Μνήμες του Θανάση Βαλτινού από τη Σπάρτη της Κατοχής

Τί είχε διηγηθεί ο κορυφαίος συγγραφέας το 2019…
Τετάρτη, 28 Οκτώβριος 2026 09:31 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Μνήμες του Θανάση Βαλτινού από τη Σπάρτη της Κατοχής
«Στον Καραβά βρεθήκαμε τυχαία. […] Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος κι αναλάμβανε δημόσια έργα, αλλά εκείνη την περίοδο δεν είχε δουλειά. Δεν είχε τίποτα παραπέρα, και ουσιαστικά δεν μπορούσαμε να ζήσουμε. Είχε αρχίσει η πρώτη εποχή της πείνας. Ήταν τότε ο πρώτος δύσκολος χειμώνας, του ‘41», είχε διηγηθεί πριν μερικά χρόνια στον Νίκο Καρμοίρη ο σπουδαίος συγγραφέας και ακαδημαϊκός, Θανάσης Βαλτινός (1932-2024).
  
Τα σκληρά χρόνια της Κατοχής οδήγησαν την οικογένεια Σπανού, όπως ήταν το πραγματικό επίθετο του Βαλτινού, στη λακωνική ύπαιθρο, εκτός του αστικού ιστού. Έτσι, ο Καραβάς κι η Σπάρτη αποτέλεσαν ένα άγνωστο –στους πολλούς– κεφάλαιο της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα. Εγκαταστάθηκαν από σύμπτωση στην περιοχή, στον πύργο του Καρελλά, όπου έζησαν κατά το διάστημα 1942-1944: «Εμείς μείναμε 2-3 χρόνια στη Σπάρτη, ύστερα στο Γύθειο και μετά στην Τρίπολη. Όσο μέναμε στον Καραβά πηγαίναμε σχολείο με τα αδέρφια μου στη Σπάρτη, με τα πόδια. Έβγαλα την πρώτη και τη δευτέρα στη Σπάρτη».
  
Σε αυτό το σκληρό σκηνικό επιβίωσης, το παιδικό βλέμμα του Βαλτινού αποτύπωσε με φωτογραφική ακρίβεια την ανθρωπογεωγραφία της εποχής: «Τότε ο Καραβάς δεν είχε πολλά σπίτια. Μόνο οι Κατσάνηδες μένανε κοντά στον πύργο· Ανδριόπουλους του λέγανε κανονικά στο επίθετο. Από τότε δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Θυμάμαι περισσότερο κάποια ονόματα των σέμπρων που κατέβαιναν από τα χωριά. Τον Κωτσαρέλο (Νικολόπουλο τον έλεγαν στο επίθετο) από τη Λογγάστρα, τον Μπαρμπιτσιώτη, τους Κατσάνηδες, τον Μπουτσικάκη, τον Μπέη. Οι περισσότεροι είχαν παρατσούκλια! Θυμάμαι το σπίτι του Καρμοίρη πάνω στη στροφή του δρόμου. Ήταν ένα σπίτι περιωπής. Δεν περνούσαμε συχνά από ‘κει. Δεν μας έβγαζε πάντα ο δρόμος. Θυμάμαι και τον Καρελλά που ήταν με το θείο μου φίλοι, κι ερχόταν συχνά με τη γυναίκα του. Θυμάμαι και τον “Ρόζα”, τον Γιώργο τον Ανδριόπουλο, που έπαιζε ποδόσφαιρο έπειτα, και τον αδερφό του το Δημητράκη. Ήταν και τα ξαδέρφια του ο Νικόλας κι ο Πότης ο Κατσάνης, ακριβώς κάτω από εμάς. Εκείνοι ήταν αριστεροί της εποχής τότε». 
  
