Ψάχνοντας τον πατέρα μου… Είκοσι χρόνια μετά

Κυριακή, 20 Σεπτέμβριος 2026 10:39 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ψάχνοντας τον πατέρα μου… Είκοσι χρόνια μετά

Γράφει η Ειρήνη Χιώτη

Είκοσι χρόνια.

Και όσο πλησιάζει η 20ή Σεπτεμβρίου, τόσο περισσότερο αισθάνομαι την ανάγκη να ψάξω ξανά τον Ανδρέα Χιώτη. Όχι τον δημοσιογράφο, τον συνδικαλιστή, τον άνθρωπο της αυτοδιοίκησης, του αθλητισμού, του πολιτισμού. Αυτούς τους γνωρίζω πια μέσα από τα αρχεία, τις εφημερίδες, τις φωτογραφίες, τα δημοσιεύματα, τις μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν μαζί του ένα κομμάτι της ζωής του.

Ψάχνω τον άνθρωπο. Και, μέσα από εκείνον, ξαναψάχνω τον πατέρα μου.
Γιατί μεγαλώνοντας κατάλαβα κάτι· πως όταν είσαι παιδί, δεν γνωρίζεις πραγματικά τον γονιό σου. Γνωρίζεις τον δικό σου άνθρωπο. Τον πατέρα που υπάρχει στο σπίτι, που μιλάει, γελάει, θυμώνει, κάνει πλάκα, φεύγει για τη δουλειά και ξαναγυρίζει.

Και τώρα, είκοσι χρόνια μετά, προσπαθώ να ενώσω αυτόν τον πατέρα με τον άνθρωπο που γνώριζαν οι άλλοι.

Θυμάμαι πρώτα απ’ όλα το λεπτό του χιούμορ. Εκείνο το χιούμορ που δεν χρειαζόταν να είναι δυνατό για να είναι αστείο. Μια ματιά, μια φράση, ένας μορφασμός, μια παρατήρηση την κατάλληλη στιγμή. Ήξερε να βρίσκει το αστείο εκεί όπου οι περισσότεροι δεν το έβλεπαν.

Και θυμάμαι τον ίδιο. Ψηλός, καμαρωτός, λεβέντης. Ίσως, τελικά, περισσότερο «ψηλός» στη σκέψη και στην παρουσία του απ’ όσο στο αληθινό του μπόι. Με εκείνο το γοργό περπάτημα που τον χαρακτήριζε. Μόνο που το γοργό περπάτημα δεν σήμαινε ότι έφτανε και γρήγορα.

Η απόσταση του ενάμισι χιλιομέτρου μέχρι την κεντρική πλατεία μπορούσε να χρειαστεί μία και δύο ώρες. Γιατί οι καλημέρες κάτω από τις νερατζιές μετατρέπονταν σε ολιγόλεπτες συζητήσεις. Κι οι συζητήσεις σε άλλες συζητήσεις. Ο δρόμος ήταν γεμάτος ανθρώπους που γνώριζε και που τον γνώριζαν. Αργότερα, τα ταξί έγιναν το πιο προσφιλές καθημερινό του μέσο. Η διαδρομή ήταν πλέον ολιγόλεπτη, αλλά η κουβέντα με τον οδηγό παρέμενε, ως μία από τις δικές του πηγές ενημέρωσης και δημοσιογραφικής έμπνευσης.

Ο δρόμος. Η πλατεία. Το ταξί. Ο άνθρωπος απέναντί του.
Γιατί ήταν ένας άνθρωπος που του άρεσαν οι άνθρωποι.

Μπορούσε να καθίσει και να μιλήσει με έναν απλό λαϊκό άνθρωπο, με έναν έμπορο, έναν εργάτη, έναν αθλητή, έναν διανοούμενο, έναν πολιτικό, έναν ιερωμένο. Δεν είχε στεγανά. Ούτε κοινωνικά, ούτε κομματικά, ούτε ιδεολογικά. Δε χρειαζόταν να τους κατατάξει κάπου για να τους εκτιμήσει. Αυτό το έβλεπα από μικρή και με σημάδεψε. Το θαύμαζα. Άλλωστε, ήταν το είδωλό μου.

Αργότερα κατάλαβα ότι αυτή η ικανότητά του να συνομιλεί με ανθρώπους διαφορετικών αντιλήψεων δεν ήταν απλώς κοινωνικότητα. Ήταν κομμάτι του χαρακτήρα του. Γι’ αυτό και άνθρωποι που πολιτικά βρίσκονταν απέναντί του μπορούσαν να του μιλούν με θαυμασμό και σεβασμό.

Θυμάμαι και τους δικούς του ανθρώπους.

Τη σχέση του με τον νονό μου, τον Γιάννη Φιλιππόπουλο. «Φιλία» είναι λίγη λέξη γι’ αυτό που τους συνέδεε. Ήταν κάτι σχεδόν αδελφικό. Σχεδόν σιαμαίο. Μια σχέση βαπτισμένη στην πνευματικότητα της «μονής της μετανοίας τους» όπως του άρεσε να χαρακτηρίζει την Ι.Μ. των Αγίων Τεσσαράκοντα που τόσο συχνά μαζί επισκέπτονταν. Δεσμός με εμπιστοσύνη, συντροφικότητα, πείραγμα, κοινές διαδρομές και εκείνη τη σπάνια οικειότητα των ανθρώπων που δεν χρειάζεται να εξηγούν πολλά ο ένας στον άλλον.

Και δίπλα του, όλα αυτά τα χρόνια, η σύντροφός του, η μάνα μας. Το στήριγμά του. Διακριτική, μα ισχυρή παρουσία. Εκεί, σε κάθε απόφαση, σε κάθε δυσκολία, σε κάθε διαδρομή. Ένας άνθρωπος που δεν χρειαζόταν να βρίσκεται μπροστά για να είναι απολύτως παρών.

Του άρεσαν και τα γλέντια. Κάθε χρόνο, στη γιορτή του, το σπίτι μας άνοιγε. Φίλοι, συγγενείς και γνωστοί, συνεργάτες, άνθρωποι από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές παρέες περνούσαν από το σπίτι. Κι εγώ μεγάλωνα μέσα στην αίσθηση ότι το σπίτι δεν ήταν ακριβώς μόνο δικό μας. Ήταν ένας τόπος συνάντησης.

Θυμάμαι τις εκδρομές που οργάνωνε με την Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Λακωνίας. Όλη η Λακωνία ήταν γι’ αυτόν ένας τόπος που άξιζε να γνωρίσεις, να περπατήσεις, να μάθεις την ιστορία του, να ακούσεις τους ανθρώπους του.

Και μάλλον γι’ αυτό δεν μπορώ να τον θυμηθώ ποτέ μόνο μέσα σε ένα γραφείο, πίσω από μια εφημερίδα. Ήταν διαρκώς έξω. Ανάμεσα στους ανθρώπους. Ανάμεσα στις ιστορίες τους.

Και κάπου εδώ έρχεται στο μυαλό μου ο Σεβασμιώτατος Ευστάθιος.
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η ανάμνηση αυτή έχει για μένα μια ιδιαίτερη σημασία. Η 20ή Σεπτεμβρίου, η ημέρα που έφυγε ο πατέρας μου, είναι η ημέρα της γιορτής του Αγίου Ευσταθίου. Ημερομηνία που έμεινε μέσα μου σαν ένα παράξενο σημάδι της σχέσης εκτίμησης και σεβασμού που είχαν οι δυο τους.

Θυμάμαι ακόμη την ημέρα που ο Μητροπολίτης τον τίμησε με τον Μεγαλόσταυρο του Αγίου Νίκωνος, ύστερα από μια προσπάθεια μέσα από το ΛΑΚΩΝΙΑ FM, να συγκεντρωθεί ένα σημαντικό ποσό για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Μητρόπολης. Κι είναι η αφορμή εκείνη η βράβευση, για να μην σκέφτομαι τόσο το παράσημο, αλλά τον τρόπο. Τον τρόπο με τον οποίο εκείνος αξιοποιούσε ό,τι είχε στα χέρια του -μια εφημερίδα, ένα ραδιόφωνο, μια γνωριμία, μια κουβέντα- για να κινητοποιήσει ανθρώπους για κάτι που θεωρούσε σημαντικό.

Κι ύστερα επιστρέφουν σε μένα μικρές εικόνες.
Όπως εκείνη η βραδιά μου πριν από κάποια χρόνια σε ένα μπαλκόνι μεταξύ αγνώστων. Όταν χρειάστηκε να συστηθώ, ένας από τους ανθρώπους με κοίταξε για λίγο και, σχεδόν διακριτικά, δάκρυσε. Δεν τον γνώριζα. Εκείνος όμως στο επώνυμό μου θυμήθηκε τον άνθρωπο που τον ενέπνευσε να ασχοληθεί και να διακριθεί στον αθλητισμό πολλά χρόνια πριν.

Και εκείνη τη στιγμή ένας άγνωστος άνθρωπος μου επέστρεψε μια μικρή ψηφίδα από τον πατέρα μου.
Αυτές οι στιγμές με κάνουν σήμερα να πιστεύω πως ένας άνθρωπος δεν ανήκει μόνο στην οικογένειά του. Ανήκει, με έναν τρόπο, και στους ανθρώπους που άγγιξε.

Κι ύστερα υπάρχει ο Θεολόγος. Οι ρίζες του. Η αγάπη του για τον τόπο απ’ όπου ξεκίνησε.
Η δική μου παιδική δυσφορία για τον δρόμο που οδηγούσε εκεί -εκείνη η διαδρομή που μου φαινόταν ατελείωτη- και απέναντι η δική του χαρά κάθε φορά που έφτανε.

Το σπίτι πάνω από το χωριό. Η θέα. Ολόκληρη η σπαρτιάτικη κοιλάδα μπροστά μας. Ο Ταΰγετος.

