Γράφει ο Συμεών Τσαλίκογλου, κάτοικος Κάστρου Μονεμβασίας
Η πρόσφατη συνάντηση φορέων που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος Interreg Euro-MED «TO CARE MED» (Tourism Carrying Capacity Limit - Τουριστική Φέρουσα Ικανότητα - TCCL) –με τη συμμετοχή του ΚΕΑΝ, του Πανεπιστημίου της Βενετίας (IUAV) και της Ομάδας Τουρισμού του Δήμου Μονεμβασιάς– δεν ήταν απλώς άλλη μια υπηρεσιακή ενημέρωση. Συνιστά το πιο ζωντανό παράδειγμα για το πώς κινδυνεύει να σφραγιστεί το μέλλον και η ταυτότητα του ιστορικού μας τόπου. Παρακολουθώντας τη συνάντηση, αισθάνομαι την ευθύνη να τοποθετηθώ δημόσια –όχι ως πολιτικός ή επενδυτής, αλλά ως μόνιμος κάτοικος του Κάστρου και επαγγελματίας στη διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς.
Όταν η τοπική αυτοδιοίκηση και οι συνεργαζόμενοι φορείς αξιοποιούν ευρωπαϊκούς πόρους που προορίζονται ρητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την προστασία, την αειφορία και τη διαχείριση των ορίων κορεσμού, η κοινωνία απαιτεί μια αυστηρή, διαγνωστική διαδικασία. Αντίθετα, η εμπειρία της συγκεκριμένης ημερίδας ανέδειξε μια βαθιά δομική ανακολουθία: ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε για την ανάσχεση της υπερσυγκέντρωσης κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό εμπορικής επέκτασης, παρουσιάστηκε με εικονικά δεδομένα και διεξήχθη με ουσιαστική απουσία της τοπικής κοινωνίας.
Όταν η τοπική κοινωνία απουσιάζει,
η διαβούλευση γίνεται διεκπεραιωτική
Η προσέλευση στη συνάντηση ήταν αποκαλυπτική. Πέραν της δημοτικής αρχής και ελάχιστων εμπορικών φορέων, οι κάτοικοι ήταν απόντες. Μια διαδικασία χωρίς τη ζωντανή κοινωνία δεν αποτελεί δημοκρατική συμμετοχή, αλλά διεκπεραιωτικό πρόσχημα διαβούλευσης.
Γνωρίζω καλά ότι η δημόσια κριτική σε μικρές κοινωνίες εμπεριέχει πάντα το ρίσκο της ειρωνείας, της απαξίωσης ή ακόμα και της προσωπικής στοχοποίησης. Δεν τρέφω αυταπάτες, ούτε γράφω αυτή την εκτενή παρέμβαση από προσωπική φιλοδοξία ή διάθεση προβολής. Αφιερώνω ώρες για να αποτυπώσω αυτές τις σκέψεις αποκλειστικά από αίσθημα ευθύνης και φροντίδας για τον τόπο που ζούμε. Γιατί η απουσία των δημοτών από τέτοιες συναντήσεις δεν σημαίνει αδιαφορία· είναι το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης απογοήτευσης, μιας βαθιάς κυνικότητας και ενός σιωπηρού τοπικού φόβου ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί πίσω από κλειστές πόρτες.
Αν δεν μιλήσουμε ανοιχτά για αυτά τα αδιέξοδα, αν επιτρέψουμε στον φόβο της τριβής να επιβάλει τη σιωπή, τότε η παραίτηση θα γίνει οριστική.
Αυτή η περιθωριοποίηση των κατοίκων δεν είναι μόνο δικό μας σύμπτωμα. Αναχωρώντας αυτές τις ημέρες για την Ινδία, προκειμένου να συμμετάσχω σε διεθνές συμπόσιο στρογγυλής τραπέζης με θέμα τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, διαπιστώνει κανείς πόσο παγκόσμιο είναι αυτό το ζήτημα: από τις διεθνείς διακηρύξεις της UNESCO μέχρι τις τοπικές νομοθεσίες, η έννοια της «κοινωνίας» συχνά αναφέρεται στα λόγια ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά σπάνια της δίνεται ουσιαστική θεσμική φωνή και δικαίωμα συναπόφασης για τον τόπο που κατοικεί. Στη Μονεμβασιά, αυτή η παγκόσμια παθογένεια εκδηλώνεται στην πιο οξεία της μορφή.
