Ενώπιον ενός ιδιότυπου οικονομικού «οξύμωρου» βρίσκονται χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, καθώς οι ρυθμίσεις οφειλών προς το Δημόσιο φαίνεται να λειτουργούν περισσότερο ως «βρόχος» παρά ως σανίδα σωτηρίας. Με επιστολή-παρέμβαση προς τον υπουργό Οικονομίας & Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, η Πελοποννησιακή Ομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΠΟΕΕ) θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, ζητώντας την άμεση αναθεώρηση του πλαισίου αποπληρωμής χρεών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η Ομοσπονδία προβάλει, συγκεκριμένα, την ανάγκη εξορθολογισμού της ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο, με όρους αναλογικότητας και βιωσιμότητας.
Ζήτημα ασύμμετρης μεταχείρισης
Η ΠΟΕΕ σημειώνει ότι «παρακολουθεί με προσοχή τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στον τομέα της διαχείρισης ιδιωτικού και δημόσιου χρέους και αναγνωρίζει τη σημασία τους για τη σταθερότητα της οικονομίας». Χαρακτηρίζει, μάλιστα, ως «ιδιαίτερα θετική» την «κατεύθυνση περιορισμού της υπέρμετρης επιβάρυνσης στα καταναλωτικά δάνεια, μέσω θέσπισης ανώτατου ορίου στη συνολική αποπληρωμή σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο. Η αρχή αυτή εισάγει έναν κανόνα αναλογικότητας που προστατεύει τη βιωσιμότητα των οφειλετών», συμπεραίνει. Ωστόσο, όπως διατείνεται, «η ίδια αρχή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στη νέα ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο σε έως 72 δόσεις, γεγονός που δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς ως προς την ισότιμη μεταχείριση».
Εκτενέστερα, εγείροντας ζητήματα ισότιμης μεταχείρισης, οι έμποροι αποτυπώνουν το οξύ παράδοξο: Ενώ στον ιδιωτικό τομέα το κράτος νομοθετεί «φρένο» στις χρεώσεις, το ίδιο το Δημόσιο συνεχίζει να σωρεύει τόκους επί προσαυξήσεων. Αυτή η τακτική, σύμφωνα με την ΠΟΕΕ, μετατρέπει την είσπραξη σε μια διαδικασία σχεδόν αδύνατη, ναρκοθετώντας τη βιωσιμότητα του μέσου εμπόρου.
Η αριθμητική του αδιεξόδου:
Χρέος-μαμούθ με το «καλημέρα»
Η ουσία του προβλήματος συμπυκνώνεται σε μια σκληρή μαθηματική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Ομοσπονδία, ένας οφειλέτης με αρχικό κεφάλαιο λόγου χάρη 10.000 ευρώ, ο οποίος έχει συσσωρεύσει προσαυξήσεις ετών, καλείται σήμερα να ρυθμίσει ένα ποσό της τάξεως των 22.000€. Ωστόσο, η «παγίδα» κρύβεται στο νέο επιτόκιο της ρύθμισης των 72 δόσεων (5,84%). Με την ολοκλήρωση της αποπληρωμής, το τελικό κόστος για την επιχείρηση μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τις 26.000€. Πρόκειται για μια επιβάρυνση που υπερβαίνει το 160% του αρχικού κεφαλαίου, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα περί βιωσιμότητας αλλά και ηθικής τάξης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης καλείται να καταβάλει το προσαυξημένο ποσό, «χωρίς να συνυπολογίζεται η ήδη πολυετής επιβάρυνση που έχει προηγηθεί», παρατηρεί η Ομοσπονδία.
Κίνδυνος για βιωσιμότητα
και εισπραξιμότητα
Η προσέγγιση αυτή, όπως εκτιμάται, «δεν θέτει όριο στη συνολική διόγκωση της οφειλής, διατηρεί ακέραιο το σύνολο των προσαυξήσεων, ακόμη και όταν αυτές υπερβαίνουν το αρχικό κεφάλαιο και επιβαρύνει περαιτέρω τη ρυθμιζόμενη οφειλή μέσω νέου επιτοκίου». Αποτέλεσμα, «είναι να δημιουργούνται σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας για τους οφειλέτες και ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις, αλλά και περιορισμένη αποτελεσματικότητα της ίδιας της ρύθμισης ως εργαλείου είσπραξης», λέει η ΠΟΕΕ.
Περαιτέρω, όπως επιχειρηματολογεί η Ομοσπονδία, «ένα δεύτερο σημείο της εξαγγελθείσας ρύθμισης που θα την καταστήσει αναποτελεσματική είναι ο περιορισμός σε οφειλές μέχρι το 2023, ενώ χωρίς κάποιο πρόβλημα θα μπορούσε να επεκταθεί και για τα έτη 2024 και 2025. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας τροποποίησης θα ήταν η αποφυγή υψηλών απαιτήσεων πληρωμών σε αρχικό επίπεδο».
Τα τρία «κλειδιά» για τη λύση
Η επιστολή προς το ΥΠΟΙΚ δεν περιορίζεται στη διαπίστωση του προβλήματος, αλλά προτείνει τρεις συγκεκριμένους άξονες παρέμβασης:
- Θέσπιση ανώτατου ορίου στη συνολική επιβάρυνση σε σχέση με το αρχικό κεφάλαιο.
- Απαλοιφή (κούρεμα) των προσαυξήσεων που έχουν οδηγήσει σε υπέρμετρη διόγκωση της οφειλής.
- Προσαρμογή του επιτοκίου σε επίπεδα που διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της ρύθμισης (όμοια με αυτά του εξωδικαστικού μηχανισμού).
Η Ομοσπονδία καταλήγει τονίζοντας πως «η εμπειρία της αγοράς δείχνει ότι οι ρυθμίσεις αποδίδουν όταν είναι ρεαλιστικές και στηρίζονται στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής». Δηλώνει δε, έτοιμη για συνεργασία και διάλογο με στόχο τη διαμόρφωση λύσεων που θα είναι ταυτόχρονα δίκαιες και αποτελεσματικές.




