Στο επίκεντρο πολιτικών και οικονομικών διελκυστίνδων βρίσκεται ο γόρδιος δεσμός του ιδιωτικού χρέους στη χώρα, με τα νέα στοιχεία του Εξωδικαστικού Μηχανισμού να προσφέρουν τροφή για αντίθετες αναγνώσεις της πραγματικότητας. Από την πλευρά του, το κυβερνητικό επιτελείο προβάλλει τις επιδόσεις του μηχανισμού ως ισχυρή απόδειξη ότι η αγορά βρίσκει επιτέλους διέξοδο αποσυμπίεσης. Στον αντίποδα, κόμματα της αντιπολίτευσης, παραγωγικοί φορείς, επαγγελματικές ενώσεις διατηρούν υψηλούς τόνους κριτικής κι ενδοιασμούς, τονίζοντας πως το «βουνό» των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων παραμένει δυσβάσταχτο και πως χιλιάδες πιεσμένοι δανειολήπτες εξακολουθούν να βρίσκουν την πόρτα της ρύθμισης κλειστή.
Τα επίσημα δεδομένα της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τον Αύγουστο αποτυπώνουν την τρέχουσα δυναμική. Σε έναν μήνα που η οικονομική δραστηριότητα είθισται να κατεβάζει ρολά και οι νομικές προθεσμίες υποβολής προτάσεων από τους πιστωτές «παγώνουν» εκ του νόμου, η πλατφόρμα «έγραψε» 1.364 νέες επιτυχείς ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε αρχικές οφειλές 361,65 εκατομμυρίων ευρώ. Οι επιτυχείς υπαγωγές διαμορφώνονται πλέον στις 69.997, ρυθμίζοντας οφειλές που προσεγγίζουν το ιλιγγιώδες ποσό των 20,56 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παράλληλα, ο μέσος όρος των χρεών που οδηγούνται σε συμβιβασμό αγγίζει τις 302,36 χιλιάδες ευρώ ανά περίπτωση.
Η «αξονική» των χρεών ανά περιφέρεια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή του συνολικού όγκου των οφειλών που βρίσκονται διαρθρωμένες στην πλατφόρμα, συνολικού ύψους 57,58 δισεκατομμυρίων ευρώ σε 149,96 χιλιάδες αιτήσεις.
«Πρωταθλήτριες» στη συγκέντρωση των χρεών αναδεικνύονται η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία, συγκεντρώνοντας μαζί το 45,13% του συνολικού βάρους. Ακολουθούν η Κρήτη στην 3η θέση με 5,08 δισ. ευρώ (8,81%) και η Θεσσαλία (4η) με 3,68 δισ. ευρώ (6,39%). Η Περιφέρεια Πελοποννήσου καταλαμβάνει υψηλή θέση (5η) στη σχετική λίστα, καθώς καταγράφει συνολικό ποσό οφειλής ύψους 3,599 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 6,25% της επικράτειας. Παράλληλα, υψηλή συγκέντρωση χρεών καταγράφεται στο Νότιο Αιγαίο με 3,45 δισ. ευρώ (6,00%), τη Στερεά Ελλάδα με 2,95 δισ. ευρώ (5,12%), τη Δυτική Ελλάδα με 2,80 δισ. ευρώ (4,86%) και την Ανατολική Μακεδονία & Θράκη με 2,41 δισ. ευρώ (4,19%). Τον χάρτη συμπληρώνουν τα Νησιά Ιονίου με 1,71 δισ. ευρώ (2,96%), η Ήπειρος με 1,59 δισ. ευρώ (2,75%), η Δυτική Μακεδονία με 1,16 δισ. ευρώ (2,01%) και το Βόρειο Αιγαίο με 1,05 δισ. ευρώ (1,82%), ενώ ποσό 2,12 δισ. ευρώ ή 3,68% αφορά αιτήσεις χωρίς προσδιορισμένη περιφέρεια.
Σε ό,τι αφορά τη σύνθεση των οφειλετών, τη μερίδα του λέοντος κατέχουν τα φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα. Οι επιτηδευματίες συγκεντρώνουν το 58,99% των συνολικών οφειλών (33,96 δισ. ευρώ), τα νομικά πρόσωπα το 22,67% (13,05 δισ. ευρώ) και τα φυσικά πρόσωπα-μη επιτηδευματίες το 18,34% (10,56 δισ. ευρώ). Παράλληλα, το 74% του συνόλου των χρεών εντοπίζεται προς τους χρηματοδοτικούς φορείς και μόλις το υπόλοιπο προς το Δημόσιο.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το εύρος των χρεών, καθώς το 39,3% των αιτήσεων αφορά οφειλές από 50 έως 200 χιλιάδες ευρώ, ενώ οι μεγάλες οφειλές άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ αθροίζουν 33,74 δισ. ευρώ, αποτελώντας το 58,5% του συνολικού όγκου.
Η υψηλή εγκρισιμότητα
και το προφίλ των «κουρεμάτων»
Η θεσμοθέτηση της υποχρεωτικότητας συμμετοχής των πιστωτών έχει μεταβάλει άρδην το τοπίο, ενισχύοντας καθοριστικά την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Ο μέσος δείκτης εγκρισιμότητας των αιτήσεων από τους δέκα μεγαλύτερους χρηματοδοτικούς φορείς διατηρείται σταθερά στο 71%. Στην κορυφή της θετικής ανταπόκρισης καταγράφονται η Intrum Hellas με ποσοστό εγκρισιμότητας 93%, η QQuant Master Serviser με 90%, η Τράπεζα Πειραιώς με 84%, καθώς και οι Cepal Hellas και doValue Greece με 80% αντίστοιχα. Στον αντίποδα, χαμηλότερα ποσοστά αποδοχής εμφανίζουν η Εθνική Τράπεζα (53%) και η Άλφα Τράπεζα (50%).
Η ουσιαστική ελάφρυνση των οφειλετών επιτυγχάνεται μέσα από τις διαγραφές χρεών και τις μακροχρόνιες περιόδους αποπληρωμής. Το συνολικό ποσό διαγραφής (κουρέματος) ανέρχεται έως τώρα στα 6,66 δισεκατομμύρια ευρώ. Το μέσο ποσοστό διαγραφής διαμορφώνεται στο 13,47% για τις οφειλές προς το Δημόσιο και στο 28,3% για τις οφειλές προς τους χρηματοδοτικούς φορείς. Μάλιστα, το 48,4% των ρυθμίσεων προς τους χρηματοδοτικούς φορείς έλαβε διαγραφή που ξεπερνά το 30% της αρχικής οφειλής. Όσον αφορά τη διάρκεια αποπληρωμής, ο μέσος όρος φθάνει τα 16 έτη για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τα 15,7 έτη για τους χρηματοδοτικούς φορείς, ενώ στα στεγαστικά δάνεια η μέση διάρκεια εκτείνεται στα 25 έτη.
«Ομπρέλα» προστασίας για ευάλωτους
και νέες δυνατότητες
Θετικό αποτύπωμα καταγράφεται στο πεδίο της κοινωνικής φροντίδας, όπου ο μηχανισμός λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην απώλεια περιουσίας. Έχουν ήδη ολοκληρωθεί 7.855 επιτυχείς ρυθμίσεις οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών, εκ των οποίων οι 528 αφορούν Άτομα με Αναπηρία (ΑμεΑ). Παράλληλα, η αξιοποίηση του μέτρου της προκαταβολής οδήγησε σε 627 επιτυχείς αναστολές πλειστηριασμών, διασφαλίζοντας ουσιαστική προστασία των πληγέντων πολιτών κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης.
Την ίδια στιγμή, το πλαίσιο ενισχύεται περαιτέρω με την ενεργοποίηση, από τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου, του πρόσθετου εργαλείου για την προστασία της κύριας κατοικίας. Η συγκεκριμένη ρύθμιση παρέχει τη δυνατότητα στους οφειλέτες να διασώσουν το σπίτι τους, προχωρώντας στη ρευστοποίηση τυχόν δευτερευόντων περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, η ηλεκτρονική πλατφόρμα υποδέχεται πλέον αιτήσεις για οφειλές από μόλις 5.000 ευρώ, προσφέροντας εξαιρετικά ευέλικτες κλίμακες εξόφλησης που φθάνουν έως τις 240 δόσεις προς το Δημόσιο και έως τις 420 δόσεις προς τα τραπεζικά ιδρύματα. Για την άμεση εξυπηρέτηση των ενδιαφερομένων, η Γενική Γραμματεία παρέχει πανελλαδική υποστήριξη μέσω τηλεδιάσκεψης (myEGDIXlive) ή τηλεφωνικά, έχοντας ήδη πραγματοποιήσει περισσότερα από 31.000 ραντεβού από την αρχή του έτους.
Στο στόχαστρο του SSM
τα μεγάλα εταιρικά ανοίγματα
Ενώ ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός επιχειρεί να απορροφήσει τις συσσωρευμένες επισφάλειες του παρελθόντος, ένα νέο μέτωπο ανησυχίας διανοίγεται στο ευρωπαϊκό τραπεζικό στερέωμα. Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) θέτει τις ελληνικές συστημικές τράπεζες σε κατάσταση προληπτικού συναγερμού, θέτοντας υπό αυστηρό «μικροσκόπιο» τα μεγάλα εταιρικά ανοίγματα και τις χορηγήσεις υψηλού κινδύνου. Η Φρανκφούρτη διαμηνύει με σαφήνεια προς τα τραπεζικά επιτελεία ότι απαιτείται άμεση εντατικοποίηση των ελέγχων, προτού η διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα και το αυξημένο κόστος χρήματος πυροδοτήσουν μια νέα γενιά γιγαντιαίων απλήρωτων οφειλών.
