Είναι ένα από τα πιο γνώριμα πρόσωπα των λακωνικών γηπέδων, έχοντας καταγράψει μια μακρά διαδρομή τόσο εντός των αγωνιστικών γραμμών, όσο και στους πάγκους.
Ο Γιώργος Αναγνωστόπουλος έβγαλε το πρώτο του ποδοσφαιρικό δελτίο στην ομάδα των Ταξιαρχών Νιάτων κι ύστερα ακολούθησε μια σημαντική πορεία στα γήπεδα του νομού, φορώντας τις φανέλες του Μολαϊκού, του ΑΟ Σπάρτης, του Λεωνίδα Γλυκόβρυσης, του Ευρώτα Έλους και του Παλαιολόγου Μυστρά. Με την ομάδα της Σπάρτης αγωνίστηκε για μια πενταετία στη Γ’ Εθνική και με τις υπόλοιπες στη Δ’ Εθνική.
Αφού κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια, συνέχισε μεν να κλοτσάει την μπάλα με τους Παλαιμάχους της Σπάρτης, αλλά ταυτόχρονα κάθισε στους πάγκους τόσο σε επίπεδο ακαδημιών (Αναγέννηση Σπάρτης, Άμιλλα Αγ. Ιωάννη, ΑΕ Σπάρτης), όσο και ανδρικών ομάδων, με πρώτο σταθμό τον ΑΟ Λογγάστρας, όπου τον γνώρισα ως 16χρονος αθλητής. Ακολούθησε μια σειρά ομάδων (Κρόνος Αγ. Δημητρίου, Αστέρας Βλαχιώτη, Ολυμπιακός Γυθείου, Απόλλων Ξηροκαμπίου, Ατρόμητος Συκέας κ.ά.), μέχρι να επιστρέψει στην ομάδα του χωριού του ως προπονητής.
Φέτος, ο «Χούπης» –όπως είναι το παρατσούκλι του– κατέκτησε με τους Ταξιάρχες Νιάτων το πρωτάθλημα της Β’ Κατηγορίας Λακωνίας, κι αυτή η επιτυχία αποτέλεσε την αφορμή για τη σημερινή μας συνέντευξη. Κάντε άμυνα ζώνης, γιατί ο Γιώργος Αναγνωστόπουλος έρχεται να μας ντριμπλάρει με τις απαντήσεις του…
– Κόουτς, πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο και τι ήταν εκείνο που σε συνεπήρε στο άθλημα;
Το ποδόσφαιρο μπήκε στη ζωή μου από πολύ μικρή ηλικία. Οι πιο όμορφες παιδικές μου αναμνήσεις είναι αυτές παίζοντας με τους φίλους μου στον δρόμο, στις αλάνες ή στο γήπεδο του χωριού. Αυτό που με συνεπήρε είναι η χαρά της νίκης, αλλά και τα μαθήματα από τις ήττες.
– Ποιος ποδοσφαιριστής υπήρξε το ίνδαλμά σου και ποιος προπονητής αποτελεί πρότυπο για τη δική σου αγωνιστική φιλοσοφία;
Το ίνδαλμά μου είναι ο Μάρκο Φαν Μπάστεν. Ήταν ο παίκτης που σου έδινε την εντύπωση ότι το να βάζεις γκολ είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο· ήταν και ο λόγος που έγινα φίλαθλος της Μίλαν. Υπάρχουν πολλοί καταξιωμένοι και επαγγελματίες προπονητές. Η δική μου επιλογή είναι ένας Έλληνας προπονητής, ο Γιώργος Δώνης. Μου αρέσει η φιλοσοφία του και ο τρόπος που δουλεύει τακτικά.
– Στη μακρά ποδοσφαιρική σου καριέρα, ποια στιγμή θα ξεχώριζες ως τη σπουδαιότερη που έζησες ως παίκτης;
Είναι πολλές οι όμορφες στιγμές που έχω ζήσει σαν παίκτης. Θα σταθώ όμως στο πρώτο γκολ που έβαλα με τα χρώματα του ΑΟ Σπάρτης εναντίον του Εδεσσαϊκού. Ήταν ένα παιχνίδι για το Κύπελλο Ελλάδος με κατάμεστο το γήπεδο της Σπάρτης. Μπήκα αλλαγή, αν θυμάμαι καλά στο 70’, ενώ το σκορ ήταν 2-2, και έβαλα το νικητήριο γκολ στο τελευταίο λεπτό του αγώνα, ύστερα από ωραία πάσα του Στέργιου Κατσικά. Άκουσα τον κόσμο να φωνάζει το όνομά μου· είχα να κοιμηθώ μια εβδομάδα!