Ωστόσο, η φαινομενική ηρεμία της υπαίθρου δεν άργησε να διαρραγεί από την μπότα του κατακτητή και των δωσίλογων συνεργών του. Ο ίδιος αφηγείται: «Μπροστά στο σπιτάκι που μέναμε υπήρχε ένα πεζούλι, μια κολώνα μαρμάρινη, με έναν ρυθμό περίεργο –δεν ήταν κάποιας ιδιαίτερης αξίας–, την είχαν βάλει εκεί και καθόμασταν. Εκεί μαζεύονταν οι γυναίκες των γειτόνων και των σέμπρων κι οι περίοικοι και ρούγευαν. Εκεί σε εκείνο το πεζούλι, καθόμασταν κάποια φορά με τους Κατσάνηδες κι ακούστηκε κάτι σαν βουή, σαν χουγιαχτό, και μέχρι να καταλάβω τι γίνεται είχαν κάνει έξοδο οι Γερμανοί κι οι Ταγματασφαλίτες. Ορμάνε και πιάνουν τον έναν από τους Κατσάνηδες. Τον Πότη, τον αδερφό του Νικόλα. Κάποιος του τράβηξε δυο χαστούκια κι εγώ ένοιωσα πολύ ταπεινωμένος. Εγώ, του πήγαινα κάθε μέρα το πρωί ένα μπουκάλι γάλα και μέσα είχε σημειώματα, διπλωμένα σε ένα σελοφάν. Ύστερα τον πήγαν στην Τρίπολη. Εκεί ήταν κάποιος θείος, ή γνωστός τους, έμπορας κι αυτός προσπαθούσε να τον σώσει, αλλά τελικά τον σκότωσαν τον Πότη. Άλλη φορά, ήρθε κάποιος στο καλύβι μας και μας είπε να μη φοβηθούμε, γιατί θα γίνουν κάποιες μικροταραχές. Αργότερα ήρθαν κι έκαψαν το σπίτι των Κατσαναίων, του “Ρόζα” και του Δημητράκη, π’ ήταν πιο κάτω απ’ το δικό μας». 
  
Η στιγμή της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων και η λυτρωτική αίσθηση της απελευθέρωσης διασώθηκαν μέσα από μια σχεδόν κινηματογραφική αφήγηση, με τον νεαρό τότε Θανάση να γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της Ιστορίας: «Θυμάμαι, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, ο Γερμανός διοικητής αποχαιρέτισε τον λαό της Σπάρτης στην πλατεία και μετά έκανε μια με το χέρι, κατέβασε τη σημαία τους, την πήρε κι έφυγε. Στο Μενελάιον το ξενοδοχείο ήταν το διοικητήριό τους. Τότε έτρεξε κάποιος από πίσω τους κι έριξε δυο-τρεις βολές στον αέρα. Ήταν οι πρώτες ντουφεκιές καλωσορίσματος της ελευθερίας». 
  
Αυτές οι εμπειρίες από την ευρύτερη κατοχική περιοχή της Σπάρτης αποτυπώθηκαν εν μέρει στο λογοτεχνικό του έργο, και συγκεκριμένα στο σπουδαίο διήγημά του με τίτλο «Εθισμός στη νικοτίνη». Το διήγημα, το πρώτο μέρος του οποίου εξελίσσεται αποκλειστικά στον Καραβά της Σπάρτης, πρωτοδημοσιεύθηκε στο γερμανόφωνο περιοδικό Ausblicke (τχ. 36) τον Φεβρουάριο του 1979, ενώ αργότερα συμπεριλήφθηκε στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων (εκδ. Εστία, Αθήνα 2008, σ. 9-28), κρατώντας ζωντανή την ιστορική και συναισθηματική σύνδεση του Θανάση Βαλτινού με την περιοχή. 
 
__________________  
Ο Θανάσης (Σπανός) Βαλτινός γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα και σενάρια για τον κινηματογράφο, ενώ μετέφρασε και αρχαίους Τραγικούς. Το 2008 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος το 2016. Για το συγγραφικό του έργο απέσπασε πλήθος σημαντικών βραβεύσεων. Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2024, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω του σπουδαία παρακαταθήκη στα ελληνικά γράμματα. Τα βιβλία του κυκλοφορούν όλα από τις εκδόσεις της Εστίας.
 

| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»

> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα