Σημαντικές απώλειες στην εμπορεύσιμη παραγωγή των εσπεριδοειδών μπορεί να προκαλέσει το σχίσιμο ή «σκάσιμο» των καρπών πριν από τη συγκομιδή. Ο Δρ Βασίλειος Ζιώγας, Κύριος Ερευνητής στη Δενδροκομία Εσπεριδοειδών του ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ, εξηγεί τους παράγοντες που ευνοούν την εμφάνιση του φαινομένου και τις παρεμβάσεις με τις οποίες οι παραγωγοί μπορούν να περιορίσουν τις απώλειες.
Το φαινόμενο εμφανίζεται συνήθως κατά την περίοδο ταχείας ανάπτυξης του καρπού, πριν από την ωρίμανση. Αρχικά σχηματίζονται μικροσκοπικές ρήξεις στα κύτταρα του φλοιού και στη συνέχεια η ρωγμή επεκτείνεται στους βαθύτερους ιστούς. Ο καρπός χάνει έτσι την εμπορική του αξία, ενώ η εκτεθειμένη σάρκα γίνεται ευάλωτη σε μύκητες, βακτήρια και έντομα.
Βασική αιτία είναι η ασυγχρονία ανάμεσα στη διόγκωση της σάρκας και στην ικανότητα του φλοιού να διασταλεί. Όταν το εσωτερικό του καρπού αναπτύσσεται ταχύτερα, δημιουργούνται πιέσεις που μπορεί να προκαλέσουν ρωγμές, ιδιαίτερα όταν ο φλοιός είναι λεπτός ή έχει περιορισμένη ελαστικότητα.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η διαθεσιμότητα του νερού. Περίοδοι ξηρασίας που ακολουθούνται από έντονες βροχοπτώσεις ή απότομη και άφθονη άρδευση προκαλούν γρήγορη διόγκωση της σάρκας, χωρίς να προλαβαίνει να προσαρμοστεί ο φλοιός. Το πρόβλημα επιδεινώνεται εάν έχουν προηγηθεί υψηλές θερμοκρασίες και χαμηλή υγρασία, συνθήκες που μειώνουν την ελαστικότητά του.
Η ευαισθησία επηρεάζεται επίσης από την ποικιλία και το υποκείμενο, το σχήμα του καρπού, το πάχος του φλοιού και τη θρεπτική κατάσταση του δένδρου. Ιδιαίτερη σημασία έχει το ασβέστιο, καθώς ενισχύει τα κυτταρικά τοιχώματα και τη μηχανική αντοχή των ιστών.
Η πρόληψη αρχίζει πριν εμφανιστούν οι ρωγμές
Η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι κυρίως προληπτική. Πρώτη προτεραιότητα αποτελεί η διατήρηση σταθερής εδαφικής υγρασίας, με τακτική και ομοιόμορφη άρδευση. Πρέπει να αποφεύγεται η παρατεταμένη στέρηση νερού και το άφθονο πότισμα που ακολουθεί, καθώς οι απότομες μεταβολές αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο σχισίματος.
Απαραίτητη είναι και η ισορροπημένη θρέψη, με έμφαση στο ασβέστιο αλλά και στο κάλιο, το βόριο, τον φώσφορο και το μαγνήσιο. Μελέτες σε μανταρινιές και πορτοκαλιές έχουν δείξει ότι στοχευμένες διαφυλλικές εφαρμογές ασβεστίου ή πυριτίου στα πρώτα στάδια ανάπτυξης των καρπών μπορούν να ενισχύσουν τη συνοχή του φλοιού και να περιορίσουν το πρόβλημα.
Θετικά αποτελέσματα έχουν καταγραφεί και από τη χρήση γιββερελλικού οξέος, το οποίο μπορεί να αυξήσει το πάχος και την ελαστικότητα του φλοιού. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των επεμβάσεων εξαρτάται από την ποικιλία, τις συνθήκες του οπωρώνα και κυρίως από τον χρόνο εφαρμογής τους.
Δεν υπάρχει, συνεπώς, μία ενιαία λύση για όλες τις καλλιέργειες. Η αποτελεσματικότερη στρατηγική συνδυάζει τη σταθερή άρδευση, την ισορροπημένη θρέψη και, όπου κρίνεται απαραίτητο, τη στοχευμένη χρήση κατάλληλων σκευασμάτων στα κρίσιμα στάδια ανάπτυξης. Όταν οι ρωγμές γίνουν ορατές, η διαταραχή έχει ήδη εξελιχθεί και δεν μπορεί πλέον να αναστραφεί.