Το λογισμικό TCCL:
Ισοπεδώνοντας τη λακωνική πραγματικότητα σε αριθμούς
Ακόμη πιο προβληματική υπήρξε η μεθοδολογική προσέγγιση, η οποία ξεκινά από μια θεμελιώδη παράλειψη: οι διοργανωτές και το λογισμικό δεν όρισαν καν τι σημαίνει «Μονεμβασιά».
Πρόκειται για τον ιστορικό Βράχο και τον ζωντανό οικισμό του Κάστρου; Για την Άνω Πόλη; Για τη Γέφυρα; Ή για έναν από τους μεγαλύτερους σε έκταση Δήμους της χώρας, που εκτείνεται από τον Ζάρακα μέχρι τα Βάτικα; Η απουσία χωρικού προσδιορισμού δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ουσιαστική απουσία επιστημονικής σοβαρότητας.
Υπάρχει μια χαμένη ευκαιρία εδώ: ο Δήμος Μονεμβασιάς ως σύνολο έχει ανάγκη από την αύξηση της επισκεψιμότητας. Οι ημερήσιοι επισκέπτες, η σύνδεση με τον πρωτογενή τομέα και η τουριστική διάχυση στα χωριά και στις μικρότερες κοινότητες της ενδοχώρας είναι ζητούμενα που πρέπει να συζητηθούν ανοιχτά από όλους μας. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό πράγμα ο σχεδιασμός για την ανάπτυξη της ευρύτερης περιφέρειας του Δήμου, και εντελώς διαφορετικό η φυσική και φέρουσα αντοχή της Κάτω Πόλης και του Βράχου της Μονεμβασιάς.
Χωρίς αυτόν τον βασικό διαχωρισμό, το λογισμικό TCCL επιχειρεί να εγκλωβίσει την πολυσύνθετη ζωή του τόπου σε τρεις αυθαίρετες, γενικευτικές κατηγορίες: επισκέπτες ξενοδοχείων, ενοικιαστές βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb) και «ημερήσιους επισκέπτες».
Πίσω από αυτούς τους τεχνοκρατικούς όρους κρύβεται μια πλήρης ισοπέδωση της λακωνικής πραγματικότητας. Για το λογισμικό, αντιμετωπίζονται ως το ίδιο ακριβώς πράγμα –ως ένας αδιαφοροποίητος «ημερήσιος επισκέπτης» χωρίς ξενοδοχειακή κράτηση που πρέπει απλώς να αφήσει χρήματα:
- Ο ντόπιος κάτοικος από τους Μολάους, τη Νεάπολη, τη Νόμια ή τις Βελιές που έρχεται για δείπνο, στηρίζοντας σταθερά την τοπική οικονομία 12 μήνες τον χρόνο.
- Ο ιδιοκτήτης κατοικίας στο Κάστρο ή στα γύρω χωριά που έρχεται από την Αθήνα ή το εξωτερικό για τις διακοπές του, κρατώντας ζωντανό τον οικισμό.
- Οι εντελώς διαφορετικές κατηγορίες επισκεπτών που δεν πληρώνουν τοπικό κατάλυμα αλλά έχουν τελείως διαφορετικό περιβαλλοντικό και οικονομικό αποτύπωμα: από τα μαζικά γκρουπ τουριστικών λεωφορείων και των κρουαζιερόπλοιων της εφήμερης διέλευσης, μέχρι τους περιηγητές με ιδιωτικά σκάφη ή γιοτ, τους μεμονωμένους ταξιδιώτες με Ι.Χ., αλλά και όσους διαμένουν για εβδομάδες ή μήνες σε αυτοκινούμενα τροχόσπιτα (camper vans).
Παράλληλα, το μοντέλο αξιολογεί την «αξία» του επισκέπτη αμιγώς βάσει της άμεσης ημερήσιας δαπάνης («πόσα πληρώνουν όλοι αυτοί»). Αγνοεί όμως ότι ο μαζικός τουρισμός χαμηλής δαπάνης προκαλεί δυσανάλογη επιβάρυνση στις υποδομές (ύδρευση, αποκομιδή απορριμμάτων, φθορά καλντεριμιών), ενώ τα έσοδα συγκεντρώνονται σε ελάχιστα χέρια. Αντίθετα, η οργανική σύνδεση του οικισμού με την ευρύτερη περιοχή διαχέει το οικονομικό όφελος στον πρωτογενή τομέα, τη λακωνική γαστρονομία και τις τοπικές επιχειρήσεις όλο το έτος.
