1940-41 Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν

Πέμπτη, 29 Οκτώβριος 2026 12:02 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
1940-41 Όταν οι ημέρες με τη νικηφόρο ακτινοβολία τους τελείωναν

του Δημήτρη Γ. Κατσαφάνα

Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα «Ο χθεσινός κόσμος όπως τον έζησα» (εκδ. Εκκλησιαστικής Βιβλιοθήκης Ιεράς Μητροπόλεως Μονεμβασίας & Σπάρτης, Σπάρτη 2019, σσ. 56-59). Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης.

Οι πρώτοι Ιταλοί αιχμάλωτοι
στα χωριά μας
Πρέπει να ήταν γύρω στις 10 με 15 Απριλίου, όταν δηλαδή ο ελληνικός στρατός αντιστεκόταν, περικυκλωμένος από τα γερμανικά στρατεύματα στη γραμμή Μεταξά, στη Μακεδονία. Έβλεπα έκπληκτος τους πρώτους Ιταλούς αιχμαλώτους να περνούν από το χωριό. Τους συνόδευαν δύο μονάχα δικοί μας στρατιώτες. Ο ένας έφερε το βαθμό του δεκανέα. Αυτοί μόνο. Ο ένας μπροστά και ο άλλος στο τέλος μιας ατέλειωτης σταχτοπράσινης ανθρώπινης κολώνας που κυριολεκτικά σερνόταν στο δρόμο. Σερνόταν το δύστυχο ανθρώπινο κοπάδι. Σέρνονταν κατάκοποι οι Ιταλοί αιχμάλωτοι και οι δύο έλληνες στρατιώτες. Τους βάραινε πιο πολύ το όπλο τους και η χλαίνη που κρατούσαν. Σπεύδω και παίρνω τη χλαίνη του ενός. Η μυρωδιά της ερχόταν από τα βουνά της Αλβανίας. Δεν πατούσα στη γη. Γιατί να μην είμαι μεγάλος, σκεφτόμουν, να πολεμήσω, όπως αυτοί οι Έλληνες; Ένας αγνός πατριωτικός ρομαντισμός ξυπνούσε εκείνη τη στιγμή μέσα μου. Ήθελα να βρίσκομαι κι εγώ στη μεγάλη εκείνη καταιγίδα, στα χιονισμένα βουνά, που τώρα πια τελείωνε. Μου αρκούσε που, έστω και έτσι, ανέπνεα τον ηρωικό αέρα. Αυτό που έβλεπα εγώ τώρα ήταν τα απόφυλλα που αφήνει πίσω του το μεγαλείο μιας καταιγίδας. Ήταν η καταιγίδα της ελληνικής ιστορίας που είχε αφήσει άφωνους τους υπόδουλους λαούς της Ευρώπης μα και τον ελεύθερο κόσμο. Πού τους πήγαιναν; Μήπως και ήξεραν; Ήταν διάχυτη η αίσθηση ότι, όπου να ‘ναι, το μέτωπο θα κατέρρεε. Και τους οδηγούσαν όλο κατά το νοτιά, όλο και πιο μακριά.