Οι τρεις «επίφοβοι» κλάδοι
και τα δάνεια στη «γκρίζα ζώνη»
Χωρίς να ονομάζει μεμονωμένους ομίλους λόγω του τραπεζικού απορρήτου, η Εποπτική αρχή φωτογραφίζει συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας που προχώρησαν τα τελευταία χρόνια σε επιθετικό δανεισμό. Στον πρώτο κύκλο κινδύνου εντάσσονται η Ενέργεια και οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπου όμιλοι υλοποίησαν τεράστιες επενδύσεις με δανεισμό την περίοδο των μηδενικών επιτοκίων και σήμερα βλέπουν τις ταμειακές τους ροές να πιέζονται από τις αυξημένες τοκοχρεολυτικές δόσεις.
Δεύτερος ευάλωτος κλάδος είναι το Real Estate, οι Υποδομές και οι Κατασκευές, με εταιρείες που επιβαρύνθηκαν με μεγάλα δάνεια για εξαγορές ακινήτων και έργα, ερχόμενες αντιμέτωπες με την εκτίναξη του κατασκευαστικού και δανειακού κόστους. Τέλος, ιδιαίτερος προβληματισμός επικρατεί για τα «ζόμπι» δάνεια (forborne loans) του παρελθόντος, δηλαδή μεγάλους ομίλους στο λιανεμπόριο ή τη βιομηχανία που αναδιάρθρωσαν τις οφειλές τους την προηγούμενη δεκαετία, πλην όμως η βιωσιμότητά τους παραμένει έκδηλα οριακή.
Την ίδια στιγμή, το καμπανάκι του SSM συνδέεται άμεσα με την επικίνδυνη διεύρυνση της «γκρίζας ζώνης» του πιστωτικού συστήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, δάνεια ύψους 12,57 δισεκατομμυρίων ευρώ (6,6% του συνολικού δανειακού ανοιγματος) κατατάσσονται σε κατηγορία αυξημένου πιστωτικού κινδύνου. Παρότι οι δανειολήπτες αυτοί εξυπηρετούν προς το παρόν τις υποχρεώσεις τους, εκπέμπουν πρώιμα σημάδια κοπώσεως, όπως μικρές καθυστερήσεις ή ανάγκες επανενεργοποίησης ρυθμίσεων.
Πώς η πίεση των κολοσσών
«περνά» στον πολίτη
Αν και οι υποδείξεις της Φρανκφούρτης αφορούν δάνεια εκατομμυρίων μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, οι παρενέργειες αναμένεται να μετακυλιστούν στην καθημερινότητα των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων. Καθώς οι τράπεζες υποχρεούνται από τον επόπτη να σχηματίζουν πρόσθετες προβλέψεις και να δεσμεύουν κεφάλαια για την κάλυψη της έκθεσής τους σε υπερχρεωμένους ομίλους, η διαθέσιμη ρευστότητα περιορίζεται δραστικά. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι το περαιτέρω «σφίξιμο» της κάνουλας για την έγκριση νέων στεγαστικών, καταναλωτικών ή μικρών επιχειρηματικών δανείων. Παράλληλα, προκειμένου να αντισταθμίσουν το αναλαμβανόμενο ρίσκο, τα πιστωτικά ιδρύματα διατηρούν διευρυμένα τα περιθώρια κέρδους (spreads), επιβαρύνοντας το κόστος δανεισμού για τη μέση οικογένεια. Η κατάσταση επιβαρύνθηκε περαιτέρω μετά τις διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ μέσα στο 2026, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,50% και τα επιτόκια να έχουν αυξηθεί κατά μισή ποσοστιαία μονάδα μέσα σε μόλις τρεις μήνες.
Για ένα μέσο στεγαστικό δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου ύψους 100.000 ευρώ και διάρκειας 20 ετών, η συνολική επιβάρυνση φθάνει τα 27 ευρώ τον μήνα (άνω των 300 ευρώ ετησίως), ενώ για δάνειο 150.000 ευρώ το πρόσθετο κόστος προσεγγίζει τα 40 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό, αθροιζόμενο στο αυξημένο κόστος ενέργειας, καυσίμων και αγαθών πρώτης ανάγκης, απειλεί να ανατρέψει την εύθραυστη ισορροπία ακόμα και των μέχρι σήμερα συνεπών δανειοληπτών.
Η στάση του SSM και η επόμενη μέρα
Προκειμένου να αποτραπεί μια νέα συστημική κρίση, ο SSM αξιώνει από τα τραπεζικά ιδρύματα να προχωρήσουν σε γενναίες προληπτικές αναδιαρθρώσεις, να απαιτήσουν πρόσθετες εξασφαλίσεις και να πιέσουν τους βασικούς μετόχους των υπερχρεωμένων ομίλων για αύξηση κεφαλαίου.




