Ποίηση, μουσική και επανάσταση: Το έργο του Φώντα Λάδη συνεχίζει να εμπνέει τις νέες γενιές

Αξιέπαινη εκδήλωση της ΠΕΣ προς τιμήν του Λάκωνα ποιητή - Το κείμενο της ομιλίας του

Τετάρτη, 04 Μάρτιος 2026 13:12 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ποίηση, μουσική και επανάσταση: Το έργο του Φώντα Λάδη συνεχίζει να εμπνέει τις νέες γενιές

Η Πνευματική Εστία Σπάρτης αποτελεί έναν σπουδαίο πυλώνα πολιτισμού και τέχνης για την πόλη μας. Ποτέ δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος με εκείνον που μπήκε στην αίθουσα, όταν πια περνάς το κατώφλι της μετά το πέρας μιας εκδήλωσης. Μαζί με τον αέρα που ανασαίνεις νιώθεις πως εισχωρεί σε όλο σου του είναι και μια αιθέρια πνοή αναμνήσεων, γνώσεων και ιστορικής κληρονομιάς.

Μια τέτοια εμπειρία ήταν και το αφιέρωμα του Σαββάτου (28/2) στον σπουδαίο Λάκωνα στιχουργό, ποιητή και συγγραφέα Φώντα Λάδη, ενός ανθρώπου που η επαναστατική του ποίηση δεν έπαψε ποτέ να πυροδοτεί εξεγέρσεις, αγώνες κοινωνικής δικαιοσύνης και όνειρα για έναν καλύτερο, πιο αλληλέγγυο κόσμο.

Οι συντελεστές της βραδιάς, άνθρωποι των γραμμάτων και με βαθιά γνώση και επίγνωση της ζωής και του έργου του κ. Λάδη από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λακωνίας, μίλησαν για την ποίησή του και το, σκοτεινό, ιστορικό πλαίσιο που τη γέννησε.  Η ποιήτρια Παναγιώτα Λάσκαρη, με μια ομιλία που βύθισε το κοινό στα άδυτα της ψυχής  της ποίησης του κ. Λάδη, ανέδειξε με τον πιο γοητευτικό τρόπο το έργο του ποιητή. Η δική μου γενιά, δυστυχώς, δεν είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά ιστορικά «μεγαθήρια» τέχνης, όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Λοϊζος, ο Ρίτσος, ανθρώπους που συνύφαναν την τέχνη τους με το κοινωνικό χρέος και τους αγώνες για ελευθερία. Το να μας δίνεται, λοιπόν, η ευκαιρία όχι απλά να βρεθούμε στον ίδιο χώρο μ έναν τέτοιο σπουδαίο άνθρωπο, αλλά να συνομιλήσουμε μαζί του και να μπορούμε να πούμε ότι αγγίξαμε ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, είναι μια εμπειρία ζωής που θα έχεις να διηγείσαι με καμάρι. Και σε αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια, και ευχαριστώ, στην ΠΕΣ.

Όπως αξίζουν θερμά συγχαρητήρια επίσης και στο Μουσικό Σχολείο Σπάρτης, που όντας συνδιοργανωτές, μας χάρισαν μια υπέροχη συναυλία με αγαπημένα, μελοποιημένα ποιήματα του Φώντα Λάδη, παρασύροντας το κοινό να τραγουδήσει και αυτό μαζί τους.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως ο κόσμος πραγματικά δεν ήθελε να φύγει και παρά τη σχεδόν 3ωρη διάρκεια, σαν η δίψα γι’ αυτή τη συνάντηση πολιτισμού να μην καταλάγιασε. Γιατί, κακά τα ψέματα, όταν γίνεσαι κομμάτι μιας τέτοιας εμπειρίας, αναγεννιέσαι και η μαζί σου γεννιέται και μια ακόρεστη θέληση για δράση και δημιουργία.

Ο λόγος όμως τώρα στον ίδιο τον Φώντα Λάδη, ο οποίος, εν αναμονή της συνέντευξης που θα δημοσιευτεί προσεχώς, μας τίμησε παραχωρώντας μας το κείμενο της ομιλίας του, μια νοσταλγική διήγηση με φόντο τη Σπάρτη μιας περασμένης εποχής, τότε που η επαρχία είχε ακόμα έναν αέρα αθωότητας.