Ένα μέρος αιχμαλώτων είχαν συγκεντρώσει στο Δημοτικό Σχολείο των Ανωγείων - Παλαιοπαναγιάς. Τούτο το πλήθος, που έβλεπα τώρα, δεν χωρούσε εκεί και τους προχωρούσαν προς το Ξηροκάμπι. Μόλις η άθλια εκείνη γραμμή βγήκε από το χωριό μας, ο δεκανέας έδωσε εντολή για την απαραίτητη στις πορείες στάση. Εκατοντάδες Ιταλοί ξάπλωσαν στη γράνα κατά μήκος του δρόμου. Ωραίοι άντρες. Μήνες αξύριστοι, βρώμικοι από την απλυσιά και την ατελείωτη πορεία από το μέτωπο ως εδώ. Το χωρίς κουμπιά μερικών στρατιωτικό αμπέχονο, άφηνε να λάμπει στον ήλιο μια ασημένια αλυσίδα πάνω στο πλατύ δασύτριχο στήθος τους. Κοίταζα τα πρησμένα πόδια τους. Με δυσκολία έσερναν κάτι χοντροπάπουτσα με μεγάλα καρφιά, όταν δεν ήταν λειωμένα, σχισμένα ή ακόμη και τα πόδια τους γυμνά. Υπερηφάνεια, αλλά και λύπη ένιωθα γι’ αυτό το ανθρώπινο κοπάδι. Ήταν οι «Κένταυροι» του Μουσολίνι που τα θωρακισμένα του θα ανέτρεπαν τις ελληνικές δυνάμεις, ανοίγοντας δρόμο προς τα Γιάννενα. Και ήταν αξιοθρήνητο θέαμα τα λείψανα της μεραρχίας «Τζούλια» των αλπινιστών που θα αντιμετώπιζαν τους Έλληνες στα βουνά. Πίσω από τον εξευτελισμό και την κακιά, μοχθηρή μοίρα των ανθρώπων αυτών, μπορούσες να διακρίνεις, μέσα από τα φωτεινά ή και σκοτεινά μάτια μερικών ότι κρυβόταν μια ανθρώπινη καρδιά, ένα ασήκωτο συναίσθημα, πως άνθιζε η ελπίδα να ξαναδούν τη μάνα τους, τον πατέρα τους, τι γυναίκες, τα παιδιά τους και το κορίτσι που αγαπούσαν. Ας σημειωθεί ότι οι Έλληνες φέρθηκαν καλά στους ιταλούς αιχμαλώτους. Κάτι ανάλογο θα κάμουν και οι Ιταλοί στους δυόμισι χιλιάδες αιχμαλώτους, τους οποίους είχαν συλλάβει κυρίως κατά την περίφημη «εαρινή επίθεση» του Μουσολίνι. Μερικοί όμως μεταφέρθηκαν από τους Γερμανούς στο Νταχάου όταν το 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε με τους συμμάχους.

Ήταν, βλέπετε, άνοιξη, ελληνική άνοιξη που τόσο μοιάζει με τη δική τους καθώς κάπως και οι ψυχές μας. Αιώνες, οι δυο λαοί συμπορευθήκαμε μαζί και παράλληλα. Κάπου - κάπου ένιωθες το βλέμμα τους γιομάτο ευγνωμοσύνη που ζούσαν ακόμη. Δεν ήταν όλοι φασίστες. Ξανάκουγαν τώρα τα πουλιά να κελαηδούν. Ήταν τυχεροί; Ναι, που ήταν αιχμάλωτοι των Ελλήνων. Θα τους παρέδιδαν σε λίγο στις ιταλικές δυνάμεις Κατοχής. Άγνωστο, αν και πόσοι τελικά έφθασαν στην Ιταλία. Γιατί, έπειτα από δυο τρία χρόνια, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους, πολλοί στρατιώτες Ιταλοί θα πάνε στον Άδη από απάνθρωπη απόφαση των ναζί.

Για την ώρα, ξεθεωμένοι από την κούραση, προσπαθούσαν να ανασυντάξουν τους λογισμούς τους. Από ένα τραγικό παιχνίδι της μοίρας, είχαν φθάσει ως εδώ στον άγνωστο τούτο τόπο. Εντελώς αναπάντεχα για μένα, άκουσα μερικούς, να σιγοτραγουδάνε το «Κορόιδο Μουσολίνι». Απλώθηκε η θλιμμένη όσο και ωραία τους φωνή σ’ όλη την έκταση των αιχμαλώτων. Πόνεσε η ψυχή μου. Τραγικοί άνθρωποι, όπως όλοι μας, νικητές και ηττημένοι. Η ιστορία, αυτό που είπαν πρόοδο της ιστορίας μέσα στο χρόνο, δε γράφεται μόνο από τους νικητές, γράφεται και από τους ηττημένους.

