Υπάρχουν χωριά που σου αποκαλύπτονται πραγματικά μόνο όταν νυχτώσει, επειδή στο πέπλο του σκοταδιού μπορούν να δώσουν ξανά πνοή σε όλες εκείνες τις ιστορίες που εμείς αποκαλούμε παραμύθια, αλλά για τα στοιχειά του δάσους είναι η δική τους, σκοτεινή πραγματικότητα. Η Αγόριανη Λακωνίας είναι ένα τέτοιο χωριό. Σκαρφαλωμένη στις πλαγιές του Πάρνωνα, ανάμεσα σε καστανιές, νερά και χαράδρες που τον χειμώνα χάνονται μέσα στην ομίχλη, κουβαλά εκείνη τη βαριά σιωπή των ορεινών τόπων όπου η φύση γίνεται ένας ζωντανός πρωταγωνιστής στη ζωή του τόπου αλλά και στις αφηγήσεις του. Ο δρόμος που οδηγεί εδώ στενεύει σταδιακά, οι στροφές πληθαίνουν, και κάπου ανάμεσα στα δέντρα αρχίζει να σχηματίζεται η αίσθηση πως το βουνό κρατά ακόμη μυστικά που δεν προδόθηκαν ποτέ.
Καθώς ανεβαίνω προς το χωριό, ο Ταΰγετος μοιάζει να με αγκαλιάζει αργά. Οι πλαγιές πυκνώνουν, ο αέρας γίνεται ψυχρότερος και η Αγόριανη εμφανίζεται σχεδόν απότομα, κρυμμένη μέσα στο πράσινο, με πέτρινα σπίτια, στενά δρομάκια και νερά που ακούγονται διαρκώς να τρέχουν κάπου κοντά χωρίς να μπορώ πάντα να τα εντοπίσω. Είναι ένα από εκείνα τα χωριά όπου η ζωή για αιώνες οργανώθηκε γύρω από το βουνό και τους ρυθμούς του, γύρω από κοπάδια, χειμώνες, απομονωμένα μονοπάτια και νύχτες πολύ πιο σκοτεινές απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Και ίσως γι’ αυτό οι παλιοί εδώ δεν φοβήθηκαν ποτέ το σκοτάδι, παρά το άφησαν να τους αφηγηθεί τις ιστορίες του…
Αν πέσουν στα χέρια σου ή στ’ αυτιά σου οι θρύλοι της Αγόριανης, θα συναντήσεις ιστορίες που γεννήθηκαν από ανθρώπους που έζησαν για αιώνες πολύ κοντά στο σκοτάδι, στην απομόνωση και στους φόβους της υπαίθρου. Εδώ οι παλιοί μιλούσαν για νεράιδες κοντά στα νερά, για τη Μόρα που καθόταν τη νύχτα πάνω στο στήθος των κοιμισμένων, για ψυχές που αργούσαν να φύγουν από τον τόπο τους και για μικρά δαιμονικά όντα που τριγυρνούσαν στα περάσματα του βουνού. Και ανάμεσα σε όλες αυτές τις αφηγήσεις επιβιώνει ακόμη μία από τις πιο παράξενες μορφές της τοπικής λαογραφίας: το σμερδάκι, ή αλλιώς, σμυρδάκι.
Το όνομά του ακούγεται σχεδόν αθώο όταν το λες πρώτη φορά, άκακο, και γι’ αυτό είναι πραγματικά τρομακτικό, γιατί οι περιγραφές που το συνοδεύουν μόνο αθώες δεν είναι. Οι Αγοριανίτες μιλούσαν για ένα μικρόσωμο πλάσμα, περίπου στο μέγεθος γάτας, που εμφανιζόταν κυρίως μέσα στη νύχτα και κινούνταν κοντά στα όρια του χωριού, εκεί όπου τελείωναν τα σπίτια και άρχιζε το βουνό. Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να το πλησιάσει πραγματικά. Το σμερδάκι φρόντιζε πάντοτε να κρατά απόσταση, όση κι αν προσπαθούσαν να την καλύψουν όσοι το είδαν. Και αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο στοιχείο του θρύλου: δεν πρόκειται για πλάσμα που επιτίθεται αμέσως ή καταδιώκει φανερά. Εμφανίζεται, σε αφήνει να το αντιληφθείς και ύστερα να απομακρύνεται ξανά μέσα στο σκοτάδι. Σαν να θέλει να σε τρομάξει και μόνο από την πιθανότητα της ύπαρξής του.