Εκείνος το χαιρόταν με έναν τρόπο που τώρα πια μπορώ να διαβάσω διαφορετικά. Ήταν σαν να επέστρεφε εκεί όχι απλώς για να ξεκουραστεί, αλλά για να ξαναβρεί κάτι δικό του, από τις ρίζες του. Αυτές που αναζητώ κι εγώ, είκοσι χρόνια μετά, επιστρέφοντας όλο και πιο συχνά στο ίδιο σπίτι. Σαν να ψάχνω ανάμεσα στη σιωπή του βουνού και στις παλιές εικόνες τα ίχνη τους.

Στις ρίζες που φτάνουν μέχρι την οικογένειά μας. Εκεί που χώρεσαν οι απώλειες μαζί με τις χαρές μας. Ο Χρήστος που έφυγε πολύ νέος. Ο ερχομός της Χριστιάνας που μας έδωσε έναν καινούργιο λόγο να κοιτάμε μπροστά.

Και συνεχίζουν, στα εγγόνια που ήρθαν μετά από εκείνον και δεν πρόλαβε να γνωρίσει. Ο Ανδρέας, κιόλας στα 18 του με ρωτά γι’ αυτόν, θέλει να τον γνωρίσει μέσα από εμένα. Με ρωτά πώς ήταν, πώς μιλούσε, τι τον έκανε να γελάει, ποιοι ήταν οι άνθρωποί του, πώς ήταν μια συνηθισμένη μέρα μαζί του.

Κι έτσι καταλαβαίνω πως η μνήμη δεν είναι μόνο ό,τι κρατάμε μέσα μας. Είναι και ό,τι προλαβαίνουμε να παραδώσουμε σε εκείνους που δεν είχαν την ευκαιρία να το ζήσουν.

Είναι ο λόγος που επιστρέφω ξανά και ξανά στις ίδιες εικόνες. Για να μη μείνει ένας άνθρωπος μιας ολόκληρης ζωής μόνο μέσα στις ημερομηνίες και στα αρχεία, αλλά να υπάρχει και στις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν έναν άνθρωπο αληθινό.

Στο γοργό του περπάτημα. Στις στάσεις κάτω από τις νερατζιές. Στο ταξί που γινόταν μια ακόμη μικρή αίθουσα σύνταξης. Στο γέλιο του. Στους φίλους του. Στον άνθρωπο πίσω από τους τίτλους, τις θέσεις, τις εφημερίδες, τις εκπομπές, τα σωματεία, τις συνεδριάσεις και τις φωτογραφίες. Με τις αδυναμίες του μαζί με τις αντοχές του. Με τις εμμονές του μαζί με τα όνειρά του. Με τις συγκρούσεις του και τις ήττες του. Τις επαναστάσεις του και τους συμβιβασμούς του. Με τους συγκλονισμούς που έγιναν σιωπές. Στη μάνα μας, τη σιωπηλή κολώνα του. Στον Θεολόγο και στον Ταΰγετο. Και ίσως, τελικά, σε όλα εκείνα που δεν καταγράφηκαν ποτέ.

Δεν ξέρω αν είκοσι χρόνια είναι πολλά ή λίγα για να γνωρίσεις ξανά έναν άνθρωπο που έχει φύγει. Ξέρω μόνο πως όσο περνά ο καιρός, η απουσία του αλλάζει μορφή.

Από πόνος γίνεται μνήμη. Από μνήμη γίνεται ερώτηση. Και κάποτε η ερώτηση γίνεται ανάγκη να τον ψάξεις. Όχι για να τον φέρεις πίσω. Ούτε για να τον αγιογραφήσεις. Αλλά για να συνεχίσεις να τον συναντάς εκεί όπου εξακολουθεί να υπάρχει. Στους ανθρώπους που τον θυμούνται. Στις λέξεις που άφησε. Στις ιστορίες που ακόμη λέγονται. Στα παιδιά του. Στα εγγόνια του που ρωτούν. Και, ίσως περισσότερο απ’ όλα, σε εκείνα τα παράξενα μικρά πράγματα που δεν ξέρεις πότε ακριβώς έγιναν μνήμη.

Είκοσι χρόνια μετά, δεν ψάχνω πια να βρω τον πατέρα που έχασα.

Ψάχνω τον άνθρωπο που υπήρξε, πριν γίνει η δική μου ανάμνηση. Και κάθε φορά που τον πλησιάζω λίγο, μέσα από μια λέξη, μια ιστορία, ένα βλέμμα κάποιου άλλου, αισθάνομαι πως για μια στιγμή δεν έχει περάσει τόσος χρόνος.

Σαν να περπατά ακόμη γοργά στους δρόμους της Σπάρτης.

Σαν να σταματά κάτω από τις νερατζιές για άλλη μία καλημέρα που θα γίνει κουβέντα.

Κι εγώ, αυτή τη φορά, δεν βιάζομαι να τον προλάβω.
Στέκομαι και τον ακούω.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
Του Αντρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
Του Αντρέα Πετρουλάκη

Πρόσφατα Νέα