Εικονικά δεδομένα και ο κίνδυνος
ενός λανθασμένου «oδικού xάρτη»
Κατά την παρουσίαση του εργαλείου, η ίδια η ομάδα παρουσίασης παραδέχθηκε ότι τα στοιχεία της πλατφόρμας δεν αφορούσαν καν τον τόπο μας: «Αυτό που βλέπετε προφανώς... ουσιαστικά τα νούμερα εδώ πέρα δεν είναι για τη Μονεμβασιά. Είναι ενδεικτικά, απλά είναι ένα screenshot από την πλατφόρμα.»
Παρόλο που σε πιλοτικά στάδια λογισμικού η χρήση ενδεικτικών δεδομένων είναι συνήθης, η παρουσίασή τους ως βάση διαβούλευσης δημιουργεί μια ψευδαίσθηση επιστημονικότητας. Στην πληροφορική υπάρχει ένας θεμελιώδης κανόνας: «αν εισάγεις λανθασμένα δεδομένα, θα πάρεις λανθασμένα αποτελέσματα» (Garbage In, Garbage Out).
Αν η τοπική κοινωνία και η διοίκηση αδρανήσουν, αποδεχόμενες ένα ψηφιακό εργαλείο που τροφοδοτείται με εικονικά στοιχεία και επιφανειακές κατηγορίες, το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό. Τα ευρωπαϊκά παραδοτέα δεν μένουν στα συρτάρια. Όταν το πρόγραμμα ολοκληρωθεί, αυτή η μελέτη θα κατατεθεί ως ο επίσημος, θεσμικός «oδικός xάρτης» του Δήμου.
Την ίδια στιγμή, ο προσανατολισμός της συζήτησης μετατοπίστηκε αμέσως από τη διαχείριση των ορίων στην αύξηση της τουριστικής εκμετάλλευσης: «...πρέπει να δούμε γιατί μένουν μόνο ένα βράδυ... Ή το πόσα πληρώνουν όλοι αυτοί που μένουν εδώ.»
Αν επιτρέψουμε να σφραγιστεί το μέλλον της Μονεμβασιάς από ένα σύστημα που μετρά κεφαλές και εισπράξεις αντί για αντοχή υποδομών και πολιτιστική αξία, θα έχουμε παραδώσει την ανάπτυξη του τόπου σε έναν αλγόριθμο που νομιμοποιεί την κορεσμένη εμπορευματοποίηση. Ένα τέτοιο σύστημα δεν έπρεπε καν να γίνει αποδεκτό ως βάση συζήτησης, πόσο μάλλον να καθορίσει το μέλλον του Βράχου.
Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε ευθεία αντίθεση και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Αποστολή του Interreg Euro-MED, που χρηματοδοτεί την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη διακυβέρνηση, και όχι την ανεξέλεγκτη τουριστική μεγέθυνση.
Ζωντανός ιστορικός οικισμός
ή απλό «φωτογραφικό σκηνικό»;
Στο πλαίσιο του ανοιχτού διαλόγου που ακολούθησε, αναδείχθηκε το χάσμα μεταξύ ουσιαστικής πολιτιστικής διαχείρισης και επιφανειακής προβολής. Η Μονεμβασιά δεν είναι ανοιχτό μουσείο, ούτε φωτογραφικό σκηνικό· είναι ένας ενεργός, ζωντανός οικισμός.
Όπως επισημάνθηκε εύστοχα από παρευρισκόμενο κάτοικο, η διεθνής ακτινοβολία του τόπου χτίστηκε ιστορικά πάνω σε υψηλού επιπέδου πολιτιστικές πρωτοβουλίες: «...το πιο σοβαρό πράγμα στην περιοχή είναι η πολιτιστική κληρονομιά... Αυτό το είχε κάποτε η Μονεμβασιά και έτσι έγινε τόπος διεθνής... Αυτό το πράγμα όμως σιγά-σιγά χάνεται.»
Η τοποθέτηση εκπροσώπου της διοίκησης αποκάλυψε μια ανησυχητική απλούστευση της πολιτιστικής στρατηγικής: «...το κάθε χωριό της Ελλάδας έχει φεστιβάλ και γεμίζει!... Στην εποχή της εικόνας... μια φωτογραφία αρκεί για να έρθει τουρισμός...»
Η αντικατάσταση της πολιτιστικής πολιτικής από πρόσκαιρα φεστιβάλ και «εικόνες» συγχέει την τουριστική προβολή με τη διατήρηση. Την ίδια στιγμή, τοπικοί επαγγελματίες ανέδειξαν τα πραγματικά θεσμικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν εκτός σεζόν, όπως τα άκαμπτα γραφειοκρατικά πρόστιμα κατά τις περιόδους ταμείου ανεργίας, που τους εμποδίζουν να ανοίξουν τα σαββατοκύριακα για να εξυπηρετήσουν τον κόσμο.
Δημόσιο χρήμα, απευθείας αναθέσεις
και το ερώτημα της εξειδίκευσης
Η αποχή της τοπικής κοινωνίας από αυτές τις ημερίδες δεν είναι τυχαία· είναι το αποτέλεσμα μιας διοικητικής πρακτικής που προτιμά τις διεκπεραιωτικές συμπράξεις από τον ουσιαστικό διάλογο.
Όταν ο Δήμος Μονεμβασιάς επιλέγει επανειλημμένα να αναθέτει τον σχεδιασμό του τουρισμού και του πολιτισμού σε εξωτερικούς φορείς, ΑΜΚΕ και συμβουλευτικές εταιρείες (μέσω απευθείας αναθέσεων ή προγραμματικών συμπράξεων) που καλύπτουν ένα ευρύ, γενικότερο φάσμα δραστηριοτήτων χωρίς αποδεδειγμένη επιστημονική εξειδίκευση στη διαχείριση ζωντανών ιστορικών οικισμών, τίθενται εύλογα δημόσια ερωτήματα:
- Ποιο είναι το ακριβές κόστος και το μετρήσιμο όφελος αυτών των ημερίδων για τον δημότη, όταν η προσέλευση εξαντλείται σε ελάχιστα άτομα;
- Με ποια επιστημονικά κριτήρια επιλέγονται φορείς χωρίς ειδικό αποτύπωμα στην πολιτιστική κληρονομιά, την ώρα που αγνοούνται τα ελληνικά πανεπιστήμια, οι εξειδικευμένοι επιστήμονες και οι ίδιοι οι κάτοικοι;
Η προστασία του Βράχου της Μονεμβασιάς απαιτεί διαφάνεια, υψηλή επιστημονική εγκυρότητα και σεβασμό στο δημόσιο χρήμα –όχι απλές δημόσιες σχέσεις και τυποποιημένες συναντήσεις.
Πραγματική ανάπτυξη: Μόνιμες δουλειές για τη νέα γενιά όλο τον χρόνο
Ο εφήμερος, μαζικός τουρισμός χαμηλής δαπάνης παράγει μόνο εποχική, χαμηλόμισθη εργασία, εξαναγκάζοντας τους νέους της Γέφυρας και των χωριών μας σε φυγή κάθε χειμώνα. Αντίθετα, η αυθεντική διαχείριση κληρονομιάς –που συνδέει τον ποιοτικό τουρισμό με τον πρωτογενή τομέα της Λακωνίας, τη ντόπια γαστρονομία και τους μόνιμους κατοίκους– δημιουργεί μόνιμες, αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας όλο τον χρόνο.
Τρία θεσμικά βήματα για την προστασία του τόπου μας
Για να αποκτήσει η τοπική πολιτική ουσιαστικό αντίκρισμα και να προστατευθεί το μέλλον του τόπου μας, απαιτούνται άμεσα τρία θεσμικά βήματα:
- Επιστημονική Μελέτη Φέρουσας Ικανότητας (TCCL): Σχεδιασμός βάσει πραγματικών φυσικών και κοινωνικών δεικτών (αντοχή μνημείου, φέρουσα ικανότητα δικτύων ύδρευσης, οικιστική πίεση, διαφοροποίηση επισκεπτών) και όχι απλουστευτικών λογισμικών αύξησης της ροής.
- Θεσμοθετημένη συμμετοχή κατοίκων: Σύσταση μόνιμης Επιτροπής Διαβούλευσης με ουσιαστική εκπροσώπηση των κατοίκων, των παραγωγικών φορέων και της επιστημονικής κοινότητας.
- Αυστηρή συνέπεια στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις: Αξιοποίηση των κονδυλίων του TO CARE MED αυστηρά για την προστασία του οικισμού, την ανακούφιση των υποδομών και τη διαχείριση των ορίων, όπως επιβάλλει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η Μονεμβασιά δεν είναι πεδίο πρόσκαιρης κατανάλωσης, αλλά ανεκτίμητη παρακαταθήκη για όλη τη Λακωνία. Η τοπική διοίκηση οφείλει να σταματήσει να την αντιμετωπίζει ως εμπορικό προϊόν και να σταθεί, έστω και τώρα, στο ύψος της ιστορικής της ευθύνης.




