Έχεις βρεθεί ποτέ σε χώματα αρχαία που μόλις τα πατήσεις σου δημιουργούν την παράξενη αίσθηση πως ο κόσμος που τα γέννησε δεν χάθηκε εντελώς; Σαν να έμεινε κάτι πίσω του, μια παρουσία που δεν έχει σώμα, μια μνήμη που δεν καταγράφτηκε σε επιγραφές. Αν βρεθείς στον λόφο της Αγίας Κυριακής στις Αμύκλες, πίστεψέ με, θα το νιώσεις. Εκεί όπου κάποτε υψωνόταν το περίφημο Αμυκλαίο, ο ιερός χώρος του Απόλλωνα, σήμερα ο κόσμος βλέπει κυρίως πέτρες, θεμέλια και τα ίχνη μιας αρχαιότητας που αποκαλύπτεται σιγά σιγά κάτω από το χώμα. Αν, όμως, μείνεις λίγο περισσότερο και αφήσεις το βλέμμα σου να ξεφύγει από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, ίσως καταλάβεις γιατί οι άνθρωποι που έζησαν εδώ χρειάστηκαν κάποτε να πλάσουν έναν φύλακα για όλα όσα κρύβονταν στην καρδιά του λόφου…
Και δεν είναι ένας τυχαίος λόφος. Το ύψωμα της Αγίας Κυριακής δεσπόζει πάνω από την κοιλάδα του Ευρώτα, με τον Ταΰγετο να διασχίζει τον ορίζοντα προς τα δυτικά και τον Πάρνωνα προς τα ανατολικά. Από εδώ η θέα ανοίγει μακριά, ενώ η ίδια η θέση μοιάζει σχεδόν φτιαγμένη για να εποπτεύει την πεδιάδα. Πριν ακόμη γίνει τόπος του Απόλλωνα, ο λόφος είχε γνωρίσει ανθρώπινη παρουσία από πολύ παλιότερες εποχές, και οι διαδοχικές χρήσεις του δεν έσβησαν η μία την άλλη, αντιθέτως, στρώθηκαν η μία πάνω στην άλλη, σαν να συμπλήρωναν την ίδια ιστορία. Αργότερα, το Αμυκλαίο θα γινόταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα λατρείας των Λακεδαιμονίων και εδώ θα τελούνταν τα Υακίνθια, η μεγάλη γιορτή που συνέδεε τη λατρεία του Υάκινθου με εκείνη του Απόλλωνα.
Βρισκόμουν εκεί ένα ζεστό πρωινό, περιπλανώμενη ανάμεσα στα ερείπια, προσπαθώντας να φανταστώ πώς θα πρέπει να έμοιαζε κάποτε ο χώρος όταν η λατρεία του Απόλλωνα γέμιζε τον λόφο με ανθρώπους, τελετές και φωνές. Οι Αμύκλες απλώνονταν γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο και η πεδιάδα της Σπάρτης ξεδιπλωνόταν χαμηλότερα, λουσμένη στο φως του ήλιου. Ήταν δύσκολο να κοιτάζω εκείνες τις πέτρες χωρίς να σκέφτομαι πόσες γενιές είχαν περάσει από πάνω τους και σε πόσες διαφορετικές ιστορίες είχαν γίνει μάρτυρες. Για τους αρχαίους ήταν ιερός τόπος, για τους νεότερους έγινε ερείπιο, τόπος αναμνήσεων, χώρος γεμάτος μάρμαρα που δεν καταλάβαιναν πάντοτε πώς να τα ερμηνεύσουν. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην αρχαιολογία και τη λαϊκή φαντασία, γεννήθηκε ένα στοιχειό…
Εδώ στεκόταν κάποτε ο περίφημος Θρόνος του Απόλλωνα, ένα μνημείο τόσο παράξενο και επιβλητικό ώστε ακόμη και ο Παυσανίας, όταν πέρασε από τις Αμύκλες, στάθηκε στη θέα του. Το κολοσσιαίο άγαλμα του θεού, που οι αρχαίες περιγραφές τοποθετούν πάνω ή μέσα στον Θρόνο, δέσποζε κάποτε πάνω από το ιερό. Κι όταν όλα αυτά χάθηκαν, δεν έμεινε μόνο η πέτρα. Έμεινε και η ιδέα πως κάτω από την πέτρα εξακολουθούσε να υπάρχει κάτι. Κάτι μεγάλο, αρχαίο και απρόθυμο να παραδώσει εντελώς τα μυστικά του. Δεν ήταν, όμως, ένα από εκείνα τα σκοτεινά πλάσματα που συναντά κανείς στις λαϊκές δοξασίες και τα οποία περιμένουν τον ανυποψίαστο περαστικό για να τον τρομάξουν. Το στοιχειό του λόφου είχε διαφορετική αποστολή. Οι παλιότεροι κάτοικοι των Αμυκλών έλεγαν πως κάτω από τη γη, στα έγκατα του λόφου και ακριβώς κάτω από τα θεμέλια της παλιάς εκκλησίας της Αγίας Κυριακής, κατοικούσε μια επιβλητική μορφή. Ήταν ένας ψηλός άνδρας, ντυμένος με αστραφτερή αρχαία πανοπλία, κι όταν τον φαντάζονταν δεν έμοιαζε με δαίμονα αλλά περισσότερο με πολεμιστή που είχε μείνει εκεί για να φυλάει ό,τι είχε απομείνει από τον δικό του, αρχαίο κόσμο.
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς την έμπνευση πίσω από αυτή τη φαντασία. Στη λαϊκή μνήμη είχε αποτυπωθεί η μορφή του Αμυκλαίου Απόλλωνα, του θεού που λατρευόταν εδώ ως όρθιο, θωρακισμένο άγαλμα, με κράνος και δόρυ. Όταν η αρχαιότητα χάνεται και οι λεπτομέρειές της ξεθωριάζουν, η μνήμη δεν την αφήνει πάντοτε να πεθάνει, παρά την ξαναφτιάχνει με όσα υλικά διαθέτει. Κι έτσι ο αρχαίος θεός μπορούσε, μέσα στη φαντασία των ανθρώπων, να μεταμορφωθεί σε στοιχειό του λόφου. Όχι πια θεός που λατρεύεται σε τελετές, αλλά πολεμιστής που στέκεται σιωπηλός κάτω από το χώμα. Όχι πια προστάτης μιας πόλης, αλλά φύλακας λίγων πετρών που είχαν απομείνει από τον κόσμο του.
Λέγανε πως εκεί κάτω φύλαγε χρυσές λίρες και «αμίλητα αρχαία». Θησαυρούς και παλιά πράγματα που είχαν μείνει θαμμένα από εποχές τόσο μακρινές, ώστε κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πια την ιστορία τους. Κι αν κάποιος πλησίαζε νύχτα τον λόφο με σκοπό να σκάψει για να βρει τους θησαυρούς ή ν’ αρπάξει τα αρχαία μάρμαρα, το στοιχειό δεν έμενε αμέτοχο. Δεν χρειαζόταν να εμφανιστεί μπροστά του. Αρκούσε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Πρώτα ερχόταν ένας υπόκωφος ήχος, σαν χτύπος από οπλές αλόγου που πλησίαζαν από το σκοτάδι, ή σαν το σύρσιμο ενός δόρατος πάνω στις πέτρες. Κι ύστερα, ξαφνικά, σηκωνόταν αέρας δυνατός, ένας ανεμοστρόβιλος που ανακάτευε το χώμα και τα ξερά χόρτα και έσβηνε τα φανάρια και τους φακούς εκείνων που είχαν έρθει να λεηλατήσουν τον λόφο. Το μήνυμα ήταν σαφές, ακόμη κι αν κανείς δεν έβλεπε ποτέ πραγματικά τον φύλακα: εδώ δεν σκάβεις. Γιατί το στοιχειό δεν φυλάει χρυσάφι, φυλάει το ίδιο το παρελθόν.