Εκείνο που όλοι θυμούνται στις αφηγήσεις τους είναι το φως. Κάτι πάνω στο κεφάλι του, έλεγαν, άστραφτε τόσο έντονα ώστε μπορούσε κανείς να το διακρίνει ακόμη και από μεγάλη απόσταση. Άλλοι πίστευαν πως επρόκειτο για τα μάτια του. Άλλοι μιλούσαν για μια φωτεινή προεξοχή στο μέτωπο ή ακόμα και μέσα στο στόμα του, σαν πυρωμένη πέτρα, σαν κάρβουνο. Σε άλλες παραδόσεις, τα σμερδάκια πριν εμφανιστούν κάνουν αφήνουν έναν ήχο που σου παγώνει το αίμα: κλαίνε σαν μωρά, βγάζουν παιδικές φωνούλες και παρασύρουν τον άνθρωπο να βγει στα σκοτεινά στενά για να τα περιμαζέψει. Δεν πρέπει να το κάνει…
Η ελληνική λαογραφία κατατάσσει το σμερδάκι στα λεγόμενα «χαμοδράκια», μια κατηγορία δαιμονικών ποιμενικών όντων που συνδέονταν κυρίως με αρρώστιες των κοπαδιών και με παλιές τελετουργίες εξορκισμού της υπαίθρου. Κατά τόπους το ίδιο ή συγγενικό πλάσμα αποκτά διαφορετικά ονόματα: Ξεΐσκιωτο, Ζουλάπι, Χαμουδράκι, Λάβωμα, Δαιμονικό, Αμελέτητο. Ο Νικόλαος Πολίτης αναφέρει πως σε πολλές περιοχές πίστευαν ότι τέτοια πλάσματα ήταν ψυχές αβάπτιστων ή νεκρών νόθων παιδιών, καταδικασμένες να περιπλανώνται ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών. Η δοξασία είναι σκληρή, σχεδόν αβάσταχτη στη ρίζα της: παλιά, τα αβάπτιστα παιδιά θάβονταν έξω από τα νεκροταφεία, γιατί δεν είχαν μπει, όπως έλεγαν, στον «δρόμο του Χριστού». Κι ό,τι έμενε έξω από τα όρια της εκκλησίας, έξω από τον αγιασμένο τόπο και την κοινότητα των νεκρών, επέστρεφε ως κάτι ανολοκλήρωτο.
Στις ποιμενικές αφηγήσεις, το σμερδάκι είναι απειλή για το κοπάδι, για το γάλα, για την ίδια την επιβίωση. Οι παλιοί έλεγαν πως τέτοια πλάσματα «βάτευαν» τα ζωντανά και τα μαγάριζαν. Τότε πρήζονταν τα μαστάρια τους, μελάνιαζε το αίμα και το κρέας τους και πάνω στις «βατεμένες» προβατίνες φαίνονταν τάχα οι δαχτυλιές και τα νύχια του δαίμονα. Ο θάνατος του ζώου μπορούσε να είναι ακαριαίος, ενώ αν το έσφαζαν πριν ψοφήσει, όσοι έτρωγαν από το κρέας κινδύνευαν να μολυνθούν. Σήμερα, πίσω από αυτά τα συμπτώματα, μπορεί κανείς ν’ αναγνωρίσει τον τρόμο παλιών ζωονόσων, κυρίως του άνθρακα, μιας θανατηφόρας ασθένειας που στην ύπαιθρο εξηγούνταν άλλοτε ως «λάβωμα» και στους ανθρώπους ως «κακό σπυρί». Όμως η λαϊκή σκέψη δεν είχε μικροσκόπιο, είχε φόβο, παρατήρηση και αφήγηση. Και όταν ένα κακό χτυπούσε ξαφνικά το κοπάδι μέσα στη νύχτα, χρειαζόταν μορφή.
Γι’ αυτό και οι τρόποι αποτροπής του σμερδακιού μοιάζουν σήμερα σχεδόν τελετουργικοί, σαν εξορκισμοί απέναντι σ’ ένα αόρατο κακό. Οι τσοπάνηδες περνούσαν το κοπάδι μέσα από εκκλησία, βάζοντάς το από τη μία πόρτα και βγάζοντάς το από την άλλη για να εξαγνιστεί. Άλλοτε, τα μεσάνυχτα, έριχναν τέσσερις τουφεκιές προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ύστερα άλλαζαν γρέκια τέσσερις φορές, για να μπερδέψουν το πλάσμα και να χάσει τα ίχνη. Άναβαν μεγάλες φωτιές γύρω από το γαλάρι για τρεις συνεχόμενες ημέρες, έφερναν παπά να διαβάσει το κοπάδι, λιβάνιζαν τη στρούγκα γυρίζοντας τρεις φορές γύρω της, βούλωναν τα τσοκάνια με χορτάρια ή μαλλί από ψόφια προβατίνα, μετακινούσαν τα ζώα σε άλλο στανοτόπι. Σε άλλες παραδόσεις, μάζευαν παλιά παπούτσια από μνήματα, κέρατα κατσίκας, μαλλί και πίσσα, τα έκαιγαν ώσπου να μείνει μαύρη στάχτη, κι ύστερα με εκείνη τη στάχτη σημάδευαν τον τόπο και τα ζωντανά. Ο καπνός έπρεπε να βρομίσει. Η κάπνα έπρεπε να πιάσει πάνω στον χώρο σαν προστασία.
