Σε σχέση με το σχόλιο «Θ. Σπυρόπουλος: Απάντηση με δυο προτάσεις» που εμπεριέχεται στην τελευταία σελίδα του φύλλου της 18-9-2026 του ΛΑΚΩΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ κάτωθι της επικεφαλίδας «Πλατείας το ανάγνωσμα…» λεκτέα τα ακόλουθα:
Αν ο οποιοσδήποτε καλόπιστος και νοήμων αναγνώστης σταθεί στο περιεχόμενο του άρθρου του Θ. Σπυρόπουλου, που πρωτοσέλιδο δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 11-6-2026 στο Λ.Τ. με τον πομπώδη τίτλο «Κεραυνοί Σπυρόπουλου για ΄Αγιο Βασίλειο και Πελλάνα» και το αντιπαραθέσει και αντιπαραβάλλει με εκείνο του γράφοντος, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 15-9-2026 της ίδιας εφημερίδας , με τον τίτλο «Κριτική για τους κεραυνούς του Θ. Σπυρόπουλου ως προς την ανασκαφή Ξηροκαμπίου», εύκολα θα κατανοήσει πως η ως απάντησή του στο άρθρο του γράφοντος, ούτε στο ελάχιστο συνιστά απάντηση, διότι τούτο προϋποθέτει ερώτημα, που ο γράφων ουδέποτε έθεσε.
Απλά ο Θ. Σπυρόπουλος υπεκφεύγει και έντεχνα επαναλαμβάνει σε συντομία, τα όσα αναφέρει στο πρώτο άρθρο του και ειδικότερα πως «οι υπόλογοι της επιστημονικής παρωδίας φυγομαχούν» με την προσθήκη τώρα και νέου αναληθούς ισχυρισμού για «επιχειρηματολογούντες μέσω δικηγόρου…».
Με άλλα λόγια ο Θ. Σπυρόπουλος δεν συμβάλλει ούτε στο ελάχιστο, να πληροφορηθούν οι αναγνώστες ποιοι είναι οι «υπόλογοι» και που έγκειται η «παρωδία», ενώ αν το άρθρο του γράφοντος το εκλαμβάνει ως «δικηγορική» επιχειρηματολογία υπέρ τούτων των υπολόγων, τότε ασφαλώς πρόκειται για λάθος επί λαθών. Το πρόβλημα είναι δικό του και προστίθεται στα υπόλοιπα φαντασιακά, που τον κατατρέχουν σε σχέση με την ανασκαφή Ξηροκαμπίου.
Ο γράφων με το άρθρο του δεν επιχείρησε με «αρκετές αράδες του» να αποδείξει γεγονότα που ήδη επαρκώς έχουν αποδειχτεί από άλλους, οι οποίοι μάλιστα μέχρι τότε ήταν άγνωστοι σ΄ αυτόν, αλλά απλώς ως ενεργός πολίτης τάχτηκε υπέρ γνωστών πραγμάτων, που ήθελε αφ΄ενός να τα ταξινομήσει και να τα καταδείξει και αφ΄ετέρου να επιδείξει την σημαντικότητα της ανασκαφής Ξηροκαμπίου, που κατά την κρίση του ως σοβαρό θέμα άξιζε διεξοδικής ανάπτυξης.
Τώρα, αν το πιο πάνω φερόμενο ως απάντηση σύντομο επαναληπτικό κείμενο του Θ. Σπυρόπουλου, πρέπει να κρίνεται και ως λακωνική απάντηση, καλό είναι να λεχθεί πως το «λακωνίζω» ,δηλαδή το να μιλά κανείς σύντομα, δεν σημαίνει υπεκφυγή και επανάληψη των ιδίων αβάσιμων πραγμάτων, διότι το λακωνίζειν που εστί και φιλοσοφείν, δεν είναι μόνο φιλοσοφική αντίληψη αλλά παράλληλα και πραγματική άποψη ζωής και όχι φανταστική περιπαικτική των πραγμάτων αοριστολογία.
Ακόμη, το αν η ανασκαφή Ξηροκαμπίου είναι αρχαιολογικό εγχείρημα τεραστίων ελληνικών και όχι μόνο διαστάσεων, αποδεικνύεται περίτρανα όχι μόνο από την ανάθεση της συνέχισής της σε γνωστή αρχαιολογική εταιρεία από το Ανώτατο Αρχαιολογικό Συμβούλιο αλλά και από την εκ των πραγμάτων πλέον επιβαλλόμενη χρηματοδότηση του όλου έργου από την πλευρά της Πολιτείας.
Τέλος και μετά τα πιο πάνω και επ΄ ευκαιρία, κάποιοι τοπο-σκεπτικιστές και καχύποπτοι- είδος που αφθονεί στον τόπο μας- θα πρέπει να καταλάβουν πως την ανασκαφή Ξηροκαμπίου δεν είναι τοπικά, εθνικά και πολιτιστικά πρέπον να εξακολουθούν- ακόμη και σιγή- να την υπονομεύουν και εν τέλει και να «παίζουν εν ου παικτοίς», δηλαδή να παίζουν μαζί της χωρίς να πρέπει και να την αντιμετωπίζουν σαν μια τυχαία περίπτωση με επιπολαιότητα ακόμη δε κάποιοι και με αντιπαλότητα, διότι εφεξής η ιστορία θα είναι παρούσα εκεί στα Μυκηναϊκά Ανάκτορα, γιατί η ανάδειξή τους πλέον είναι και δική της υπόθεση και δικαίως θα καραδοκεί και δεν θα απονέμει μόνο εύσημα, αλλά θα γίνεται και τιμωρός αν πρέπει.
*Μεταφορικά αποδίδεται με τη φράση «να μην παίζουν κάποιοι με πράγματα που δεν πρέπει να παίζουν».