Ιλέην Ρήγα

Φώντας Λάδης: «Το νόημα αυτών που σιγά σιγά κατάλαβα και κατάκτησα, το ένιωσα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, [...] σε πολλά αποσπάσματα της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου και, κυρίως, στη “Ρωμιοσύνη”».

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Κάθε άνθρωπος καθορίζεται από πολλά πράγματα στη ζωή του. Ένα από αυτά είναι και οι πόλεις, οι κατοικημένοι τόποι γενικότερα, όπου ο καθένας έζησε όχι μόνο την παιδική του ηλικία αλλά και την κατοπινή ζωή του. Εγώ είχα την τύχη –έτσι θέλω να το βλέπω– να ζήσω σε πολλές πόλεις και μάλιστα σε πολλές διαφορετικές γειτονιές αυτών των πόλεων.

Γεννήθηκα στη Σπάρτη μέσα στην Κατοχή, όπου ο πατέρας μου, που ήδη υπηρετούσε ως φιλόλογος στην Αθήνα, ζήτησε απόσπαση στα πάτρια εδάφη για να περάσει η οικογένειά του κάπως πιο ανεκτά τη δύσκολη εκείνη περίοδο.

Αν και η καταγωγή μου ήταν από τον Αγιάννη, από τα Πακωτά, από αγροτική οικογένεια με εννιά παιδιά, νοίκιασε τότε σπίτι στη Σπάρτη και εκεί γεννήθηκα, στο συνοικισμό Νταγρέικα.

Όμως ο πόλεμος τελείωσε και ξαναβρεθήκαμε στην Αθήνα, στα Πατήσια, στην περιοχή του Αγίου Λουκά.

Εκεί έζησα τα πρώτα μου παιδικά χρόνια. Στα έξι μου βρέθηκα για δύο χρόνια στη Χίο, πάλι λόγω μετάθεσης του πατέρα μου, που διορίστηκε εκεί ως γυμνασιάρχης. Μετά πάλι Αθήνα, Πατήσια, μετά Χαλάνδρι, μετά Βριλήσσια, μετά Γαλάτσι, από εκεί Καλλιθέα και εκεί, στα 15 μου, βρέθηκα στη Δράμα, μια σχετικά άγονη, συντηρητική όπως και η Σπάρτη, πόλη, σε μια περιοχή πληγωμένη και αυτή από τη λαίλαπα της μετανάστευσης. Αλλά μια πολύ όμορφη, ανοιχτόκαρδη και φιλόξενη πόλη. Εκεί συνειδητοποιήθηκα κοινωνικά, πολιτικά αλλά και καλλιτεχνικά, αφού πρόλαβα να εκδώσω –με πρωτόγονα μέσα– δύο διαφορετικές σχολικές εφημερίδες, να δημοσιεύσω διηγήματά μου στο τοπικό τύπο και να γίνω τακτικός ανταποκριτής –εποχή δόξας Δράμας γαρ– στο πρώτο μηνιαίο αθλητικό περιοδικό που έβγαινε στην Αθήνα, στα «Αθλητικά Χρονικά».

Έτσι η Δράμα πέρασε στη συνείδησή μου –αφού εκεί πέρασα την εφηβεία μου– σαν η δεύτερη πατρίδα μου.

Και η πρώτη πατρίδα;

Θα μπορούσε άραγε να είναι η Αθήνα;

Όχι ασφαλώς.

Κατηγορηματικά όχι.

Δεν είναι το ότι γεννήθηκα στη Σπάρτη, αφού, όπως είπαμε, αλλού μεγάλωσα και έζησα. Είναι που εδώ ήρθα και ξαναήρθα σε διαφορετικές εποχές για μία ανανέωση ενός δια βίου δεσμού.

Ας δούμε την πρώτη περίοδο αυτής της σχέσης. Είναι τα καλοκαίρια στη Σπάρτη στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και ως την εφηβεία, τότε που κάθε χρόνο οι γονείς μου με έστελναν για δυο ή και τρεις μήνες «πακέτο» στη Σπάρτη, για να περάσω με το σόι του πατέρα μου – στον Αγιάννη, στα Πακωτά.

Το φιλμ αυτό των αναμνήσεων ξεκινάει από την αφετηρία, σε μια γωνία με την Αγίου Κωνσταντίνου, στην Αθήνα.

Ένα στρογγυλομούτσουνο λεωφορείο που αγκομαχούσε, βαρυφορτωμένο με βαλίτσες, νταμιτζάνες, κοφίνια και άλλα πράγματα στο εξωτερικό μέρος της οροφής. Και μέσα, και από τις δύο πλευρές, δίπλα στα παράθυρα δυο επιγραφές: «Απαγορεύεται το καπνίζειν» και «Απαγορεύεται το πτύειν».

Και μπρος μας - και ολόγυρα - πρώτα οι φοβερές στροφές στην Κακιά Σκάλα - εκεί η πρώτη ζαλάδα με τις συνέπειές της- μετά Ο Ισθμός, το Άργος, τα Δερβενάκια, ο Αχλαδόκαμπος, φοβερός και ατέλειωτος και αυτός, όλο στροφές, η Τρίπολη, μετά -για στάση- το Χάνι της Χρήσταινας, κάπως έτσι, νομίζω ότι λεγόταν. Και, κάθε τόσο, οι διαφημιστικές, δίχρωμες ή τρίχρωμες διαφημίσεις, από ασβέστη, σε κάποιες μεγάλες, μακρόστενες μάντρες. Και κάποτε, μετά από 7-8 ώρες, η Σπάρτη.

Εκεί με παραλάμβανε από το ΚΤΕΛ ο νονός μου, ο μηχανικός Θωμάς Λαδόπουλος, για να με πάει με τα πόδια μες στο σκοτάδι ως τον Αγιάννη. Τότε στην ύπαιθρο δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Όταν κουραζόμουν, με έπαιρνε λίγο και στην πλάτη του και με παρέδιδε στους Λαδαίους που,

ειδοποιημένοι από μέρες πριν, με περίμεναν καθισμένοι στο πεζούλι, μπροστά στο πηγάδι. Και, όταν πλησιάζαμε και αφουγκραζόντουσαν τα βήματά μας, άκουγες ξαφνικά μέσα από το σκοτάδι. « Ο Φώντας!».

Αυτό, λοιπόν, γινόταν δυο μήνες τουλάχιστον κάθε χρόνο.

Στο πατρικό σπίτι (ο παππούς και η γιαγιά ζούσαν ακόμα) και κάθε μέρα στα χωράφια, τρέχοντας πίσω απ' τα ξαδέρφια μου, γινόμουν κοινωνός της καθημερινή ζωής.

Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος της σχέσης μου με την πόλη αυτή.

Η δεύτερη ξεκινάει 20 χρόνια περίπου αργότερα. Είναι η δεκαετία 1980-1990. Στο ενδιάμεσο έχω ζήσει την πρώτη πολιτική και καλλιτεχνική μου περίοδο μέσα στη δίνη της φοβερής εκείνης δεκαετίας του '60.

Μεσολαβεί στη δικτατορία μια εξάχρονη περίοδος αυτοεξορίας στη Ρώμη.

Και μετά, γυρίζοντας -με την αμνηστία του '73- από τη Ρώμη στην Αθήνα, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων του Πολυτεχνείου, της δεύτερης χούντας, των γεγονότων της Κύπρου και της μεταπολίτευσης.

Στη συνέχεια ζήσαμε, εγώ και η γενιά μου, μια νέα περίοδο, επίσης ενδιαφέρουσα, όπου κληθήκαμε, τριαντάρηδες και σαραντάρηδες πια, να συμμετάσχουμε εκ νέου στα πολιτικά και καλλιτεχνικά δρώμενα.

Τότε ακριβώς αρχίζω σιγά-σιγά να επιστρέφω στη Σπάρτη. Τώρα όμως ο συνδετικός κρίκος δεν υπάρχει. Τα ξαδέρφια μου, τα περισσότερα, έχουν ξενιτευτεί στην Αμερική και στον Καναδά. Τα Πακωτά έχουν κυριολεκτικά αδειάσει. Ταυτόχρονα, στην προσωπική μου ζωή έχουν γίνει αλλαγές. Έχει μεσολαβήσει ένα γάμος και ένα διαζύγιο. 'Έχω το πρώτο μου παιδί, μια κόρη, στην οποία προσπαθώ να μεταλαμπαδεύσω τις μνήμες μου από τα παιδικά χρόνια τα καλοκαίρια στη Σπάρτη.

Ταυτόχρονα η πολιτική μου ένταξη και η υποψηφιότητά μου στις εκλογές του 1981 με το ΚΚΕ στη Λακωνία με οδηγεί να γνωρίσω και να κάνω νέους, σταθερούς φίλους.

Στην προεκλογική εκστρατεία που κάναμε στη Σπάρτη πόρτα - πόρτα και στην υπόλοιπη Λακωνία χωριό - χωριό γνωρίζομαι με πολύ κόσμο της Σπάρτης και κάνω γνωριμίες με άτομα και οικογένειες από όλο το πολιτικό φάσμα.

Ποιος όμως να με φιλοξενήσει στον συντηρητικό Αγιάννη την προεκλογική περίοδο με αυτή την πρόσκαιρη ιδιότητά μου του αριστερού υποψήφιου; Άλλωστε και εγώ δε θέλω να φέρω σε δύσκολη θέση κανένα.

Μένω λοιπόν στο σπίτι του Πανάγου του Φραγκή, συνυποψήφιού μου, στο Ξηροκάμπι.

Για να καταλάβετε το κλίμα. Στην προεκλογική ομιλία μου στην κεντρική πλατεία της Σπάρτης, ένας θείος μου, αδερφός του πατέρα μου που κάνει εκείνη την ώρα βόλτα στο υπόλοιπο μέρος της πλατείας, όταν κάποιος τον ρωτάει αν είμαι συγγενής του, του λέει ότι είναι συνωνυμία...

Ωστόσο, υπάρχουν και οι αντίστροφες διεργασίες. Μας πλησιάζει πολύς κόσμος για γνωριμία και έναν διάλογο. Κάποιες πρώτες ρωγμές και αλλαγές στις συνειδήσεις έχουν γίνει.

Εκμεταλλεύομαι τα χρόνια που ακολουθούν για να μάθω καλύτερα την πόλη, την ιστορία και τους ανθρώπους της, να περιηγηθώ τη Λακωνία ως τη Νεάπολη και ως το Ταίναρο και να συλλέξω στοιχεία και ερεθίσματα για τα μελλοντικά πεζογραφικά μου σχέδια.

Έτσι, λοιπόν, έρχεται σαν φυσιολογική συνέχεια, χωρίς διακοπή, η τρίτη περίοδος της σχέσης μου με τη Σπάρτη, που αρχίζει περίπου το 1990 και διαρκεί, αυτή τη φορά, πολύ περισσότερο, ως το 2010.

Εκεί, προς το τέλος της δεύτερης περιόδου, θα έβαζα και τη γνωριμία μου με μια άλλη πλευρά της Σπάρτης, κάποιες παρέες διανοουμένων και με την όποια νυχτερινή ζωή της πόλης. Είναι η εποχή που όλοι σχεδόν σύχναζαν στην «Αργώ», τότε που την είχαν ο Δημήτρης Καπερώνης και ο Γιάννης Τσέρτος.

Στο μεταίχμιο των δυο περιόδων, μεσολαβεί ένας δεύτερος γάμος. Το καινούργιο σόι είναι από τη Βορδόνια. Ευκαιρία, λοιπόν, να γνωρίσω ακόμα καλύτερα και τη βόρεια πλευρά του Ταϋγέτου.

Η τρίτη περίοδος, που έχει λοιπόν αρχίσει, συνδυάζεται με την απόκτηση ενός εξοχικού στο Κυπαρίσσι της Λακωνίας. Ευκαιρία τώρα να γνωρίσω όλη τη νοητή γραμμή του Πάρνωνα, από τη γέφυρα του Ευρώτα ως την περιοχή του Ζάρακα. Νέες βιωματικές εμπειρίες -δύο παιδιά έχουν ακόμα γεννηθεί- και νέα ερεθίσματα για το συνεχώς διευρυνόμενο και, όλο και πιο φιλόδοξο, πεζογραφικό μου έργο.

Αλλά είναι και ο Ταΰγετος από την άλλη μεριά. Με προτροπή του Γιάννη Τσέρτου, που του άρεσαν οι πεζοπορίες, και την καθοριστική συμβολή του νέου μου κουμπάρου του Τάκη, του Παναγιώτη Τσέτσεκα, επισκέπτομαι την Αναβρυτή, πατρίδα του παππού μου, το Σοχά, τα Λακκώματα, Τα Πέντε Αλώνια και όλες τις γύρω τοποθεσίες.

Η πιο σημαντική -ή έστω εξίσου σημαντική- εμπειρία που είχα όμως αναφορικά με τη σχέση που έχω με τη Σπάρτη, ήταν η υλοποίηση μιας ιδέας που είχε μέσα μου ωριμάσει. Μιλάω για την προεργασία και τη μελέτη για την έκδοση του λευκώματος «Η Σπάρτη ανάμεσα σε τρεις αιώνες» που κράτησε τουλάχιστον δύο χρόνια. Ήταν μια πέρα για πέρα συλλογική δουλειά, που ανασκάλεψε τα σεντούκια, τις μνήμες και τις γνώσεις δεκάδων, αν όχι εκατοντάδων, Σπαρτιατών.

Μέσα από αυτή τη δουλειά, που υιοθετήθηκε και στηρίχτηκε από την πρώτη στιγμή από τον τότε δήμαρχο Δημοσθένη Ματάλα, γνώρισα σε βάθος και έκανα φίλους ένα ολοζώντανο κομμάτι της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της πόλης, που κάποιους, βέβαια, τους ήξερα ήδη. Τη Γεωργία Κακούρου - Χρόνη, το Γιώργο Γιαξόγλου, την Πέπη Γαβαλά, τον Βαγγέλη Μητράκο, τον Κώστα Δρογκάρη, το Βαγγέλη Παπαγιαννόπουλο, την Ανίτα τη Λούβη, το Γιάννη Καπετανάκη, τον Δημήτρη Πετσετίδη, το Γιώργο Γάββαρη, τον Πάνο Παπαδολιά, τον Αποστόλη Γεροντίδη και αρκετούς άλλους.

Αλλά και μια ομάδα νέων ανθρώπων που μαζί χτυπήσαμε τις πόρτες των παλιών αρχοντικών, των παλιών οικογενειών της πόλης, που πρόθυμα όλοι τους συνέβαλαν στη συγκέντρωση του πολύτιμου αυτού υλικού. Να πω εδώ δυο ονόματα. Τη Χαρά Γιαννακάκη και την Μαρία Αποστολάκου.

Μέσα από αυτή την εμπειρία έμαθα πολλά για τη νεότερη Σπάρτη, για την ιστορία των ανθρώπων και των κτιρίων και την αλληλουχία των τοπικών γεγονότων από το 1834 ως τις μέρες μας.

Αν ήθελα να θυμηθώ κάτι ακόμα σημαντικό από αυτή την περίοδο, θα ήταν ο διαγωνισμός, το 2008 «Γράφω για την πόλη μου» σε όλα τα γυμνάσια και λύκεια της ευρύτερης περιοχής που διοργάνωσα πάλι, δηλαδή η Εταιρεία «Μνήμες», με την αρωγή αρκετών ντόπιων φίλων, της Μεταξίας Αποστολοπούλου, καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης, τοπικών παραγόντων και της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σπάρτης και προσωπικά της διευθύντριάς της Ελένης Τζινιέρη- Τζανετάκου.

Αλλά να θυμηθώ και ακόμα μία εκδήλωση, αφιερωμένη αυτή τη φορά στο έργο μου, στο Μουσικό Γυμνάσιο της Σπάρτης το 2009, όπου οι μαθητές με καθοδήγηση των καθηγητών και κυρίως του Κώστα Τσεμπελή, όχι μόνο απέδωσαν τραγούδια σε ποίηση δική μου, αλλά μελοποίησαν κιόλας ένα δύο.

Τρεις περίοδοι, λοιπόν.

Να μου επιτρέψετε να ξαναγυρίσω για λίγο -και με αυτή την αναφορά να τελειώσω- στην πρώτη, την παιδική περίοδο, που με τη βοήθεια και κάποιων φωτογραφιών -του παππού της γιαγιάς, των συγγενών- στο πανηγύρι του Μυστρά στη δεκαετία του ‘50, καθώς και του βιβλιοπωλείου των Λαδοπουλαίων, απέναντι από το Παλιό Δημαρχείο, και άλλων αναδεικνύεται σε βασική περίοδο, την πιο βασική της σχέσης μου με τη Σπάρτη.

Έρχονται στη μνήμη μου, «καρέ-καρέ», όλες οι εικόνες.

Το πηγάδι στη μικρή πλατεία, με το πηγάδι στο τρίστρατο, μπροστά στο πατρικό σπίτι.

Το μπρος μέρος του σπιτιού με την αυλή, τον φούρνο και το κατώγι, την περίκλειστη αυλή με τη μεγάλη κληματαριά, και τη σκάλα που οδηγούσε στο χαγιάτι και στο κυρίως σπίτι.

Το πίσω μέρος, με τους περιορισμένους, υπαίθριους χώρους για κάθε λογής δουλειές και με τους χώρους για τα ζωντανά, δηλαδή την πίσω αυλή, που οδηγούσε στο περιβόλια.

Αριστερά, η γράνα, όπου πάντα κύλαγε νερό, και το μονοπάτι ως το χωράφι με την πλίνθινη λόντζα. Και πιο ψηλά και δεξιά, ως τη Μάνα, από όπου αντλούνταν και μοιραζόταν το νερό για το πότισμα.

Ο θόρυβος της μηχανής που έβγαζε το νερό.

Η σχετική έλλειψη εκείνη την εποχή του νερού. Στο δρόμο, παντού, τα βατράχια, οι γυρίνοι, οι γουστέρες, ο φόβος για τα φίδια.

Και πιο μακριά τα υπόλοιπα χωράφια. Ένα μικρό μποστάνι.

Και πάλι πίσω, στο πατρικό και τα άλλα, τα κοντινά σπίτια των συγγενών, όπου έπρεπε απαρεγκλίτως να τα επισκεφτώ, ένα- ένα, για να μου κάνουν το τραπέζι -τι άλλο; Κοτόπουλο μ’ ένα τεράστιο πιάτο χυλοπίτες καψαλισμένες στο βούτυρο και τριμμένη μυτζήθρα.

Και οι δουλειές.

Το μάζεμα των σύκων, το λιάσιμό τους, το γύρισμά τους στην καλαμωτή, το τσαπέλιασμα, το φτιάξιμο, το πλέξιμο της καλαμωτής.

Η μυρωδιά του τραχανά στο -πάντα κλειστό- σαλόνι των σπιτιών.

Οι χυλοπίτες. Το ζύμωμα, το άπλωμα, το κόψιμο.

Το μάζεμα και το ξελουμπούκιασμα του καλαμποκιού από σπίτι σε σπίτι ή το φτιάξιμο του πελτέ, πάλι συλλογικά -εδώ τη μία μέρα, σ’ ένα άλλο σπίτι την άλλη.

Και η νύχτα.

Χωρίς ηλεκτρικό.

Φαγητό δίπλα στη λάμπα πετρελαίου, συνήθως πατάτες τηγανιτές, ντοματοσαλάτα με άφθονο λάδι, ελιές, βρεγμένο παξιμάδι και λίγο τυρί.

Ύπνος στο στενό κρεβάτι με τα βαριά σκεπάσματα για την καλοκαιρινή ψύχρα.

Και μες στο σκοτάδι ο φόβος κάποιου σεισμού.

Αλλά και οι πρώιμες, παιδικές και εφηβικές αναλαμπές, μέσα από τα πυκνά φύλλα της μεγάλης μουριάς, όπου ήταν το τσαρδάκι, φτιαγμένο με μεγάλες καλαμωτές, προστατευμένο με κουρελούδες και μάλλινες κουβέρτες, όπου στα διαλείμματα της μέρας παίζαμε κοντσίνα και όπου οι μεγαλύτεροι δοκίμαζαν τα πρώτα τους τσιγάρα.

Και άλλες μνήμες.

Οι μουριές, τα μποστάνια, οι λιμνασμένες στέρνες, τα τζιτζίκια.

Και οι πιο μακρινές έξοδοι.

Η πεζοπορία, μέσα από παλιές αλλά μόνιμες διαδρομές προς την πλευρά του Γούναρη ως το Σκλαβοχώρι, όπου είχαμε συγγενείς.

Και, τέλος και πάνω από όλα, το πανηγύρι του Μυστρά. Πήγαινε-έλα, κάθε βράδι. Μέσ' από τα χωράφια, μες στη νύχτα με τους φακούς, 3-4 χιλιόμετρα, ένα τσούρμο μεγάλα και μικρά παιδιά, για τη ζωοπανήγυρη, για το λούνα παρκ, τη σκοποβολή, το «Γύρο του Θανάτου», την μπουζοπούλα.

Τι έμεινε από όλα αυτά;

Όλα.

Και πόσα ακόμα.

Και, κυρίως, το αίσθημα της ραθυμίας, της παραίτησης, αυτό το κοίμισμα των αισθήσεων, που σημαίνει καλοκαίρι στον κάμπο της Σπάρτης.

Κάτι που σε οδηγούσε, αν όχι στην ανεμελιά, σίγουρα στη νωχέλεια.

Όλα όσα ήταν η επαφή με τη φύση και την ύπαιθρο και ένα είδος ζωής που σου χαριζόταν, χωρίς να σου ζητιέται η συμμετοχή στις δυσκολίες της.

Το νόημα αυτών που σιγά σιγά κατάλαβα και κατάκτησα, το ένιωσα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, σε κάποια βέβαια σημεία της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου αλλά πολύ περισσότερο σε πολλά αποσπάσματα της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου και, κυρίως, στη «Ρωμιοσύνη».

Ασφαλώς αρκετά από αυτά τα βιώματα υπάρχουν, αποσταγμένα και ειπωμένα με μια πολύ περιεκτική γλώσσα, σε κάποια από τα γνωστά τραγούδια που έχω γράψει με τον Μάνο Λοΐζο, καθώς και στις πρώτες πρώτες σελίδες της ποιητικής συλλογής «Μικρές Σημαίες». Και υπάρχουν, βέβαια, και στο διήγημα «Η ζωή εν τάφω», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Μπίρα με Γρεναδίνη».

Σ' αυτό το διήγημα αποτυπώνονται όχι μόνο αυτά τα βιώματα, αλλά μέσα από το οικείο σε μένα σκηνικό της Σπάρτης, αναπαράγεται η ζωή σε κάθε μικρή -ή σχετικά μικρή- πόλη.

Τα πράγματα έχουν, φυσικά, αλλάξει από τότε που γράφτηκε το διήγημα. Ίσως όμως και όχι πολύ. Εσείς το ξέρετε καλύτερα αυτό, όπως «εμείς» ξέρουμε ό,τι θετικό ή αρνητικό γίνεται και ζούμε στις μεγάλες πόλεις.

Έτσι γίνεται πάντα. Όλα στη ζωή κινούνται σ’ ένα δίπολο αντιθέσεων. Και ο καθένας βιώνει και τις χαρές αλλά και τους περιορισμούς και τα αρνητικά, στο σημείο «εφ' ω ετάχθη».

Και η Σπάρτη έχει άφθονες χαρές, άλλες φανερές και άλλες κρυφές, αρκεί να ξέρεις να τις βρίσκεις και να τις γεύεσαι, δηλαδή να τις μετατρέπεις σε δημιουργικό έργο.

Γιατί αυτός είναι ο τόπος μας, ο τόπο σας, ο τόπος μου.

Συγγνώμη, αν δεν ανέφερα παρά μόνο λίγα ονόματα γνωστών και φίλων από όσους μου έχουν συμπαρασταθεί και έχουμε μαζί δημιουργήσει, ό,τι τουλάχιστον μπορούσαμε, για τη Σπάρτη. Αλλά τότε θα χρειαζόμουνα διπλάσιο, τουλάχιστον, χώρο και χρόνο.

Να είστε σίγουροι όμως -και να είναι σίγουροι- ότι τους έχω όλους εξίσου στην καρδιά μου. Ευχαριστώ.

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ
Του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα

Η δική σας είδηση