Εκείνοι, τώρα, οι αιχμάλωτοι πλήρωναν την «ύβριν» του φασισμού του Μουσολίνι. Κι εμείς οι Έλληνες οι «νικητές» θα φωνάζουμε στους Μεγάλους, στους ισχυρούς: «Δικαιοσύνη». Ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του δεκανέα: «Αβάντι! Εγέρθητε». Τα ανθρώπινα εκείνα φαντάσματα έμοιαζαν στο χαλικόστρωτο δρόμο με κινούμενες σκιές. Και προχωρούσαν αργά, προχωρούσαν… «Οι ήρωες», θα ειπεί ο ποιητής, «προχωρούν στα σκοτεινά».

Στο Δημοτικό Σχολείο, εξάλλου, του χωριού βούιζε το πεινασμένο πλήθος των άλλων Ιταλών αιχμαλώτων. Τους φρουρούσαν κι εδώ δυο τρεις φαντάροι μας. Πεινούσαν οι Ιταλοί, πεινούσαν και οι Έλληνες φαντάροι. Πού να λειτουργήσει, σε τέτοιες έκτακτες περιστάσεις επιμελητεία; Όλα, ημέρα με την ημέρα, γίνονταν και πιο ρευστά, πιο αβέβαια. Οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν, η μια μετά την άλλη, ένα καρβέλι ψωμί για τους στρατιώτες μας, και χωρίς καμιά διάκριση και στους δυστυχισμένους αιχμαλώτους. Υπήρχε ακόμα ψωμί στο χωριό, αν και λιγοστό, γιατί ήταν στο τέλος της χρονιάς και δεν είχαν ακόμη συνάξει τη νέα σοδειά, που δυστυχώς για πολλούς από εμάς, θα ήταν και η τελευταία στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής που τώρα έρχονταν.

Δε δόθηκε καμία διαταγή για την προσφορά εκείνη. Δεν ήταν οργανωμένη, ήταν αυθόρμητη εκδήλωση του ελληνικού φιλότιμου, της ελληνικής αρχοντιάς, της αρχοντιάς που μέσα στη φτώχεια είναι ο πλούτος ψυχής, το πνεύμα της συλλογικής συνείδησης, της συνείδησης του «εμείς» που, όταν λειτούργησε, έκαμε θαύματα. Θα ήθελα πολύ τις γραμμές αυτές να τις διάβαζε ο Γερμανός αρθρογράφος της μεγάλης κυκλοφορίας σήμερα και μάλλον λαϊκού γερμανικού περιοδικού «Φόκους», Κ Boetig, ο οποίος δημοσίευσε στο περιοδικό αυτό (Focus on line) πριν δυο χρόνια από σήμερα (2012) ένα λίβελο για το χαρακτήρα του Έλληνα, υπογραμμίζοντας – και ορθώς - σοβαρά ελαττώματά μας, αλλά και παρεξηγώντας μας, ανίκανος να κατανοήσει το φιλότιμο αυτού του λαού, το υψηλό ήθος και το φιλελεύθερο πνεύμα του. Μας κατηγορεί, ανάμεσα σε άλλα, ότι δε γνωρίζουμε οι Έλληνες πρόβλημα προσαρμογής, εκπλήσσεται για έναν λαό που ανακατεύει, λέει, «ρετσίνι με κρασί, τυλίγει ρύζι με χορταρικά σε αμπελόφυλλα», για να κάμει ντολμάδες. Ο βόρειος αυτός Ευρωπαίος φαίνεται να αγνοεί εντελώς τον μεσογειακό ευρωπαίο. Και δεν υποψιάζεται καθόλου ότι η ανάγκη του Έλληνα για επικοινωνία προσώπων και ο διάλογος είναι αυτό που δημιούργησε την «κοινότητα», τις ελληνικές πόλεις στην αρχαιότητα, όπου γεννήθηκε η Δημοκρατία. Τη φιλοσοφία, την τραγωδία, τη δημοκρατία δεν τη γέννησαν άτομα αφηρημένα, απρόσωπες μονάδες αλλά πρόσωπα, προσωπικότητες. Γράφει: «οι περισσότεροι Έλληνες είναι πολύ της παρέας. Δεν τους αρέσει να τρώνε μόνοι τους ή δύο - δύο. Θέλουν μεγάλες παρέες και ο ένας φέρνει και τον άλλο μαζί του […] Το κρασί ρέει άφθονο στα ποτήρια […]».

Αυτό το ανοιχτό πνεύμα, λοιπόν, της επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μας, τη λεβεντιά, την παρεξήγησαν. Παρανοούν και την αλληλεγγύη, την αρετή αυτή που σε δύσκολες περιστάσεις, έκανε τις γυναίκες του χωριού να προσφέρουν ψωμί στους αιχμάλωτους. Μην ψάξετε να βρείτε διαφορές ανάμεσα σ’ αυτές και στις γυναίκες της Πίνδου που συμπαραστέκονταν στους στρατιώτες μας στο μέτωπο. Οι αληθινοί άνθρωποι είναι παντού άνθρωποι. Δεν μπορεί να γράφω χωρίς αγωνία για το αύριο το δικό μας, των παιδιών μας. Είναι εντελώς αφύσικο σήμερα να απουσιάζει η αγωνία από την Αγωνία. Τόσο αφύσικο, όσο να βγαίνει κανείς από το ζεσταμένο κλίβανο χωρίς νά ’χει σταγόνα ιδρώτα.

Έτσι, είχαν για μένα τα πράγματα, όταν τα βιβλία του σχολείου είχαν πια ξεχαστεί σε κάποια απόμερη γωνιά του σπιτιού. Τα πρόσωπα των συμμαθητών μου μού φαίνονταν τώρα μακρινά, ξεθωριασμένα. Αντίο σχολείο. Ο πατέρας γινόταν όλο και πιο λιγόλογος κι η μάνα, με τις πολλές καθημερινές έγνοιες, μονολογώντας άφηνε να της ξεφεύγουν κάποιες λέξεις ανησυχίας. Τι μας περιμένει; Τι θα απογινόμαστε; Και ήταν η άνοιξη εκείνη η πιο όμορφη, η πιο γλυκιά ελληνική άνοιξη. Ίσως γιατί θα ήταν η τελευταία για πολλά χρόνια. Πολλά θα άλλαζαν πια. Θα σκότωναν την αθωότητα στις καρδιές των ανθρώπων, θα άγγιζαν το νου τους φοβερές και ως τότε άγνωστες δυνάμεις. Και το πρώτο που θα έκαναν οι κατακτητές, ήταν που θα μας πάρουν και την τελευταία μπουκιά από το στόμα. Ο Έλληνας θα ήταν τελικά και πάλι το θύμα παρά τη νίκη του.

Οι πρώτοι Γερμανοί στη Σπάρτη
και στην Παλαιοπαναγιά
Παιδί, μόλις δεκατριών χρόνων, τότε δεν ήξερα τι να κάμω εκείνο τον Απρίλη του 1941. Κανείς στο μικρό μου περίγυρο δεν ήξερε, δεν μπορούσε να βοηθήσει. Οι αιωνόβιες ελιές, με τους άγριους ρόζους και τις σκοτεινές κουφάλες, ήταν φέτος ανθοστόλιστες. Όλο ασήμι και χρυσαφί ανθός. Γόνιμα σιωπηλές κι ακίνητες μέσα στον χρόνο, έγερναν στο ανοιξιάτικο αεράκι τις κορυφές τους σαν σε ευλογία. Οι μέλισσες ρουφούσαν την κρυμμένη στ’ άνθη ευτυχία τους, στην άκρη του δρόμου μια σαύρα πάνω στη ζεστή πέτρα, ρουφούσε κι αυτή τον ήλιο της, σημάδι ότι θα βρέξει. Όταν καμιά φορά περπατώ στα μέρη εκείνα μού ‘ρχεται στο νου ο λόγος του Μιστράλ, που τον είχε γράψει γύρω στο ξύλινο ρολόι του τοίχου. «Σαύρα, ρούφα τον ήλιο σου, ίσως αύριο βρέξει». Ναι, θα βρέξει και θα χιονίσει στις ψυχές των ανθρώπων. Μονάχα μια πολύχρωμη ελεύθερη πεταλούδα φαινόταν να με εμπαίζει καθώς παιχνίδιζε ξένοιαστη στο διάφανο αέρα. Συλλογιζόμουν και ήταν σαν να κατέληγα πάντα στο ίδιο: «Μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο» Ήταν τα λόγια του καλόγερου του Δημοτικού τραγουδιού, στο 1821.

Ξεχασμένος με τέτοιες σκέψεις, γύριζα ένα πρωινό στο σπίτι, καβάλα πάνω στο ξεσαμάρωτο μουλάρι μας. Το βαρύγδουπο ποδοβολητό του μου έδινε μια ψευδαίσθηση σιγουριάς, όταν ξαφνικά ένα, πρώτο αυτό, γερμανικό αεροπλάνο, από εκείνα τα δαιμονισμένα στούκας, πέρασε ξαφνικά πάνω από τις ελιές. Το αθώο ζώο ξαφνιάστηκε, «πρόγκηξε», και με πέταξε φαρδύ πλατύ στο δρόμο. Όμορφη που είναι η φύση, κακός ο ιπτάμενος εκείνος, δαίμονας σωστός που έψαχνε να σκοτώσει ανθρώπους. Αναζητούσε τους Άγγλους που υποχωρούσαν προς το λακωνικό κόλπο. Αυτή ήταν η τελευταία άνοιξη ενός ελεύθερου παιδιού.

Ο ελληνικός στρατός στη Μακεδονία, έπειτα από ηρωική αντίσταση, είχε υποκύψει, η κυβέρνηση Εμμανουήλ Τσουδερού και ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ εγκαταλείπουν τη χώρα για την Κρήτη και τη Μέση Ανατολή. Το ημερολόγιο έγραφε 23 Απριλίου 1941. Μόλις πριν από πέντε ημέρες, ο πρωθυπουργός Κορυζής, υπό το βάρος των εξελίξεων, είχε αυτοκτονήσει. Η αναταραχή στην Αθήνα ήταν μεγάλη, ενώ στις 23-24 Απριλίου ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου υπογράφει το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης. Οι εξελίξεις είναι καταλυτικές, ραγδαίες. Οι πρώτες υποχωρήσεις στο Αλβανικό μέτωπο είχαν αρχίσει από τις 12 Απριλίου. Μετά την ηρωική αντίσταση, η υποχώρηση τώρα ήταν άτακτη. Ο πανικός στη χειρότερη μορφή του.

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου γράφει κάπου, ότι δύο είδη πανικού γνωρίζει ο Έλληνας. Ο ένας είναι προς τα εμπρός. Τίποτα δεν σταματάει την ορμή του. Ο άλλος είναι η άτακτη φυγή προς τα πίσω. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ένα σχετικά μικρό σώμα Άγγλων κατευθυνόταν προς τη Μακεδονία, για να μετριάσει την προέλαση των Γερμανών, ώστε να δοθεί η ευκαιρία να διαφύγουν οι Άγγλοι και Νεοζηλανδοί στρατιώτες. Συναντούσαν τους έλληνες στρατιώτες σε ακάθεκτη φυγή. This is way, τους έλεγαν, από εδώ πάει ο δρόμος προς το μέτωπο, αλλά κανείς δεν σταματούσε και οι Άγγλοι απορούσαν.

