Δεν είναι συνήθεις οι αποχαιρετισμοί δια λόγου για τους απλούς, καθημερινούς, γήινους ανθρώπους. Ακόμη κι αν εκείνοι, στο διάβα της ζωής τους δίχως μεγάλα κατορθώματα, αφήνουν μεγαλύτερη αγάπη να διαχυθεί από τους μεγάλους και τρανούς της Ιστορίας και της Κοινωνίας.
Και τούτο είναι μερικές φορές άδικο. Αυτή την αδικία θέλω σήμερα να αποκαταστήσω, στο μέτρο που μου αναλογεί, αποχαιρετώντας τη γιαγιά μου, Αντωνία Λαμπράκου, το γένος Χρηστάκου.
Γεννήθηκε το 1940 στο Σκλαβοχώρι (Αμύκλες). «Picolo, picolo», ήταν η μόνη ανάμνησή της από την εποχή της Κατοχής, όταν κάποιος Ιταλός στρατιώτης τη φώναζε στη γλώσσα του «μικρή». Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους παππούδες, δεν είχε ιστορίες από τον πόλεμο και την Κατοχή να μου διηγηθεί. Είχε όμως το παράδειγμα και τη στάση ζωής της να διηγηθούν για εκείνη, και να γίνουν ιστορίες. Και μια τέτοια θα ήθελα σήμερα να σας πω:
Κι έτσι θα σας μιλήσω για τον Χριστόφορο –Χριστόφορο, τι; – ένα μέλος της οικογένειάς μας, που δεν έμαθα ποτέ το επώνυμό του. Θυμάμαι, σαν παιδί, μια γεροντική φυσιογνωμία να βρίσκεται πάντα στο τραπέζι μας τις Κυριακές και τις γιορτές. Είχε την ηλικία των παππούδων μας, αλλά δεν τον λέγαμε παππού. Είχε μια αθωότητα τόσο παιδική, όμοια με τη δική μας, που πάντοτε τον αποκαλούσαμε με το μικρό του όνομα: «Χριστόφορε»!
Ήταν μια τόσο συνηθισμένη κατάσταση που δεν μου προκαλούσε εντύπωση, ούτε όταν τον εντόπιζα στα άλμπουμ των φωτογραφιών του γάμου της μάνας μου ή αργότερα όταν ήταν παρών στα γλέντια των γάμων των θείων μου.
Μεγαλώνοντας όμως θέλησα να μάθω και ρωτώντας τη γιαγιά, μου είπε πως ήταν νόθο παιδί κάποιου συγγενή του παππού μου, ορφανό από μάνα από παιδική ηλικία, που έμενε στο Ξηροκάμπι. Κάποτε κάποιος του είπε ποιοι ήταν οι συγγενείς του στ’ Ανώγεια… Κι έτσι ξεκίνησε να έρχεται στ’ Ανώγεια, στα σπίτια εκείνων που γνώριζε ως συγγενείς του, μα οι περισσότεροι τον έδιωξαν.
Έτσι, όταν κάποια στιγμή έφτασε στο σπίτι του παππού –κι εκείνος έτυχε να λείπει–, η γιαγιά τού άνοιξε την πόρτα, τον φρόντισε και τον περιποιήθηκε. Όταν επέστρεψε ο παππούς, καλόψυχος, αλλά τραχύς, της είπε:
- Αντωνίτσα, τι το μάζεψες το μουρλό εδώ;
Και η γιαγιά, μια σπιθαμή μπροστά στον λεβεντόκορμο Αλέκο Λαμπράκο, του απάντησε: «Άμα διώξεις τον χαζούλη από το σπίτι, θα φύγω κι εγώ». Και τότε ο σκληροτράχηλος αψύς άντρας υποκλίθηκε μπρος στην πηγαία καλοσύνη του Ανθρώπου. Έκτοτε, κάθε Κυριακή, ο Χριστόφορος ερχόταν με τα πόδια από το Ξηροκάμπι στην εκκλησία στ’ Ανώγεια κι ύστερα στο σπίτι της γιαγιάς· που πάντα, πέρα από ένα πιάτο φαΐ, του έβαζε πράγματα στον κόρφο του και τον φίλευε ρούχα.
Τα παιδιά της, και τα εγγόνια της αργότερα, μεγάλωσαν με την παρουσία του Χριστόφορου στο σπίτι και, δίχως να το αντιλαμβανόμαστε, εκείνη μας χάριζε απλόχερα το παράδειγμά της, έμπρακτο, καλύτερο από ξύλινες διδαχές και κηρύγματα.
Έχω πολλές ιστορίες ακόμα για τον Χριστόφορο, που μοιράστηκε η γιαγιά μαζί μου, αλλά γιαγιούλα μου καλή, θα τις κρατήσω για εμάς. Και θα σε σκέφτομαι κάθε φορά που θα συναντώ κάποιον «Χριστόφορο» εκεί έξω.
Από όταν ήμουν μικρός θυμάμαι τρεις φράσεις από τη γιαγιά μου.
- Την κοινή, που έκρυβε όμως πολλή αγάπη: «Του παιδιού μου το παιδί, δυο φορές παιδί μου»,
- την προσωπική και ευρηματική: «Το τελευταίο μου παιδί, το πρώτο μου εγγόνι», καθώς τούτη ήταν η σειρά που μας είχε αποκτήσει,
- και την αποφθεγματική, που ως παιδί μου φαινόταν λίγο αστεία:
«Τους γέρους να κοροϊδεύετε, γιατί θα γεράσετε κι εσείς.
Τους χαζούς να μην τους κοροϊδεύετε ποτέ, γιατί τους έκανε έτσι ο Θεός».
Η τελευταία, μια φράση δίχως σύγχρονες φιοριτούρες καθωσπρεπισμού στην εκφορά της, με λέξεις απλές, χωρικές, που έδειχνε την καθαρότητα του Ανθρώπου σε μια εποχή πιο αθώα, και περιέκλειε μέσα της λαϊκή σοφία, αριστοτελική φιλοσοφία, χριστιανική διδαχή και, εν τέλει, την ουσία της ζωής.
Ως λίγο πριν το τέλος, λίγο πριν το μυαλό κι ο νους την εγκαταλείψουν τελείως, κάναμε πράξη αυτή τη ρήση της. Εγώ σαν μεγάλο παιδί την τσιγκλούσα και την πείραζα κι εκείνη μου έλεγε παιχνιδιάρικα «ρε, κοροϊδεύεις τη γριά γιαγιά σου;».
- Γιαγιά, τους γέρους να τους κοροϊδεύουμε, γιατί θα γεράσουμε κι εμείς…
- Σωστά, παιδάκι μου. Τους χαζούς να μην κοροϊδεύουμε, γιατί τους έκανε έτσι ο Θεός.
Όταν πια σταμάτησε να θυμάται το όνομά μου, κάποιο απόγευμα που βρισκόμασταν στο σπίτι μαζί με τη μάνα μου, μας κοίταζε εναλλάξ και χαμογελούσε αμήχανα, δίχως να θυμάται πώς να μας προσφωνήσει. Χαμογέλασε, κάποια στιγμή, πονηρά και λέει: «Κοίταξε να δεις: έχω εδώ το τελευταίο μου παιδί, το πρώτο μου εγγόνι».
Όταν πια το μυαλό δεν ανταποκρινόταν, αλλά μόνον η ψυχή ένιωθε, δεν έπαψε να λαμβάνει αγάπη από τα παιδιά της που, ως το τέλος, της χάιδευαν την ψυχή μέσω του προσώπου και των χεριών.
Η γιαγιά άνοιξε την πόρτα στον Χριστό, όταν της την χτύπησε ρακένδυτος και φτωχός ως ζητιάνος, και δεν την έκλεισε ποτέ. Κι αυτό είναι που άφησε ως παρακαταθήκη σε εμάς.
Ελπίζω να αφήνεις πίσω σου καλούς ανθρώπους, χρηστούς και χρήσιμους στην κοινωνία, αν κι όλοι θα κριθούμε στο τέλος από τον διπλανό μας.
Αντίο, καλέ μου άνθρωπε.
«Το τελευταίο σου παιδί και το πρώτο σου εγγόνι» σε χαιρετά…




