Έναν «κουμπαρά νέας γενιάς», με κρατική συμμετοχή και επενδυτικό χαρακτήρα, σχεδιάζει η κυβέρνηση, επιδιώκοντας να καλλιεργήσει από νωρίς μια νέα κουλτούρα αποταμίευσης. Η εξαγγελία, ωστόσο, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις καθημερινές της ανάγκες.
Σύμφωνα με την πρόταση που παρουσίασε στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, οι γονείς θα μπορούν να ανοίγουν ειδικό επενδυτικό λογαριασμό μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού. Για κάθε ευρώ που θα καταβάλλουν, το κράτος θα προσθέτει ένα ακόμη, με ανώτατη ετήσια ενίσχυση 1.200 ευρώ έως την ενηλικίωση. Το ποσό αυτό θα αυξάνεται κατά 10% ανά πενταετία.
Εφόσον πραγματοποιούνται οι μέγιστες καταβολές, σε βάθος 18 ετών το συνολικό κεφάλαιο θα ανέρχεται σε 49.304 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται οι επενδυτικές αποδόσεις. Με μέση απόδοση 3% εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει περίπου τις 64.109 ευρώ, ενώ με 5% τις 77.062 ευρώ.
Το μέτρο δεν αποσκοπεί μόνο στη δημιουργία ενός οικονομικού αποθέματος για τα παιδιά, αλλά και στην εξοικείωση των οικογενειών με τη συστηματική αποταμίευση και τις μακροχρόνιες επενδύσεις. Τραπεζικές πηγές αξιολογούν θετικά την κατεύθυνσή του, επισημαίνοντας όμως ότι εφαρμόζεται σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον.
Στην ίδια λογική κινείται και η πρόταση του ΙΟΒΕ για τη δημιουργία ατομικών και παιδικών αποταμιευτικών επενδυτικών λογαριασμών, με φορολογικά κίνητρα και αναλογική επιδότηση από το Δημόσιο. Στόχος είναι αφενός να ενισχυθεί η οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών και αφετέρου να διοχετευθούν νέα κεφάλαια προς επενδύσεις στην ελληνική οικονομία.
Η ενίσχυση της αποταμίευσης έχει ευρύτερη σημασία για την οικονομία, καθώς μπορεί να αυξήσει τα διαθέσιμα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, κάθε ευρώ δημοσιονομικού κόστους για την εφαρμογή σχετικών κινήτρων θα μπορούσε, σε ορίζοντα πενταετίας, να οδηγήσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος έως και δύο ευρώ.
Η ακρίβεια αδειάζει τον οικογενειακό «κουμπαρά»
Τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν, πάντως, το μέγεθος της πρόκλησης. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών διευρύνθηκε στο 3,3% του διαθέσιμου εισοδήματος, από 1,8% έναν χρόνο νωρίτερα. Παρά την ονομαστική αύξηση του εισοδήματος κατά 3,2%, ο πληθωρισμός εξανέμισε το όφελος, αφήνοντας στάσιμη την πραγματική αγοραστική δύναμη.
Η Ελλάδα κατέγραψε, επίσης, τη χειρότερη επίδοση μεταξύ 21 χωρών του ΟΟΣΑ, με το πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα να μειώνεται κατά 3,6%, όταν ο μέσος όρος του Οργανισμού αυξήθηκε κατά 0,2%.
Ανάλογη είναι η εικόνα στις έρευνες για την οικονομική κατάσταση των πολιτών. Τον Ιούλιο, το 58% δήλωσε ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ενώ μόνο το 22% ανέφερε ότι αποταμιεύει. Παράλληλα, σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το εισόδημα του 62,1% των νοικοκυριών δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα, ενώ το 83,5% αδυνατεί να βάλει χρήματα στην άκρη.
Η αδυναμία αποταμίευσης δεν περιορίζεται πλέον στα χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά επεκτείνεται και στα μεσαία στρώματα. Οι δαπάνες για στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια, υγεία και μετακινήσεις απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για τη δημιουργία οικονομικού αποθέματος.
Περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά δηλώνουν ακόμη ότι δεν μπορούν ή δυσκολεύονται πολύ να καλύψουν ένα έκτακτο έξοδο 500 ευρώ. Σε αυτό το περιβάλλον, ο «κουμπαράς νέας γενιάς» αποτελεί ένα φιλόδοξο εγχείρημα, η επιτυχία του οποίου θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι οικογένειες θα διαθέτουν το απαιτούμενο εισόδημα για σταθερές καταβολές.