Τρομαγμένος, λοιπόν, από το απροσδόκητο πέσιμό μου από το μουλάρι με το ούρλιασμα του γερμανικού αεροπλάνου και μη γνωρίζοντας φυσικά τις εξελίξεις, φθάνω στο καφενείο του χωριού. Ήταν κόσμος μαζεμένος. Έκπληκτοι ακούγαμε την αξέχαστη εκείνη φωνή του ηρωικού εκφωνητή, που αυτή τη στιγμή δε θυμάμαι, ατυχώς, το όνομά του. Και ακουγόταν για τελευταία φορά ο Εθνικός μας Ύμνος. Κάπου εκεί ενδιάμεσα και το γνωστό τραγουδάκι:

«Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι,

Κάτω στο γιαλό κοντή νεραντζούλα φουντωτή»

Ήταν σαν νά ’βγαινα από εφιαλτικό όνειρο. Χανόμουν ωχρός από την αγωνία. Η χαρούμενη τούτη προσποίηση του τραγουδιού δεν ήταν για μένα μόνο αταίριαστη, παράλογη, μα η έσχατη έκπτωση της ψυχικότητάς μου.

Δεν ήταν ένα δράμα αυτό που παιζόταν στην παιδική ψυχή μου, όπως αυτά που θα βρω αργότερα στα μυθιστορήματα. Ήταν μια τραγική δοκιμασία. Ήταν ένα φοβερό πέρασμα. Αντίο πια οι ομορφότερες ανατολές, τα δρομάκια με την ξεγνοιασιά. Τρόμαζε η ψυχή μου και αγρίευε το πνεύμα μου, καθώς τις πρωινές ώρες της 27ης Απριλίου άκουγα από το ταλαιπωρημένο ραδιόφωνο του καφενείου, για τελευταία φορά, τη θαρραλέα φωνή του αλησμόνητου εκείνου εκφωνητή. Με συγκλόνιζε και τα δάκρυα έτρεχαν. Έσχατη ελληνική φωνή: Να θυμόμαστε σωστά μέσα στη νύχτα που τώρα πλακώνει στο χώμα και στον ουρανό της Ελλάδας. «Αδέρφια», έλεγε η φωνή σαν από μια απέραντη έρημο. «Κρατήστε το πνεύμα του Μετώπου. Οι εισβολείς θα μπουν στην Αθήνα με κατάκλειστα τα σπίτια. Έλληνες! Σε λίγο ο σταθμός δεν θα είναι ελληνικός, θα είναι γερμανικός. Ο αγώνας συνεχίζεται. Ζήτω το Έθνος». Σε λίγα λεπτά η φωνή εσίγησε.

Τα γερμανικά τεθωρακισμένα στις 27 Απριλίου μπαίνουν στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους, η ναζιστική σημαία υψώνεται στην Ακρόπολη. Ήταν στις 28 Απριλίου που κοίταζα κατά την Ανατολή που έβγαινε ο ήλιος και με διακατείχε ένα αίσθημα του ανθρώπου που αποχαιρετάει για πάντα το πιο αγαπημένο του πρόσωπο. Ένα δάκρυ κύλησε στο τρυφερό μάγουλο του παιδιού καθώς ψιθύρισα, «Ελλάδα μου, για τελευταία ημέρα σε βλέπω ελεύθερη». Ήμουν σ’ έναν έρημο στενό δρόμο του χωριού. Κυρίαρχη η Βέρμαχτ, ο γερμανικός στρατός, στα εδάφη μας και η Λουφτβάφε, η γερμανική αεροπορία στους ουρανούς μας.

Η μάνα μου, θυμάμαι, μαζί με κάποιες γειτόνισσες και συγγενείς είχανε ανησυχήσει. Έπρεπε, λένε, να κρυφτούμε που θά ‘ρθουν αύριο - μεθαύριο οι Γερμανοί. Φόρτωσαν τα μουλάρια και τρεις-τέσσερες οικογένειες βραδιάτικα φτάσαμε σε μια σπηλιά, στον Ταΰγετο, στον «Καλόγερο» πιο πάνω από την Αγία Τριάδα των Ανωγείων. Ήταν και η αδελφή του πατέρα μου με τον συνομήλικό μου ξάδελφο, μια ακόμη οικογένεια με δύο μικρά παιδιά.

Τα μεγάλα σαγόνια του σπηλαίου ήταν αντικριστά σχεδόν με την απέναντι σπηλαιώδη εκκλησία, την «Καταφυγιώτισσα» των Ανωγείων. Σκοτεινή σπηλιά που μύριζε φρικτά η κοπριά που είχαν αφήσει τα γίδια που σταβλίζονταν πριν εκεί.

Την επόμενη το πρωί, βλέπω τη μάνα μου να τρέχει ξαφνικά προς μια άκρη, από όπου θα αγνάντευε το δημοτικό σχολείο κάτω στην πεδιάδα, στο ρίζωμα, γεμάτο με τους ιταλούς αιχμαλώτους. Είχε την αγωνία να διαπιστώσει, αν το γερμανικό αεροπλάνο που πέρασε ξυστά πάνω από το σχολείο, έριξε στους Ιταλούς όπλα. Φυσικά, δεν είχε συμβεί τίποτε τέτοιο. Ένα δεύτερο σε λίγο έψαχνε κατά μήκος της λοφοσειράς μήπως και εντοπίσει Άγγλους σε υποχώρηση. Πέσαμε μπρούμυτα τα δύο παιδιά, καθώς με τον Ηλία τον ξάδερφό μου, ψάχναμε στις πλαγές του βουνού να βρούμε τα μουλάρια που κάπου έβοσκαν αμέριμνα όλη τη νύχτα.

Στη Σπάρτη είχαμε και τον πρώτο νεκρό από τους βομβαρδισμούς της Λουφτβάφε, κάπου, κοντά στο σημερινό Γηροκομείο της Σπάρτης. Η βόμβα έπεσε στο σπίτι. Θύμα ένας νεαρός Σπαρτιάτης, ο Μαυρόγιαννης. Βομβάρδιζαν οι Γερμανοί, και οι Άγγλοι, στρατωνισμένοι κάτω από τα δέντρα, προς τον Άγιο Σπυρίδωνα σχεδόν αδιάφοροι, ξυρίζονταν. Όλα τα συνηθίζει με τον καιρό ο άνθρωπος, ακόμη και τον πόλεμο. Τη νύχτα της 28ης Απριλίου οι Γερμανοί μπήκαν στη Σπάρτη. Ένα κλιμάκιο κατευθύνθηκε στο Γυμνάσιο Αρρένων να απελευθερώσει τους Ιταλούς αιχμαλώτους. Τους φρουρούσαν μερικοί στρατιώτες μας. Τελευταία μπόρεσα και είδα το οικογενειακό αρχείο των Λεόπουλων, αρχοντικής οικογένειας της Σπάρτης. Εκεί, ο μικρότερος Λεόπουλος ο Νίκος σημειώνει ότι Γερμανοί, με τη συνδρομή Έλληνα, είχαν πάει όλη νύχτα και είχαν βρει το σπίτι κάπου στη Μαγούλα, όπου για λόγους προφύλαξης είχε καταφύγει ο γερμανομαθής, σπουδασμένος στη Γερμανία, νομικός και λόγιος, ο εξαίρετος Γιώργος Λεόπουλος, που θα τον γνωρίσω από κοντά όταν διοριστώ στη Σπάρτη. Τον ήθελαν για διερμηνέα. Τον έβαλαν στο τρίκυκλο οι Γερμανοί, μαζί και ο μικρός, από περιέργεια περισσότερο, αδελφός του ο Νίκος. Στο «Μενελάϊον», στο γνωστό ξενοδοχείο, ο Λεόπουλος θα αναλάμβανε υποχρεωτικά τα καθήκοντά του διερμηνέα. Έμεινε για ένα διάστημα. Δεν άντεξε όμως και βρήκε τρόπο και έφυγε για την Αθήνα.

Την επομένη, οι Γερμανοί έχουν φθάσει στους Μολάους και, μέσα σε 10 ημέρες, στην έκταση του κάμπου που απλώνεται εκεί, με επιστράτευση στη δουλειά των κατοίκων Ασωπού και των γύρω χωριών, το αεροδρόμιο Μολάων είναι έτοιμο. Θα προσγειώνονται και θα απογειώνονται τα διάφορα είδη των αεροπλάνων τους για την κατάληψη της Κρήτης.

Μια μέρα, ίσως 30 Απριλίου, σειόταν το χωριό μας από τις ερπύστριες των γερμανικών τεθωρακισμένων. Είχε προηγηθεί ένα τρίκυκλο από τα πολλά που προηγούνταν στο δρόμο για αναγνώριση. Σταμάτησε στη μέση της πλατείας του χωριού μας και ένας χωρικός πρόσφερε στο Γερμανό πορτοκάλια. Αναστέναξε βαθιά από το απέναντι σπίτι ο Καράμπελας, απόστρατος γενναίος αξιωματικός, ο οποίος είχε χάσει το γιο του, νεαρό εύελπη στον πόλεμο. «Έ! Όχι κι αυτό να ιδούν τα μάτια μου», ψιθύρισε. Μια μονάδα γερμανική εγκαταστάθηκε έξω από το χωριό, μετά το ποτάμι «Σκοτίας - Σκατιάς», κάτω από τις ελιές στο σημείο που λίγες ημέρες πριν είχαν περάσει οι Ιταλοί αιχμάλωτοι. Άλλες γερμανικές μονάδες είχαν σταθμεύσει στις Αμύκλες και αλλού, τελώντας σε αναμονή να χρησιμοποιηθούν στην κατάληψη της Κρήτης, για τις περαιτέρω επιχειρήσεις τους. Κάποια ηλικιωμένη, ψιλόλιγνη κυρία με γυαλιά, που είχε γυρίσει από την Αμερική και ήξερε αγγλικά, συνεννοήθηκε με τον Γερμανό διοικητή για να δώσουν κάποιο συσσίτιο στα παιδιά.

Κάποιος μου μίλησε για ένα είδος σούπας που δεν τρωγόταν. Δεν θυμάμαι σχετικά τίποτε. Γιόμισα το καλάθι με ωραία μεγάλα λεμόνια από τη μοναδική λεμονιά της γιαγιάς και πήγα μια - δυο φορές να τα πουλήσω στους Γερμανούς. Δεν θυμάμαι, μάλλον μου έδωσαν ένα κομμάτι λευκής κουραμάνας. Είχα εντυπωσιαστεί από την οργάνωση του καταυλισμού. Ο κινητός φούρνος τους, τα μηχανοκίνητα, άντρες ξανθοί, ολοκάθαροι, ψηλοί, βρίσκονταν σε κίνηση. Μια γράνα, σε μικρή απόσταση από τον καταυλισμό, είχε ανοιχτεί για αποχωρητήριο. Δεν διέκοπταν τη στρατιωτική τους ετοιμότητα. Δυο τρεις με ξάφνιασαν, με τη ανέλπιστη παρουσία τους σε ένα χωράφι μας, στο ρίζωμα του βουνού κάτω από την Μονή Κούμπαρη. Δε μου έδωσαν σημασία. Ήταν αφοσιωμένοι στη στρατιωτική μελέτη, με τη βοήθεια ενός οργάνου, κάτι σαν τρίποδο. Είχα πάει να βοσκήσω τη γίδα.

Από εδώ και πέρα, είχαμε πια να παλέψουμε με τη μοίρα μας. Μετά τους ηρωισμούς, θα ‘ρθει η θανατερή πείνα, η διχόνοια, η κατάρα της φυλής, μάς περίμεναν τώρα στην Κατοχή.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα