Το φέρετρο του κυρ-Θανάση βγήκε από την αυλή του σπιτιού του λίγο μετά τις εννιά το πρωί. Για μια στιγμή όλοι στριμώχτηκαν στην αυλόπορτα, σαν να μην ήθελαν να αφήσουν τον νεκρό να περάσει μόνος του το τελευταίο κατώφλι. Έπειτα η πομπή πήρε αργά τον ανήφορο προς την εκκλησία. Μπροστά ο σταυρός, πίσω ο παπάς με το θυμιατό και αμέσως μετά οι τέσσερις άντρες που κρατούσαν το φέρετρο στους ώμους. Η μυρωδιά του λιβανιού ανακατευόταν με εκείνη του νοτισμένου χώματος και των φύλλων, ενώ από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών γυναίκες σταυροκοπιούνταν και έμεναν ακίνητες ώσπου να χαθεί η πομπή από μπροστά τους.
Η κηδεία έγινε χωρίς πολλά λόγια. Ο κυρ-Θανάσης είχε ζήσει ενενήντα δύο χρόνια, είχε δει ανθρώπους να γεννιούνται, να φεύγουν από το χωριό, να επιστρέφουν αλλαγμένοι και να πεθαίνουν πριν από εκείνον. Είχε γνωρίσει χειμώνες που έκλειναν τους δρόμους για εβδομάδες, καλοκαίρια που οι πηγές λιγόστευαν, πολέμους, φτώχεια, ξενιτιά και μια εποχή κατά την οποία το ηλεκτρικό φως ήταν ακόμη κάτι που το συζητούσαν στο καφενείο σαν μακρινό θαύμα. Κι όμως, στο τέλος, όλη εκείνη η ζωή χωρούσε σε λίγες προτάσεις του επικήδειου και σε μια χούφτα χώμα που έριξε πρώτος ο παπάς επάνω στο φέρετρο.
Όταν τελείωσε η ταφή ο κόσμος άρχισε να κατηφορίζει προς την πλατεία. Το καφενείο είχε ετοιμαστεί από νωρίς. Τα τραπέζια ήταν ενωμένα, οι καρέκλες τοποθετημένες κοντά η μια στην άλλη και πάνω στους δίσκους περίμεναν μικρά φλιτζάνια με πικρό καφέ, κονιάκ και ποτήρια με τσίπουρο. Στα χωριά, η μνήμη του νεκρού τιμάται με έναν παράξενο συνδυασμό σιωπής και φιλοξενίας. Πρέπει να πιείς κάτι για την ψυχή του, να φας λίγο παξιμάδι ή ένα λουκούμι, να πεις μια καλή κουβέντα για εκείνον, ακόμη κι αν η σχέση σας όσο ζούσε περιοριζόταν σ’ έναν καθημερινό χαιρετισμό.
Κάθισα με τη γειτόνισσά μου σ’ ένα τραπέζι κοντά στην ανοιχτή πόρτα. Στην αρχή κανείς δεν μιλούσε δυνατά. Ακούγονταν μόνο τα κουταλάκια που χτυπούσαν στα φλιτζάνια και οι καρέκλες που μετακινούνταν πάνω στις πέτρινες πλάκες. Σιγά σιγά, όμως, οι φωνές άρχισαν να ανεβαίνουν. Κάποιος θυμήθηκε τον κυρ-Θανάση νέο, όταν κατέβαινε με τα πόδια ως τη Σπάρτη και γύριζε την ίδια ημέρα φορτωμένος ψώνια. Ένας άλλος διηγήθηκε πως κάποτε είχε κοιμηθεί κάτω από μια καστανιά περιμένοντας να ποτίσει και ξύπνησε την επομένη, όταν το νερό είχε ήδη πλημμυρίσει το χωράφι του. Οι ηλικιωμένοι γέλασαν. Η κόρη του νεκρού χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της, η ανθρώπινη στιγμή που η απώλεια ξεκινά να ριζώνει στην καρδιά ως ανάμνηση.
Τότε πέρασε μπροστά από το καφενείο ένα σκυλί. Αδέσποτο, μεγαλόσωμο, με βρώμικο καφετί τρίχωμα, πλατύ κεφάλι και ένα κομμάτι από το δεξί του αυτί κομμένο. Προχώρησε αργά ανάμεσα στα τραπέζια της πλατείας, σταματώντας πότε πότε για να μυρίσει το χώμα. Όταν έφτασε μπροστά στην πόρτα, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε προς το μέρος μας. Δεν γρύλισε, δεν κούνησε την ουρά του, δεν πλησίασε αναζητώντας φαγητό. Έμεινε απλώς ακίνητο.
Ένιωσα τη γειτόνισσά μου να σφίγγει το μπράτσο μου.
«Να το», ψιθύρισε.
«Ποιο;»
Δεν μου απάντησε αμέσως. Κοίταξε προσεκτικά το ζώο και ύστερα έσκυψε προς το μέρος μου, σαν να φοβόταν πως θα την άκουγαν οι υπόλοιποι.
«Μη γελάσεις. Έτσι έλεγαν πως παρουσιάζονταν μερικοί από εκείνους που πέθαναν άδικα. Σαν σκυλιά».
Γύρισα ξανά προς την πόρτα. Το ζώο είχε καθίσει τώρα στα πίσω του πόδια και εξακολουθούσε να κοιτάζει μέσα. Το κεφάλι του, ίσως επειδή το σώμα του ήταν ισχνό, έμοιαζε πράγματι δυσανάλογα μεγάλο.
«Δεν έλεγες χθες πως οι βρικόλακες δεν φαίνονταν;»
«Εκείνοι που γίνονταν από πέρασμα γάτας ή ποντικιού μπορεί να μην φαίνονταν. Μονάχα τους άκουγες μέσα στα σπίτια. Οι αδικοσκοτωμένοι, όμως, ήταν αλλιώς. Αυτοί γίνονταν στοιχειά».
Οι παλαιότεροι κάτοικοι της Αγόριανης ξεχώριζαν, όπως φαίνεται, τις μορφές με τις οποίες μπορούσε να επιστρέψει ένας νεκρός. Βρικόλακας δεν γινόταν μόνο εκείνος δίπλα στο σώμα του οποίου πέρασε κάποιο ζώο. Μπορούσε να γυρίσει και ένας άνθρωπος που πέθανε χωρίς να έχει έρθει η ώρα του, που δολοφονήθηκε χωρίς αιτία ή που έφυγε από τη ζωή κουβαλώντας μια αδικία τόσο μεγάλη, ώστε ούτε το χώμα κατάφερνε να την κρατήσει θαμμένη. Αυτοί οι νεκροί, σύμφωνα με τις παραδόσεις, έπαιρναν συχνά τη μορφή σκύλου με υπερβολικά μεγάλο κεφάλι και στόμα, δίχως ουρά. Δεν ήταν φαντάσματα με την έννοια που δίνουμε σήμερα στη λέξη. Δεν αποτελούσαν άυλες σκιές. Ήταν οι ίδιοι οι εκλιπόντες, μεταμορφωμένοι σε κάτι που ανήκε ταυτόχρονα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών.
«Πού εμφανίζονταν;» τη ρώτησα.
«Στα παλιά δέντρα κυρίως. Στα αιωνόβια πουρνάρια του Αγίου Πολυκάρπου. Στα πουρνάρια και στο σφεντάμι του Αγίου Ιωάννη, στο Χαλικό. Και στον Άγιο Γεώργιο, στη Χλέβενα. Οι παλιοί απέφευγαν να περνούν από εκεί νύχτα, εκτός αν υπήρχε ανάγκη. Κι αν άκουγαν σκυλί να γρυλίζει χωρίς να το βλέπουν, δεν γύριζαν να κοιτάξουν».
«Γιατί;»
«Γιατί άμα κοιτάξεις το στοιχειό, του δείχνεις πως το είδες. Κι όταν καταλάβει πως το είδες, μπορεί να σ’ ακολουθήσει».
Δεν γνώριζα αν αυτή η τελευταία λεπτομέρεια ανήκε στην παλιά παράδοση ή αν την πρόσθετε η ίδια. Οι θρύλοι, άλλωστε, σπάνια παραμένουν αμετάβλητοι. Κάθε άνθρωπος που τους αφηγείται προσθέτει κάτι δικό του: έναν ήχο, μια προειδοποίηση, ένα μονοπάτι από το οποίο απαγορεύεται να περάσεις. Έτσι η ιστορία προσαρμόζεται στον φόβο κάθε εποχής και εξακολουθεί να επιβιώνει.
Η γειτόνισσα έδειξε με το βλέμμα της το σκυλί.
«Ένας δικός μας άνθρωπος είχε πει πως το συνάντησε στ’ αλήθεια. Ήταν δεκαοχτώ χρονών και είχε πάει νύχτα να ποτίσει το χαλικότο. Τότε πότιζαν όταν ερχόταν η σειρά τους, είτε ήταν μέρα είτε μεσάνυχτα. Τελείωσε, καβάλησε το δύστροπο μουλάρι του και πήρε τον δρόμο για το χωριό. Λίγο πιο κάτω από τον Άγιο Πολύκαρπο, εκεί που ο δρόμος έκανε μικρές στροφές ανάμεσα στα πουρνάρια, άκουσε γρυλίσματα».
«Σκύλου;»
«Στην αρχή έτσι νόμισε. Ύστερα δυνάμωσαν κι έμοιαζαν περισσότερο με μουγκρητά. Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω, αλλά ποιος ξέρει τι θα έβρισκε πίσω του; Χτύπησε το μουλάρι για να τρέξει. Μόλις προσπέρασε τα μεγάλα πουρνάρια, πετάχτηκε μπροστά του ένας θεόρατος σκύλος και ρίχτηκε πάνω στο ζώο. Το μουλάρι τρόμαξε, σηκώθηκε και το κλότσησε στο κεφάλι. Ο σκύλος έπεσε κάτω χωρίς να βγάλει άχνα».
Σταμάτησε για να πιει μια γουλιά τσίπουρο. Είχα την αίσθηση πως απολάμβανε τη στιγμή της αποκάλυψης.
«Και ήταν στοιχειό;»
«Ήταν το τσοπανόσκυλο του Τσουρούμη, που είχε το μαντρί του εκεί κοντά. Κατέβηκε από το μουλάρι, άναψε τον φακό και το γνώρισε. Αν δεν είχε το κουράγιο να κατέβει, όμως, θα πέθαινε πιστεύοντας πως είχε συναντήσει βρικόλακα».
Η ιστορία αυτή ίσως εξηγεί καλύτερα από οποιαδήποτε επιστημονική ανάλυση τον τρόπο με τον οποίο γεννιούνται οι θρύλοι. Ένας σκοτεινός δρόμος, ένα φοβισμένο ζώο, ένα γρύλισμα που παραμορφώνεται από την ηχώ και ένας άνθρωπος ο οποίος γνωρίζει ήδη τι λέγεται πως κρύβεται στα πουρνάρια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το συνηθισμένο μετατρέπεται σε υπερφυσικό. Ο φόβος προηγείται της εξήγησης και, ακόμη κι όταν η εξήγηση έρθει, η αρχική εντύπωση παραμένει πιο δυνατή. Αν ο νεαρός δεν είχε φωτίσει το νεκρό σκυλί, η αφήγησή του θα περνούσε από γενιά σε γενιά ως η πιο αδιάψευστη απόδειξη πως τα στοιχειά του Αγίου Πολυκάρπου υπήρχαν.
Το αδέσποτο σηκώθηκε ξαφνικά, περπάτησε ως τον πλάτανο και ξάπλωσε στη σκιά. Η γειτόνισσα χαλάρωσε λίγο το χέρι της, αλλά δεν έπαψε να το παρακολουθεί.
«Και δεν έβγαιναν μόνο σκυλιά», συνέχισε. «Όσοι είχαν σφαχτεί από Τούρκους ή άλλους βαρβάρους, είτε σε πόλεμο είτε επειδή δεν υπάκουσαν, γίνονταν μεγάλα στοιχειά. Άλλοτε έπαιρναν τη μορφή γιγαντόσωμου ανθρώπου και άλλοτε ταύρου, με κεφάλι τεράστιο και κέρατα μεγάλα».
(συνεχίζεται)
Ό,τι διαβάσατε εδώ ίσως να είναι απλώς μια ιστορία.
Ίσως πάλι… ένα ακόμη Λακε-Δαιμονικό.
| Από την εβδομαδιαία έντυπη έκδοση «Λακωνικός Τύπος Plus+»
> Κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα στα περίπτερα και στην πόρτα σας.