Σκέφτηκα τότε πόσο εύκολα μπορεί ένας αρχαιολογικός χώρος να γίνει, μέσα στη λαϊκή φαντασία, τόπος στοιχειωμένος. Για τον άνθρωπο που δεν διαθέτει τις γνώσεις του αρχαιολόγου, ένα κομμάτι μαρμάρου που ξεπροβάλλει από το χώμα είναι κάτι που βρίσκεται πάνω σ’ αυτό το χώμα πριν από όλους μας και πιθανότατα θα βρίσκεται εκεί και όταν εμείς μπούμε κάτω απ’ αυτό. Οι πέτρες αποκτούν μια ατέρμονη ύπαρξη, κι ο λόφος μοιάζει να κρύβει πράγματα που κανείς δεν επιτρέπεται ν’ αγγίξει. Γι’ αυτό και το στοιχειό των Αμυκλών δεν παρουσιάζεται ως τιμωρός των ανθρώπων, αλλά ως φύλακας. Προστατεύει τον τόπο από εκείνους που θα επιχειρούσαν να του αφαιρέσουν όσα διασώθηκαν μέσα στους αιώνες. Κάποτε όμως, στη ροή του χρόνου, ήρθε εκείνη η ρωγμή κατά την οποία ο λόφος ολόκληρος θ’ αναστατωνόταν…
Στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν ο αρχαιολόγος Ανδρέας Σκιάς εργάστηκε στις Αμύκλες, χρειάστηκε να μετακινηθεί η εκκλησία της Αγίας Κυριακής, ώστε ν’ αποκαλυφθούν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και ο Θρόνος του Απόλλωνα. Η έρευνα στο Αμυκλαίο είχε ήδη αρχίσει από τον Χρήστο Τσούντα στα τέλη του 19ου αιώνα και είχε συνεχιστεί με τις εργασίες των Furtwängler και Fiechter. Το 1907, όμως, η έρευνα προχώρησε ακόμη βαθύτερα, ακριβώς κάτω από την εκκλησία. Η αποκάλυψη πως ο Θρόνος βρισκόταν κάτω από το νεότερο κτίσμα έδινε στην αρχαιολογική έρευνα μια σχεδόν ειρωνική διάσταση: επί αιώνες οι άνθρωποι είχαν χτίσει πάνω στον αρχαίο ιερό χώρο, χωρίς να γνωρίζουν πλήρως τι βρισκόταν κάτω από τα πόδια τους.
Για τους αρχαιολόγους ήταν μια πράξη αναγκαία, μια επέμβαση που θα επέτρεπε να φανεί κάτω από τα νεότερα στρώματα εκείνο που είχε απομείνει από το αρχαίο ιερό. Για τους παλιότερους ανθρώπους του χωριού, όμως, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Η εκκλησία δεν ήταν ένα άψυχο κτίσμα, ήταν ο ιερός οίκος της Αγίας Κυριακής. Και ακριβώς από κάτω, έλεγε η παράδοση, κοιμόταν το στοιχειό…
Η μετακίνηση της εκκλησίας το 1907 ξύπνησε αναπόφευκτα έναν παλιό φόβο. Τι θα γινόταν αν, μαζί με τις πέτρες και τα χώματα, ξυπνούσε και ό,τι κοιμόταν από κάτω; Τι θα γινόταν αν ο φύλακας, που για χρόνια παρέμενε κρυμμένος στη σιωπή του λόφου, έβγαινε ξαφνικά από τον ύπνο του; Οι άνθρωποι ανησύχησαν μήπως η διατάραξη του τόπου έφερνε κακοτυχία, μήπως η δύναμη που θεωρούσαν πως παραμόνευε κάτω από την Αγία Κυριακή ελευθερωνόταν και έστρεφε την οργή της εναντίον του χωριού. Και, επειδή ο λαϊκός νους δεν αφήνει εύκολα τα ανεξήγητα χωρίς απάντηση, η αγωνία τους πήρε τη μορφή μιας ακόμη ιστορίας: μήπως η αποκάλυψη του αρχαίου ιερού έφερνε ξηρασία και συμφορά στις καλλιέργειες της πεδιάδας;
Μα τότε συνέβη κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Το στοιχειό δεν έμεινε τελικά μόνο του. Η Αγία Κυριακή, η χριστιανική παρουσία που είχε διαδεχθεί τον αρχαίο ιερό χώρο, άρχισε να λειτουργεί μέσα στη λαϊκή φαντασία ως εκείνη που μπορούσε να ημερέψει την παλιότερη δύναμη. Και δεν είναι τυχαίο πως ο λόφος είχε εξακολουθήσει να είναι ιερός μέσα στους αιώνες. Η χριστιανική εκκλησία είχε έρθει να σταθεί πάνω σ’ έναν τόπο που ήδη κουβαλούσε αιώνες λατρείας.
Οι άνθρωποι απέδωσαν στην Αγία την προστασία του τόπου και πίστεψαν πως εκείνη είχε εξημερώσει την αρχαία δύναμη, μετατρέποντάς την από απειλή σε φύλακα. Ήταν σαν δύο διαφορετικές εποχές να συναντιούνταν κάτω από την ίδια γη: ο Απόλλων του αρχαίου ιερού, η Αγία Κυριακή της νεότερης λατρείας και ανάμεσά τους ένα στοιχειό που κρατούσε ενωμένες τις μνήμες και των δύο. Δεν είχε σημασία αν κάποιος μπορούσε να εξηγήσει πού τελείωνε η ιστορία και πού άρχιζε ο θρύλος. Για τη λαϊκή μνήμη, όλα αυτά μπορούσαν να συνυπάρχουν.
Πολλά μέρη πνίγηκαν στη θάλασσα της σιωπής από τον χρόνο, όχι όμως το Αμυκλαίο. Από τις πρώιμες λατρευτικές πρακτικές μέχρι τον Απόλλωνα, τα Υακίνθια, τον χριστιανικό ναό και τις ανασκαφές των νεότερων χρόνων, κάθε εποχή έδινε νέα πνοή και νόημα σε τούτο τον τόπο. Η αρχαιολογική έρευνα διαβάζει πλέον αυτά τα στρώματα προσπαθώντας ν’ ανασυνθέσει την ιστορία τους. Η λαϊκή παράδοση, όμως, τα ένωσε όλα σε μία μορφή: έναν άνδρα που στέκεται ακόμη κάτω από τον λόφο και δεν αφήνει κανέναν να πάρει από τη γη του όσα δεν του ανήκουν.
Λίγο πριν φύγω, τράβηξα τις τελευταίες μου φωτογραφίες με μια διαφορετική τώρα ματιά. Ο αρχαιολογικός χώρος είχε ξαναβρεί την ησυχία του κι εγώ είχα σεβαστεί αυτή την ηρεμία πατώντας με ευλαβική προσοχή τα μονοπάτια του. Τίποτε δεν πρόδιδε πως κάποτε οι άνθρωποι φοβούνταν να πλησιάσουν εδώ τη νύχτα, πως άκουγαν οπλές και δόρατα μέσα στο σκοτάδι, πως περίμεναν έναν ανεμοστρόβιλο να σβήσει τα φανάρια των τυμβωρύχων. Ποτέ δεν χρειάστηκε όμως να δει πραγματικά κανείς ένα στοιχειό για να το πιστέψει, αρκεί απλώς η ιδέα ότι πράγματι κάτι βρίσκεται εκεί να περάσει από τον παππού στον εγγονό, από την αυλή στο καφενείο, από μια παλιά αφήγηση σε ένα βιβλίο.
Οι Αμύκλες έχουν κάτω από το χώμα τους την αρχαιότητα, πάνω στις πέτρες τους την ιστορία και μέσα στη μνήμη των ανθρώπων τους έναν φύλακα. Κι όσο στεκόμουν εκεί και αγνάντευα την πεδιάδα της Σπάρτης ν’ απλώνεται ήρεμη μπροστά μου, συνειδητοποίησα πως οι άνθρωποι δεν επινόησαν το στοιχειό επειδή φοβούνταν τα αρχαία, αλλά επειδή τα σέβονταν. Ακόμα και αν δεν μπορούσαν να εξηγήσουν επιστημονικά τι κρυβόταν κάτω από τις πέτρες, έδωσαν στον τόπο έναν προστάτη, έναν ψηλό άνδρα με αστραφτερή πανοπλία, κράνος και δόρυ, που εξακολουθεί να στέκεται νοερά κάτω από τον λόφο και να περιμένει όποιον επιχειρήσει να πάρει από αυτή τη γη κάτι που δεν του ανήκει.
Πόσο ταιριαστό τέλος για έναν τέτοιο φύλακα. Λες και οι αρχαίοι θεοί δεν έφυγαν, και ας έπαψαν οι θυσίες. Άφησαν πίσω τους αγάλματα και ιερά και ζουν μέσα από τις αφηγήσεις. Ο Απόλλων μπορεί να έπαψε να στέκεται πάνω στον Θρόνο του, όμως η εικόνα του πολεμιστή που κρατά δόρυ και φρουρεί έναν θαμμένο κόσμο μοιάζει σαν να τον ζωντάνεψε, αιώνες αργότερα, μέσα από τον θρύλο του στοιχειού.
Αν βρεθείς στις Αμύκλες μετά τη δύση του ήλιου, ανάμεσα στις πέτρες και στα χόρτα, θα καταλάβεις γιατί οι παλιοί προτιμούσαν να μην ενοχλούν ό,τι κοιμάται από κάτω τους. Γιατί υπάρχουν τόποι που δεν στοιχειώνονται από φαντάσματα, αλλά από το ίδιο το βάρος της ιστορίας και της μνήμης -και στις Αμύκλες, η μνήμη έχει ριζώσει στην ιερότητα των χωμάτων.
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