Πίσω απ’ όλ’ αυτά, διακρίνεται ένας κόσμος όπου το κακό δεν διώχνεται με μία μόνο πράξη. Πρέπει να μπερδευτεί, να καπνιστεί, να διαβαστεί, να σταυρωθεί, να χαθεί στα περάσματα του βουνού. Κι αν το σμερδάκι ανήκει πράγματι σ’ εκείνη την οικογένεια των δαιμονικών ποιμενικών όντων, τότε δεν είναι παράξενο που σε ορισμένες παραδόσεις παίρνει μορφές διαφορετικές: άλλοτε φίδι, άλλοτε τραγόμορφος άνθρωπος, άλλοτε γάτα, μεγάλος βάτραχος ή νυφίτσα, ακόμα και μωρό. Κάποιοι το συνέδεαν ακόμη και με τις βούζες ή βυζάχτρες, τα πλάσματα που έλεγαν πως ρουφούσαν τη νύχτα το γάλα από τις προβατίνες και τις άφηναν μονοβύζες ή μονομάσταρες. Σε άλλες περιοχές πάλι, όπως στην Αρκαδία, εξαιτίας της τραγόμορφης όψης και της επιθετικής του σχέσης με τα ζώα, το σμιρδάκι φέρνει στον νου σκοτεινές, σχεδόν παραμορφωμένες επιβιώσεις του Πάνα: όχι του θεού της χαράς και του αυλού, αλλά εκείνης της αρχαίας αγριότητας που σκορπά πανικό όταν πεταχτεί ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Σκέφτομαι τους παλιούς τσοπάνηδες, μόνους στα γρέκια, με το κοπάδι ν’ ανασαίνει μέσα στο σκοτάδι και κάθε ανεξήγητος θόρυβος να μπορεί να σημαίνει κάτι. Σε τέτοιους τόπους, τη νύχτα όσα δεν εξηγούνταν αποκτούσαν αλλόκοσμη μορφή.
Το πιο παράξενο στοιχείο του θρύλου, ωστόσο, βρίσκεται πολύ μακριά από τη Λακωνία. Γιατί ένα σχεδόν πανομοιότυπο πλάσμα εμφανίζεται και στην άλλη άκρη του κόσμου. Οι Ισπανοί κονκισταδόρες του 16ου αιώνα περιγράφουν στη Νότια Αμερική ένα μικρό πλάσμα με εκτυφλωτική λάμψη στο κεφάλι, το οποίο ονόμασαν carbunculus («μικρό κάρβουνο» ή «ρουμπίνι»). Ο ιερέας και ποιητής Μαρτίν ντελ Μπάρκο Σεντενέρα ισχυριζόταν μάλιστα πως προσπάθησε ο ίδιος να το κυνηγήσει στις ζούγκλες της Παραγουάης, χωρίς ποτέ να καταφέρει να το πλησιάσει αρκετά. Ακόμη και η ίδια η λέξη δημιουργεί μια παράξενη γέφυρα ανάμεσα στους δύο θρύλους: το «σμυριδάκι», από τη σμυρίδα και το κορούνδιο (την πέτρα από την οποία προέρχεται το ρουμπίνι) μοιάζει να κρατά μέσα της την ίδια εικόνα μιας μικρής φλογερής λάμψης μέσα στο σκοτάδι. Και κάπου εκεί ο θρύλος παύει να είναι απλώς μια τοπική δεισιδαιμονία ενός ορεινού χωριού της Λακωνίας και αρχίζει να μοιάζει με επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ανθρώπινης φαντασίας.
Το σκοτάδι πλέον έχει πυκνώσει πάνω από τον Ταΰγετο και μόνο λίγα φώτα παραμένουν ανοιχτά μέσα στις αυλές. Ο αέρας μυρίζει υγρασία και καμένο ξύλο. Κάπου πιο χαμηλά ακούγεται ακόμα νερό να κυλά αόρατο μέσα στα δέντρα. Οι σκιές των καστανιών ενώνονται πάνω από τον δρόμο και για μια στιγμή ολόκληρο το χωριό μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, εκείνον που φωτίζεται ακόμη από τα παράθυρα των σπιτιών και εκείνον που αρχίζει λίγο πιο πέρα από το τελευταίο φως. Και ίσως αυτό το φως που βλέπω να τρεμοπαίζει καθώς απομακρύνομαι να είναι απλώς μια πυγολαμπίδα. Θα διακρίνω καλύτερα, αν το πλησιάσω αρκετά…
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




