Γράφει η Μαρία Λαμπροπούλου
Κάθε Μάιο δύο είναι κυρίως τα θέματα που μαγνητίζουν την προσοχή της κοινής γνώμης και προβάλλονται, ανισομερώς, από τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ, δυο θέματα εντελώς διαφορετικής φύσεως, σημασίας και βαρύτητας… Ο διαγωνισμός της Eurovision και η Γενοκτονία των Ποντίων.
Το μεν πρώτο θέμα, δηλαδή το ποια χώρα θα στεφθεί νικήτρια στο βάθρο της κακογουστιάς, κρατώντας υπερήφανα και με δάκρυα χαράς και συγκίνησης το σκήπτρο του kitsch (κιτς), έχει αναχθεί σε θέμα μείζονος παγκόσμιας σημασίας. Τα ΜΜΕ βομβαρδίζουν νυχθημερόν το κοινό με πολύχρωμες, άχρηστες πληροφορίες και οδηγίες για τον, εν τέλει, κατακερματισμό και την αποκαθήλωση των τεχνών και του μέτρου (αξίζει πάντως να τονίσουμε ότι διαμέσου αυτού του κακόγουστου πανηγυριού βιοπορίζονται χιλιάδες οικογένειες, οπότε διαθέτει ένα εξαιρετικά σοβαρό ελαφρυντικό). Το μεν δεύτερο θέμα, δηλαδή η υπενθύμιση της Γενοκτονίας των Ποντίων με τουλάχιστον 353.000 θύματα, τιμάται κατά κύριο λόγο μόνο από πολιτιστικούς συλλόγους και σε πολύ μικρότερο βαθμό από δημοτικούς ή άλλους κρατικούς φορείς, επειδή «πρέπει».
Ούτε πολέμια της μουσικής (σε όποια μορφή της) είμαι, ούτε Πόντια στην καταγωγή. Άλλωστε, ο καθένας έχει την ελευθερία της επιλογής σε όλους τους τομείς της ζωής. Είναι όμως σημείο των καιρών η προώθηση στην επικαιρότητα θεμάτων που αποσπούν την προσοχή της κοινής γνώμης από άλλα, μείζονος σημασίας θέματα, στοχεύοντας στον αποπροσανατολισμό της από την ουσία. Και, φυσικά, είναι αδύνατον να μην παρατηρήσει κάποιος ότι τα θέματα που σχετίζονται με την εθνική μας συνείδηση και ταυτότητα μεθοδευμένα υποβιβάζονται και παραγκωνίζονται.
Με ανά χείρας το λάβαρο της προσπάθειας διατήρησης των καλών σχέσεων με τους «άσπονδους γείτονές μας», υπό το πρίσμα των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων σε παγκόσμια εμβέλεια, για να συντονιστούμε και ευθυγραμμιστούμε με την (υπο)ανάπτυξη αλλά και για την αποφυγή του να χαρακτηριστούμε, ως έθνος, φανατικοί εθνικιστές, αναχρονιστές και συνωμοσιολόγοι, «ξεχάσαμε». Ξεχάσαμε την Πόλη, την Ίμβρο, την Τένεδο, τον Πόντο, τη Βόρειο Ήπειρο, «ξεχάσαμε» την εξευτελιστική για τους Έλληνες επικράτηση του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία» για τα Σκόπια, με εκείνη την επαίσχυντη συμφωνία που δεν έχει «χρώμα πολιτικού κόμματος», καθώς ήταν μια εξαιρετικά ενορχηστρωμένη αποτυχία από όλο το ελληνικό πολιτικό και μικροπολιτικό φάσμα. Ξεχάσαμε τη Μικρά Ασία, τις ασπρόμαυρες, τραγικές εικόνες της φλεγόμενης Σμύρνης, την προσφυγιά, τις ματωμένες ιστορίες των προσφύγων και τις θηριωδίες. Ξεχάσαμε, εν τέλει, αυτές τις «θλιβερές επετείους» καθώς δεν συνάδουν με το πνεύμα της εποχής που προστάζει να στρέψουμε το βλέμμα προς το μέλλον, όπως η παγκόσμια πολιτική και οικονομία το μεθοδεύουν και το υλοποιούν, χαλκεύοντας την ελληνική και την ανθρώπινη ταυτότητα και συνείδησή μας. Ποιος κρατικός και πολιτικός φορέας αναφέρει κάθε Αύγουστο την Καταστροφή της Σμύρνης (mea culpa, τον μήνα Αύγουστο τα δελτία ειδήσεων είναι αφιερωμένα στα… «πολιτιστικά δρώμενα» άκρως τουριστικών νησιών και άλλων σχετικών προορισμών!) ή κάθε 29 Μαΐου την Άλωση της Πόλης; Ελάχιστες εκδηλώσεις αφιερωμένες στην Άλωση γίνονται τοπικά, όπως στον Μυστρά, όπου τα καθιερωμένα «Παλαιολόγεια» διατηρούν την ιστορική μνήμη. Αντίθετα, ο «άσπονδος γείτονάς μας», ένα έθνος που αντί για ιστορία έχει βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο, γιορτάζει σε ετήσια βάση με την Οθωμανική υπερβολή που τον χαρακτηρίζει, την 29η Μαΐου ως «Ημέρα Κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης». Και στο σημείο αυτό κάθε σχόλιο περιττεύει…
Ούτε ο μουσικός διαγωνισμός της Eurovision, ούτε άλλα σύγχρονα μουσικά και πολιτιστικά δρώμενα ευθύνονται για το εθνικό και ηθικό μας ξεθώριασμα. Αφεθήκαμε εθνικά αλλά και ατομικά στην πνευματική και μορφωτική ουδετερότητα, στην ευκολία και στο βόλεμα, μετατρέποντας την Ελλάδα από «Χώρα του Φωτός» σε «Χώρα του Φλούο Φωτός». Και αν κάποιος από τους αναγνώστες, λόγω του κειμένου αυτού θεωρήσει τη γράφουσα ως θιασώτη του αναχρονισμού, στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό θα αποτελούσε παράσημο!