Με τη φανέλα του ΑΟ Σπάρτη τη σεζόν 1990-1991
– Πέρα από το αήττητο πρωτάθλημα που μόλις κατέκτησες με τα Νιάτα, ποια άλλη στιγμή θεωρείς ως την πιο σημαντική στην προπονητική σου πορεία;
Το πρωτάθλημα της Α’ Κατηγορίας με τον Ολυμπιακό Γυθείου το 2015-16, και η συμμετοχή του Μολαϊκού στον τελικό του Κυπέλλου Λακωνίας το 2014-15 με αντίπαλο την ΑΕ Σπάρτης.
– Σε πρόσφατη δήλωσή σου χαρακτήρισες την επιτυχία με τους Ταξιάρχες Νιάτων ως «το πιο όμορφο πρωτάθλημα». Γιατί;
Ήταν ένα πρωτάθλημα που το θέλαμε πολύ, περάσαμε δυσκολίες, δουλέψαμε αρκετά. Για μένα ήταν ξεχωριστό γιατί κατάφερα άλλη μια φορά, όπως και το 1987 σαν παίκτης, να δώσω «κάτι» στον τόπο καταγωγής μου. Το πιο σημαντικό ήταν, όμως, ότι το ζήσαμε όλοι μαζί. Ο κόσμος, η διοίκηση, οι παίκτες, όλοι ήμασταν ένα. Αυτές οι στιγμές είναι που μένουν και κάνουν ένα πρωτάθλημα αξέχαστο.
– Ποιοι είναι οι στόχοι για τους Ταξιάρχες στην Α’ Κατηγορία; Πόσο διαφορετικός θα είναι ο σχεδιασμός ενόψει της νέας σεζόν;
Τώρα πανηγυρίζουμε, χαιρόμαστε, το απολαμβάνουμε όσο πρέπει. Αλλά όταν κοπάσουν όλα αυτά, θα πρέπει να τεθούν όλα τα ζητήματα της επόμενης χρονιάς στο τραπέζι. Έτσι ώστε οι Ταξιάρχες Νιάτων να είναι μια ομάδα ανταγωνιστική. Γιατί η Α’ Κατηγορία είναι ένα δυνατό, δύσκολο πρωτάθλημα με πολύ καλές και έμπειρες ομάδες, οι οποίες βρίσκονται πολλά χρόνια στην κατηγορία.
– Φέτος συνυπήρξατε στην ίδια ομάδα με τον γιο σου, Δημήτρη. Πώς είναι να έχεις υπό τις οδηγίες σου το παιδί σου και πώς πιστεύεις ότι το βίωσε εκείνος;
Ήταν μια πολύ ιδιαίτερη και συγκινητική εμπειρία για μένα. Από τη μια πλευρά ως προπονητής έπρεπε να είμαι δίκαιος και αντικειμενικός με όλα τα παιδιά. Από την άλλη, ως πατέρας ένιωθα περηφάνια βλέποντας τον γιο μου να αγωνίζεται και να προσπαθεί για την ομάδα του χωριού μας. Πιστεύω ότι και για τον ίδιο ήταν μια δυνατή εμπειρία. Έμαθε να δουλεύει με πειθαρχία, να σέβεται τον ρόλο του προπονητή και να παλεύει για τη θέση του, όπως όλοι οι συμπαίκτες του. Σίγουρα δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά στο τέλος κρατάμε και οι δυο μας μόνο τα θετικά και τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε στο γήπεδο.

Οι πρωταθλητές Ταξιάρχες Νιάτων με τον Γ. Αναγνωστόπουλο στο τιμόνι τους
– Αν έφτιαχνες μια ιδανική ενδεκάδα από το λακωνικό ποδόσφαιρο –ανεξαρτήτως περιόδου– ποιους δέκα παίκτες θα επέλεγες για συμπαίκτες σου;
Είναι μια δύσκολη ερώτηση. Δεν θέλω να αδικήσω κάποιον εάν δεν τον αναφέρω, γιατί υπήρχαν πολλοί και αξιόλογοι Λάκωνες παίκτες. Αλλά θα πω δέκα που θα ήθελα να τους δω μαζί: 1. Σιδέρης Γιάννης (GK), 2. Οικονόμου Κώστας, 3. Σταμόγιαννος Θόδωρος, 4. Ρασσιάς Γιώργος, 5. Δερμάτης Μιχάλης, 6. Ρέντζης Παναγιώτης, 7. Κοτσάμπασης Δημήτρης, 8. Αρνιώτης Παναγιώτης, 9. Ρουμάνης Γιάννης, 10. Τζανετάκος Βασίλης.
– Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετώπισες ποτέ στα γήπεδα της Λακωνίας, ως παίκτης;
Θα ξεχωρίσω ως ομάδες τα παιχνίδια με τον Πανγυθεατικό, που είχαν πάντα χαρακτήρα ντέρμπι, και ιδιαίτερα αυτά με τη Σπάρτη, τα οποία είχαν ένταση και πάθος σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, με τον κόσμο να δίνει ξεχωριστό παλμό και να ανεβάζει ακόμα περισσότερο το επίπεδο του παιχνιδιού.
– Πριν από λίγα χρόνια ξεκινήσατε με την παλιά «φουρνιά» του λακωνικού ποδοσφαίρου την αναγέννηση του ΑΟ Σπάρτης. Ποια ήταν η ανάγκη που σας ώθησε σε αυτή την απόφαση;
Ήταν κρυφός πόθος δικός μου και του Δημήτρη Κουβούση. Πιστεύω και πολλών άλλων, αλλά εμείς οι δυο πήραμε την πρωτοβουλία να δώσουμε πάλι ζωή σε αυτόν τον ιστορικό σύλλογο, ώστε η πόλη μας να ζήσει στιγμές σαν αυτές του παρελθόντος. Μιλώντας πάντα για τον εαυτό μου, ήταν κάτι σαν… υποχρέωση, γιατί σε αυτή την ομάδα χρωστάω πολλά. Εδώ ανδρώθηκα, όχι μόνο ποδοσφαιρικά, αλλά και σαν άνθρωπος.
– Γιατί θεωρείς ότι η Σπάρτη και συνολικά η Λακωνία δυσκολεύονται να διατηρηθούν σταθερά στις επαγγελματικές κατηγορίες; Βλέπουμε σε βάθος 40ετίας μόνο μερικές βραχύβιες πορείες λακωνικών σωματείων…
Είναι μια ερώτηση που θέλει πολλή ανάλυση. Η γνώμη μου είναι ότι ενώ η Λακωνία έχει την ποδοσφαιρική φλόγα και τη δίψα να δει ομάδες σε επαγγελματικό επίπεδο, δυστυχώς δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές, ούτε το σταθερό οικονομικό υπόβαθρο για να στηρίξουν μια ομάδα σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό και βλέπουμε ομάδες «πυροτεχνήματα».
– Κλείνοντας, θα ήθελα ένα γενικό σχόλιο για το λακωνικό ποδόσφαιρο: Πού πιστεύεις ότι υστερεί σήμερα και τι θα πρότεινες για την ουσιαστική αναβάθμισή του;
Πιστεύω ότι το λακωνικό ποδόσφαιρο, και γενικά το περιφερειακό ποδόσφαιρο, περνάει μεγάλη κρίση. Και αυτό φαίνεται κάθε χρόνο από τη σταδιακή μείωση των ομάδων. Παρ’ όλες τις προσπάθειες που έχει κάνει η ΕΠΣ Λακωνίας για να έρθει η ποθητή ανάκαμψη, δυστυχώς έχουμε ακόμα πολύ αγώνα μπροστά μας. Έχω κουραστεί να βλέπω, από όταν ήμουν παίκτης, αλλά και τώρα ως προπονητής, τα ίδια δυο-τρία άτομα να ασχολούνται διοικητικά. Πιστεύω ότι τα σωματεία χρειάζονται ανανέωση με νέους ανθρώπους με όραμα, όρεξη και αγάπη για το άθλημα. Ανθρώπους να τρέξουν και να βοηθήσουν και οικονομικά. Πρέπει να καταλάβουν όλοι ότι η ύπαρξη ομάδας σε κάθε χωριό δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κοινωνική ανάγκη. Έστω και ένα παιδί να θέλει να ακολουθήσει το όνειρό του, τότε έχουμε υποχρέωση να του δώσουμε χώρο, ευκαιρία και στήριξη._
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




