα, μπορεί ν’ αρχίσει ν’ αναδύεται κάτι ακόμη πιο επίμονο, πιο ανήσυχο, πιο σκοτεινό… Κάτι που οι παλιότερες αφηγήσεις δεν τολμούν να κατονομάσουν πάντα ευθέως, αλλά το αφήνουν να πλανάται σε μια μυστική συμφωνία σιωπής με την πίστη πως, αν δεν το κατονομάσουν, ίσως το κακό φύγει από μόνο του…
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




